Παρασκευή, 23 Μαΐου 2008

Κόντρα ρόλος





Φόρεσε το μαύρο το κολλητό το κοντό με την γόβα την δωδεκάποντη. Καλσόν διχτυωτό. Τα μαλλιά χυμένα. ΄Οπως κι η ψυχή της. Μα απόψε δεν ήθελε να τη δείξει σε κανέναν. Θα έδειχνε μόνο το έξω της. Εξάλλου ποιόν ενδιαφέρουν τα ενδότερα;

Πήγε σ’ ένα μπαρ που δεν την ήξερε κανείς και παρήγγειλε το φαρμάκι της. ΄Εσκασε χαμόγελο υποτιθέμενης καύλας σε μερικούς δεξιά κι αριστερά και περίμενε. ΄Ολο και κάποιος θα τσιμπούσε. Πολύ θέλουν, νομίζεις;

Μέσα της έκλαιγε, ανίκανη να λυθεί απ’ τα συρματοπλέγματα που έμπηγε στη σάρκα της η ακατονόμαστη μανία της να φθείρει την ψυχή της σε αδιέξοδα. Σήμερα θα έδινε και το κορμί της. ΄Ετσι, για κόντρα ρόλο. Για ακόμη μια χαραγματιά παραπάνω.

Σταύρωσε τα πόδια της και φάνηκε η μαύρη της κιλότα. ΄Εσφιξε τα μπούτια της κι έγλυψε τα χείλη της ηδονικά. Ψάρεμα το λεν αυτό καριόλα μου. Και τα πας καλά. Κατέβασε με τη μία το υπόλοιπο ποτό της και τον είδε να την πλησιάζει.

΄Ηπιε άλλο ένα κερασμένο, διαφορετικό αυτή τη φορά. Για λίγη ζάλη παραπάνω. Για μια δικαιολογία ακόμη. Την πήρε κι έφυγαν.

Το πρωί, στη μέση του πουθενά με ξεσκισμένα ρούχα έψαχνε μια δικαιολογία ακόμη.
Το γιατί να γυρίσει πίσω
.

Τρίτη, 20 Μαΐου 2008

Φόρα παρτίδα





Θα βάλω τις μπότες τις ψηλές. Αυτές τις πάνω απ’ το γόνατο. Τις πολύ πάνω απ’ το γόνατο. Και το καλσόν το λεπτό. Το πολύ λεπτό. Και μια φούστα που σιγά μην είναι φούστα. Σε φαρδιά ζώνη παραπέμπει, αλλά τι πειράζει; Κι από πάνω τη μπλούζα τη μαύρη τη σκέτη. Χωρίς ντεκολτέ χωρίς τίποτα. Να με καλύπτει ίσαμε πάνω. Αλλά να μου τονίζει το στήθος και να το προτάσσει αυθάδικο στα μάτια του ήλιου που είπε να αρχίσει να δηλώνει την παρουσία του δειλά δειλά με το σαρδόνιο χαμόγελο που παίρνει αυτή την εποχή. Το –ναι- ήρθα –για-να-μείνω-κάνα-τρίμηνο.

Θα βγω έξω. Με τα μαλλιά να ανεμίζουν και το περπάτημά μου να σπάζει τζάμια. Χαμόγελο δεν θα ’χω. Τι να το κάνω. Δεν μου χρειάζεται. Ξέρω να ρίχνω πτώματα και χωρίς. Σοβαρή θα βγω. Σοβαρή και λίγο σκληρή. Με βήμα γρήγορο που δείχνει κατεύθυνση. Γιατί ξέρω πού θα πάω. Δεν θα βγω στο πουθενά. Θα ’χω στόχο.

Μια θύμηση και μια εικόνα απ’ το παρελθόν. Μια ιδέα και μια σκηνή. Κάτι βλέμματα και μερικά αγγίγματα. ΄Ισως και κάτι παραπάνω. Χωρίς πολλά λόγια. Μα με νεύματα πολλά. Και μέσα από τα νεύματα λέγονταν όλα. Και μέσα από τις απορίες που χωρίς να ήταν ανάγκη να λυθούν, έρχονταν χρόνοι.

Τζην φόραγε πάντα. Και μπλουζάκια ή πουκάμισα ανάλαφρα. Μαλακά παπούτσια χαμηλά και τα μαλλιά ίσα που να καλύπτουν το λαιμό. Μ’ αρέσει αυτό το μήκος σε άλλον. Να τα πιάνω και να τα σφίγγω στη χούφτα μου. Να τα χαϊδεύω και να κυλούν ανάμεσα απ’ τα δάχτυλά μου. Να βάζω το πρόσωπό μου μέσα και να ταξιδεύω σε ουρανούς.

Είχε κλάματα στα μάτια. Το θυμάμαι αυτό. Συχνά. Συχνότατα. Κι ένα βλέμμα λυπημένο. Που έδειχνε της ψυχής το μαύρο. Δεν ξέρω κατά πόσο με γοήτευε αυτό όμως ξέρω πως αμέσως έδινα χάδι στο πρόσωπο. Κι ας συνέχιζε να είναι λυπημένο. Κι ας εξακολουθούσαν τα δάκρυα να τρέχουν. Ακολουθούσαν και τα δικά μου άλλωστε. Δεν το ’χω για πολύ.

΄Εβρισκα κάτω απ’ την πόρτα μου σημειώματα. Γραφικός χαρακτήρας ασταθής. Λίγες λέξεις με κυρίαρχο το «σε θέλω». Πόσο μ’ αρέσει να μου το λεν αυτό. Πόσο μ’ αρέσει να το βλέπω γραμμένο. Κι ας μην έκανα δραστικές κινήσεις για να έρθει πιο κοντά μου. Σε απόσταση. Σχεδόν σε απόσταση. ΄Ηθελε πάντα κάτι παραπάνω. ΄Οπως κι εγώ. Μόνο που τότε δεν ήξερα τι.

Στριφογυρνάει στο μυαλό μου. Το βάδισμα, η εικόνα, οι ήχοι, η κίνηση στο κορμί. Μα πιο πολύ αυτό το βουβό κλάμα. Και τώρα; Γιατί να πάω τώρα; Γιατί να πάω σ’ εκείνο το μέρος; Γιατί μου ήρθε να το κάνω αυτό; Κακό θα κάνω σαν πάω. Ναι; Σε ποιον άραγε; Εξάλλου, δεν ξέρω πού είναι. Δεν θέλησα να μάθω πού είναι. Δεν έψαξα να δω πού υπάρχει.

Κι όμως. Θα βάλω τις μπότες τις ψηλές. . Αυτές τις πάνω απ’ το γόνατο. Τις πολύ πάνω απ’ το γόνατο. Και το καλσόν το λεπτό. Το πολύ λεπτό. Και μια φούστα που σιγά μην είναι φούστα. Σε φαρδιά ζώνη παραπέμπει, αλλά τι πειράζει; Κι από πάνω τη μπλούζα τη μαύρη τη σκέτη. Χωρίς ντεκολτέ χωρίς τίποτα. Να με καλύπτει ίσαμε πάνω. Αλλά να μου τονίζει το στήθος και να το προτάσσει αυθάδικο στα μάτια του ήλιου...

Θα ξέρω πού θα πάω. Δεν θα βγω στο πουθενά. Θα ’χω στόχο. ΄Οχι για να βρω το παρελθόν. ΄Οχι. Αλλά για να γράψω ένα όνομα σ’ έναν τοίχο όπως είχα υποσχεθεί πως θα έκανα και δεν το τόλμησα ποτέ. Αυτή τη φορά όμως θα το κάνω. Χωρίς να ξέρω το γιατί. Δεν χρειάζονται όλα τα «γιατί» απαντήσεις. ΄Ετσι ένα όνομα. Μια ανάμνηση. ΄Ενα κάτι.

Σε μια μάντρα στο κάπου. Με σπρέι μαύρο. Σε φόντο παράξενο. Με γράμματα πέντε. Την έλεγαν Τζένη.




Σάββατο, 3 Μαΐου 2008

Μια στιγμή γι' απόψε





Τον κοιτώ να παίζει την κιθάρα του στα βότσαλα καθισμένος κι οι νότες σκορπίζονται τριγύρω. Δίπλα η θάλασσα κι ένα φεγγάρι κόκκινο, αλήτικο, να κοιτά αυθάδικα. Σαν να ξέρει πως όλα είναι στιγμές. Στιγμές που ξεθυμαίνουν, φεύγουν και χάνονται.

Χάνονται; Όχι φεγγάρι μου. Δεν χάνονται κι ας γελάς. Ξέρω να γελάω κι εγώ όσο δεν το πιστεύεις. Και ξέρω πως μπορώ να σου τη φέρω. Μα δεν θα σου πω πώς. Δεν θα στο πω. Μόνο εκεί, συνωμότη θα σε κάνω σ’ ενός έρωτα τη βραδιά. Και θα κοιτάς και θα θυμάσαι.

Θα θυμάσαι γιατί δεν θα σ’ αφήσω να ξεχάσεις πως στιγμές αλήθειας δεν εξαφανίζονται στο άχαρο, στο σκόρπιο και στο μηδέν. ΄Εχεις μάθει να σε χαζεύουν κι εσύ να στέκεσαι ακλόνητο σ’ έναν μαύρο ουρανό και νομίζεις πως κάτι κάνεις. Θα σε μάθω λοιπόν πώς είναι να υπάρχεις.

Πώς είναι να υπάρχεις έστω και για μια στιγμή χωρίς να παίζεις θέατρο. Να δείχνεις και να αναστατώνεις. Να χορεύεις και να μεθάς. Να ακούς και να πάλλεσαι. Να βγάζεις ήχους και να απογειώνεσαι. Να με βλέπεις να πετώ τα ρούχα μου και να μη θέλεις να πάρεις το βλέμμα σου. Να λάμπεις απόψε μόνο σε κείνα τα βότσαλα. Πουθενά αλλού.

Πουθενά αλλού, γιατί μόνο έτσι θα καταλάβεις πως σαν κάποιες νότες παίζουν μόνο για σένα τότε μπορείς να γίνεις οτιδήποτε. Να υπάρχεις στο τώρα και στο μετά. Να δίνεις νόημα και στο πριν. Κι απόψε θα το μάθεις. ΄Η θα το ξαναθυμηθείς. Και θα στο δείξω εγώ. Γιατί κάποιοι το μόνο που κάνουν είναι να σε κοιτούν. Και μερικοί ίσως να σου μιλούν. Λίγοι όμως κάνουν τον κόπο να σου δείχνουν.

Να σου δείχνουν πώς είναι η ένωση, το πάθος, η ένταση, η μετουσίωση, η φλόγα όταν γεννιέται κι όταν θεριεύει. Κι ύστερα όταν καταλαγιάζει κι αργεί να σβήσει. Και σαν έρθει το κύμα και την πάρει, οι νότες να μένουν. Να μένουν και να σου ξεκουφαίνουν τ’ αυτιά και να ζητάς απεγνωσμένα το ταίρι το δικό σου.

Το ταίρι το δικό σου που λάμπει σ’ άλλον ουρανό και στάζει δάκρυ σε θάλασσα άγνωστη. Γιατί θυμάται νότες. Νότες παιγμένες σε βότσαλα καυτά. Κι ίσως κάποια στιγμή σου δείξω πού είναι. Γιατί ξέρω πού μπορείς να το βρεις. Και θα πάμε μαζί.

Μαζί. Μόνο, άσε με αυτή τη βραδιά να κοιτώ τα μάτια τα δικά του. Μη μου σφραγίζεις τα όνειρα και τις ευχές για να τ’ απευθύνω μόνο σε σένα. Και δώσε μου μια στιγμή. Λούσε με απόψε με γαλήνη κι άσε με να γίνω αυτή που κάποια στιγμή θα είμαι.