Κυριακή, 31 Αυγούστου 2008

Η κατάλληλη στιγμή



«Δικό σου!», μου είπε η φωνή και το μόνο που θυμάμαι ήταν πως το κουτάκι με τη μαύρη δαντέλα βρέθηκε ανάμεσα στις χούφτες μου. Μικρό, τετράγωνο, διακριτικό, απαλό, έμοιαζε εύθραυστο. Του χάιδευα τις γωνίες και το ένιωθα να πάλλεται. Δεν ξέρω τι ήταν αυτό που με έκανε να καθυστερώ το άνοιγμά του. Υπήρχαν φορές που το ένιωθα να καταλαγιάζει. Να ηρεμεί. Να σωπαίνει. Κι άλλες, που το ’βλεπα να τραντάζεται, να ταρακουνιέται, να δονείται με ρυθμό που νόμιζες πως θα σκάσει και θα σκορπίσει τα κομμάτια του τριγύρω.

Υπήρχαν μέρες που το έπαιρνα μαζί μου. Σα να έψαχνα το κατάλληλο μέρος που θα μου έλεγε πως ήταν η ώρα που έπρεπε να αποκαλύψω το μυστικό του. Κι ήξερα πως αυτή η απόφαση θα ήταν δική μου.

Το έπαιρνα μαζί σε βόλτες μου σε μονοπάτια, σε δάση, σε λίμνες, σε βουνά. Το είχα κάτω απ’ το μαξιλάρι μου, στη σκέψη μου, στα όνειρά μου. Κι άλλες πάλι, έμοιαζε ξεχασμένο σε παλιά μπαούλα, σε γωνιές αραχνιασμένες, σε κόσμους άφαντους. Κάτω από βαριά παπλώματα, πηχτά σκοτάδια, απάτητους ουρανούς. Μα ένιωθα πως η κατάλληλη στιγμή δεν είχε έρθει ακόμη.

Κι ήταν μια νυχτιά μετά από χρόνια που φάνταζαν να έχουν περάσει αιώνες. ΄Η δευτερόλεπτα. Μια νυχτιά με φλόγες από πολλά κεριά φωτισμένη. Μια νυχτιά σιωπής. Κι ήμουν καθισμένη στο κρεβάτι μου με λυμένα τα μαλλιά. Με το νυχτικό να κολλάει πάνω μου και τον ιδρώτα να μου αυλακώνει τα μάγουλα. Με τα μάτια μου στεγνά και την ανάσα μου κομμένη.

Κι ήταν τότε που το πήρα απαλά στα χέρια μου. Εκείνο το μικρό μου το κουτί με τη μαύρη του δαντέλα. Κι ήταν τότε που αποφάσισα να το ανοίξω για να αγγίξω το ερωτηματικό του.

Και με κινήσεις αργές, με χέρι που έτρεμε και με τη ψυχή μου να κοντεύει να βγει, έλυσα την απαλή του αίσθηση. Και ο παλμός του έγινε δυνατότερος, ανυπόμονος, βιαστικός. Σαν να ήθελε να ελευθερωθεί, να χυθεί, να απλωθεί, να φωνάξει.
Κι άνοιξα το σκέπασμα προσεκτικά, με την καρδιά μου να χτυπά έντονα και με μια δόση αγωνίας που ένιωθα πως θα ήταν και το τελευταίο μου συναίσθημα.

Και πετάχτηκε έξω ένα γέλιο....

...μα ένα γέλιο....

Τετάρτη, 27 Αυγούστου 2008

Με τα...παπουτσάκια στο χέρι!



Δυο κιλά μελιτζάνες, ένα κιλό κιμά, δυο ντομάτες, ένα μπουκάλι γάλα, αλεύρι, αυγά, τριμμένο τυρί, κρεμμύδι, βούτυρο, λευκό κρασί, μυρωδικά. Σε τσάντα οικολογική. Θα ερχόταν να με πάρει, λέει, να ποτίσουμε τα λουλούδια σπίτι του (μόνο! και το εννοεί!) και γω του πρότεινα να του μαγειρέψω παπουτσάκια που του αρέσουν (εννοούσα ΚΑΙ αυτό!). Οι γονείς του έλειπαν, οπότε θα μου ’δειχνε και το σπίτι του- μιας και δεν το ’χα δει -και ναι, ναι και το δωμάτιό του.

Ντουζάκι, ξυρισματάκι, κρέμα, βάψιμο ελαφρύ κι ένα σέξι τακούνι. Δυο φςςςςττ κολόνια και «μωρό μου έρχομαι».

Μπαίνω στο αμάξι του (αχ κούκλος ήταν), ξεκινάμε (πώς μ’ αρέσει που μου χαϊδεύει το πόδι όταν με κάνει τσάρκες). Μπλα μπλα, ζέστη, κίνηση και τα τοιαύτα.

Όμορφο το σπίτι, έπαιξα λίγο με το πουλί της οικογένειας (τον φλόλεκ(;) το καναρίνι) ανοιγόκλεινα το λάστιχο για να το πηγαίνει από γλάστρα σε γλάστρα(το πότισμα που λέγαμε) και βάλαμε τα ψώνια στο ψυγείο για να ανέβουμε στο πάνω δωμάτιο (αγκχμμ...).

Κι εκεί που χάζευα τις ζωγραφιές στους τοίχους, κι εκεί που είδα ένα τέλειο καντηλέρι σαν από βράχο παρμένο και ήθελα να μάθω την ιστορία του κι εκεί που άρχισε να μου λέει διάφορα κι ήταν κοντά- κοντά- κοντά μου... εκεί...ακούστηκε ένας θόρυβος από κάτω κι ένα σκλφκξρρρ...κι άνοιξε η... κλειδαριάααα!

Και μου ’κανε νεύμα να μη βγάλω άχνα και να μείνω ακούνητη, ακλόνητη, αμίλητη. Και μπουρδουκλώθηκε να κατέβει τις σκάλες και «γεια σας», και «σας περίμενα αύριο καλέ», και «πώς κι έτσιιι;». Μα οι ερωτήσεις της άλλης πλευράς γράφουν ιστορία: «Καλά, ΕΣΥ κι αγόρασες μελιτζάνες;», «ΚΑΙ ντομάτες;» και «ΤΟΥΤΟ τι είναι πάλι;» (το ανοιχτήρι μου που παριστάνει ένα πέος καλότατου μεγέθους που το ’χα ρίξει στη σακούλα για να κοπανήσω το κρεμμύδι-ε, και για να σπάσει ο πάγος-είμαι πλακατζού, τι να κάνουμε;). Αχ και τον άκουγα ψύχραιμο ψύχραιμο: «πείνασα καλέ» (γουστάρω που δε μασάει) και «ε, ναι! ΑΥΤΟ το βρήκα σε τιμή ευκαιρίας, δεν είναι γαμάτο;) κι αναρωτιόμουν ποια θα είναι η επόμενη σκηνή κι είχα ένα χαμόγελο στα χείλη (πού τη βρίσκω την αναισθησία τέτοιες ώρες;).

Συνήθως έδιωχνα τους γκόμενους απ’ την έξοδο κινδύνου ή στην καλύτερη περίπτωση, τους σύστηνα κανονικά. Το να φύγω με τα παπούτσια στο χέρι και στις μύτες των ποδιών (γαμώ τις ξύλινες σκάλες), δεν μου ’χε ματατύχει. Ο «γάτος» ο μπαμπάς του μύρισε τ’ άρωμά μου και είχε βγει βεράντα. Συνωμοσία πατέρα-γιου (αχ το καλύτερό μου ήταν αυτό, χωρίς πλάκα!) για να μη καταλάβει τίποτα η μαμά και της έρθει κόλπος, μπήκαμε στ’ αμάξι και όπου φύγει φύγει για να με γυρίσει σπίτι μου.

Αμηχανία, χαμόγελα, δαγκώματα στα χείλη, συγνώμες (έλα βρε μωρό μου, είχε γούστο!) και αφηγήσεις από παρόμοιες καταστάσεις που είχαν συμβεί και στους δυο μας. Στο επόμενο φανάρι τον φίλησα και του χάιδεψα τα μαλλιά. Ειλικρινά, δεν ήθελα να τον αφήσω να γυρίσει πίσω. Μα έπρεπε να πάει για... τα μπαλώματα.

Μου έστειλε μήνυμα «όλα καλά! Τους είπα για σένα!» (καλό είναι αυτό;).

Είμαι μ’ ένα χαμόγελο κι ακούω μουσική. ΄Εχω έναν λυγμό γιατί τον ήθελα εδώ (μου είπε πως μπορεί να έρθει, μμμμ....). Μα είναι μερικές στιγμές σ’ αυτή τη ζωή που θες να στροβιλίζεσαι μέσα τους (ειδικά αν υπάρχει καλή κατάληξη), να τις θυμάσαι, να τις αναπαράγεις, να τις ξανασυζητάς, να τις ζεις...

Κι αν είναι να ξαναζούσα κάτι τέτοιο, μόνο μαζί του θα ’θελα...





Πέμπτη, 21 Αυγούστου 2008

Ότι δε λύεται...



΄Ηταν στην ξύλινη εξέδρα από πριν χαράξει. Επέβλεπε τον λατρεμένο χώρο της δουλειάς του και φρόντιζε ώστε να είναι όλα άψογα. Να μην λείπει τίποτα ούτε αυτή τη φορά από την παράσταση στην οποία θα ήταν ξανά ο πρωταγωνιστής. Ψηλός, αγέρωχος, σταθερός στις κινήσεις, δυνατός, απότομος, σίγουρος.

Η κουκούλα του ήδη φορεμένη στο πρόσωπο. Μαύρη, με δυο τρύπες στη θέση των ματιών, ίσα που να του επιτρέπει να έχει καλή οπτική των πραγμάτων. ΄Οσο για την έκφρασή του, αυτή δεν αφορούσε κανέναν. ΄Ηταν κάτι το ολόδικό του το πώς ένιωθε κάθε φορά που κατέβαζε τη λαιμητόμο στους λαιμούς των καταδικασμένων.
«Θα πάρεις κι εμένα το ξημέρωμα».
Η φωνή μου απαλή,βγήκε απ’ τα χείλη μου, εκφράζοντας την επιθυμία μου με τρόπο που δεν σήκωνε αντίρρηση.

Είδα τα μάτια του να καρφώνονται στα δικά μου. Δεν γύρισα το βλέμμα, μα τον κοίταξα σταθερά. ΄Ηξερα πως δεν θα συμφωνούσε. Τον παρακολουθούσα καιρό και είχα μάθει πως δούλευε με σύστημα. Χωρίς παρεκκλίσεις.
«Δεν έχει σημασία που δεν είμαι στη λίστα σου. Θα πάρεις κι εμένα το ξημέρωμα», επανέλαβα. Αυτή τη φορά η φωνή μου πιο έντονη, πιο αποφασιστική.

Σήκωσα το μακρύ μου φουστάνι και ανέβηκα τις σκάλες. Τον πλησίασα. Τίναξα πίσω τα μαλλιά μου και του έδειξα το λαιμό μου.
«Ξέρω πως μόνο εσύ θα το κάνεις σωστά. Αυτός ο κόμπος....»
Εκεί σταμάτησα. Μου ανέβηκε ένας λυγμός. Δεν έπρεπε να δει τον δισταγμό μου, όμως είμαι σίγουρη πως τον κατάλαβε. Μα ίσως αυτό, να τον ερέθισε περισσότερο. Παρόλα αυτά, συνέχισε τη δουλειά του. ΄Επιασε να γυαλίζει την κοφτερή λεπίδα με ιδιαίτερη προσοχή. Αργά, επιμένοντας στην κάθε της λεπτομέρεια. Στην κάθε της λειασμένη επιφάνεια.
«Δεν ήρθα για παρακάλια. Πρέπει να φύγει αυτός ο κόμπος, τ’ ακούς; Μόνο εσύ μπορείς να με βοηθήσεις. Μόνο εσένα μπορώ να εμπιστευθώ. Μόνο εσύ μου μένεις που πλέον θέλω να αφεθώ», συνέχισα, προχωρώντας ακόμα πιο κοντά του.

Με εκνεύριζε που έμοιαζε να μην με προσέχει. Που εξακολουθούσε να κάνει τις προγραμματισμένες του κινήσεις χωρίς να δείχνει την παραμικρή διάθεση να με λυτρώσει. Να με ελευθερώσει. Να...με βοηθήσει.


«ΘΑ ΠΑΡΕΙΣ ΚΑΙ ΜΕΝΑ ΤΟ ΞΗΜΕΡΩΜΑ!». Αυτή τη φορά το φώναξα.

Κι επιτέλους, τον είδα να έρχεται κοντά μου. ΄Ενιωσα την καυτή του ανάσα στο πρόσωπό μου. Τα μάτια του κάρβουνα πάνω στα δικά μου. Το σώμα του άκαμπτο. Είμαι σίγουρη πως τα χείλη του ήταν σφιχτά. Χωρίς έκφραση. Σήκωσε το στιβαρό του χέρι και μου ακούμπησε το λαιμό. Τον εξέτασε. Τον χάιδεψε. ΄Εσκυψε και μου...τον φίλησε.

Δε μετακινήθηκα απ’ τη θέση μου. ΄Ημουν τόσο αποφασισμένη. Σίγουρη πως η μόνη λύση για την απαλλαγή μου ήταν στα δικά του χέρια. Σ’ αυτά τα δυνατά χέρια και σ’ αυτό το φλογερό βλέμμα που παρατηρούσα τόσο καιρό ως θεατής. Αυτή τη φορά, ήθελα όσο τίποτ’ άλλο να είμαι μέρος του έργου του.

«Και θα μου ρουφήξεις την τελευταία μου πνοή την ώρα που θα βγαίνει», του είπα, για να τον δελεάσω ακόμη περισσότερο.

Το ήξερα πως αυτό θα τον ταρακουνήσει. Θα τον έκανε να του κοπεί η αναπνοή για μερικά δευτερόλεπτα. Θα τον έκανε να το σκεφθεί λίγο πιο σοβαρά. Γιατί μέχρι τώρα, κανείς δεν είχε ενδιαφερθεί για μια έξτρα πληρωμή του. Κανείς δεν του είχε δώσει έναν παραπάνω λόγο για να κάνει την παράσταση ακόμη πιο ζωντανή την ώρα που σκορπούσε το θάνατο.

Κι έκανε την κίνηση που λαχταρούσα. Την κίνηση που περίμενα με τόση προσμονή. Την κίνηση που επιτέλους θα με έκανε να έρθω ακόμη ένα βήμα κοντύτερα στο πιο δυνατό μου θέλω.

΄Εβγαλε σιγά σιγά την κουκούλα που φορούσε. Την σήκωσε ψηλά και με αργές κινήσεις άρχισε να με καλύπτει. Κι ήταν η πρώτη φορά που είδα το πρόσωπό του. Κι ήμουν η πρώτη που διάλεξε για να μου αποκαλυφθεί. Κι ήταν, όπως το περίμενα, το πιο όμορφο πρόσωπο που είχα δει ποτέ. ΄Εστω και χωρίς χαμόγελο. ΄Εστω και χωρίς έκφραση. Μα με μια λάμψη στα μάτια που μ’ έκανε να ταξιδέψω για τελευταία φορά. Να ταξιδέψω στον κόσμο που συνήθιζα να ταξιδεύω. Στον κόσμο με τα βλέμματα. Στον κόσμο τον χωρίς λόγια. Κι αυτός, ήξερε πολύ καλά πως δεν χρειαζόταν να βγάλει ούτε μια άχνα.

Του είχα προσφέρει την τελευταία μου πνοή. Ολόκληρη. Δική του. Απευθείας μέσα απ’ τα χείλη μου. Θα μου πρόσφερε το λύσιμο του κόμπου μου με τον καλύτερο τρόπο. Με μια υπέροχη σιωπή, που κάθε σωστός επαγγελματίας ξέρει πως πρέπει να έχει, πριν πέσει η αυλαία.

Με οδήγησε σ’ εκείνο το μέρος της εξέδρας που η διάμετρός του φιλοξενούσε πάντα το σκηνοθετικό σημείο για την τελευταία υπόκλιση. Γονάτισα κι είχα τα μάτια ανοιχτά. Πριν σκύψω το κεφάλι, πρόλαβα και είδα μια λάμψη στην άκρη της λεπίδας απ’ τον ήλιο που εκείνη την ώρα είχε αρχίσει να ξεπροβάλει. Κι ένα πετάρισμα από κάποιον αετό που εξακολουθούσε να απλώνει δυο φτερά εκεί που πίστευε πως ανήκει.

Σε λίγο ο κόμπος δεν θα μ’ ενοχλούσε πια. Και θα έφευγαν κι όλα αυτά τα λόγια μέσα απ’ το κεφάλι μου, που μου τον είχαν δημιουργήσει και που εκείνη τη στιγμή – σαν να το έκαναν επίτηδες – είχαν αρχίσει να βουίζουν με όλη τους τη δύναμη ξανά και
ξανά: «σε θέλω», «μωρό μου», «σε χρειάζομαι», «αγκάλιασέ με», «είμαι δικός σου», «μάτια μου», «με γοητεύεις», «για πάντα», «με κερδίζεις», «θα έρθω», «μαζί», «σ’ αγαπώ», «σ’ αγαπώ», «σ’ αγαπώ»...
«ΤΩΡΑ!», ούρλιαξα κι έσφιξα τα δόντια δυνατά.

Καμιά εικόνα δεν πέρασε από μπροστά μου.

Μόνο ένας κρύος αέρας κατέβηκε απότομα παγώνοντας το λαιμό μου πριν σταματήσει ο κόσμος να γυρίζει...





Κυριακή, 17 Αυγούστου 2008

Με "υ"



Την παρατηρούσα για ώρα. Φορούσε τζιν κοντή φούστα κι ένα μπουστάκι μαύρο. ΄Ισα που κάλυπτε το στήθος της που φαινόταν προκλητικό, χωρίς σουτιέν, με τις ρόγες μεγάλες και στητές. Πέδιλα δεμένα με κορδέλες χιαστί μέχρι τους αστραγάλους και μαλλιά λυτά στους ώμους. Λίγο κραγιόν διάφανο στα χείλη κι εκείνον τον συνδυασμό πονηράδας και αθωότητας στο βλέμμα που αναστατώνει.

Λικνιζόταν στους ρυθμούς ενός μάμπο και ήξερε πως ορισμένα βλέμματα ήταν στραμμένα πάνω της. Φαινόταν να το διασκεδάζει, μα ήταν σαν να είχε χτίσει ένα προστατευτικό πλέγμα με την ένδειξη «ως εδώ», ορίζοντας μια νοητή διαχωριστική γραμμή γύρω της.

΄Εσκυψα κι έπιασα το μαντίλι που φορούσα στη μέση. Είχε λυθεί κι ήταν πεσμένο στο πάτωμα. Είδα το βλέμμα της πάνω μου. Δεν ήταν φευγαλέο. Δεν ήταν περίεργο. Δεν ήταν διάφανο. Είχε νόημα. Είχε χαμόγελο. Είχε πρόσκληση. Και πρόκληση.

Προχώρησα, και με τους δικούς της ρυθμούς την πλησίασα. ΄Εγλυψε τα χείλη της και τίναξε πίσω τα μαλλιά. ΄Εκανε μια στροφή γύρω μου κι ένιωσα την ανάσα της να με τυλίγει. «Την πουτανίτσα», σκέφτηκα κι έπαιξα το παιχνίδι της. Πέρασα το μαντίλι μου στον λαιμό της και την έφερα πάνω μου. Τα σώματά μας σε κίνηση κυκλική, με κοινή φορά και τα βλέμματά μας ενωμένα. Χάιδεψα το μαντίλι κι έπαιζα με τις άκρες και τις μέσες του. Και μετά, ακουμπούσα τα σημεία του σώματός της μ’ αυτό. Πίσω απ’ την πλάτη, πάνω στο στήθος, σφιχτά γύρω απ’ τους γοφούς.

Μισάνοιξα τα χείλη μου και κούνησα τους ώμους. Και οι λάμψεις απ’ τα γύρω φώτα έγιναν πιο αχνές. Κι η μουσική γινόταν πιο απόμακρη. Κι οι φωνές έμοιαζαν να έρχονται από κάπου μακριά. Κι ο χρόνος φάνταζε να κοντεύει να μείνει μετέωρος.

΄Εβαλα το χέρι μου πάνω της και της χάιδεψα τους μηρούς. Ακούμπησε τον λαιμό μου με την ανάστροφη της παλάμης της. Και μερικές στάλες ιδρώτα κύλησαν ανάμεσα απ’ το χώρισμα του στήθους της, που χάθηκαν στα βαθιά ή εξατμίστηκαν απ’ την κάψα της. Και μια υγρασία ανάμεσα απ’ τα πόδια μου, να αποδίδει στην καύλα εκείνο το «υ» που την κάνει να ακούγεται πιο ολοκληρωμένη.

Κι όταν οι νότες σταμάτησαν, κι όταν κατέβασα την μπλούζα μου, που δεν θυμάμαι πότε είχε σηκωθεί, κι όταν εκείνη μου έκλεισε το μάτι φεύγοντας νωχελικά, γύρισα εκεί που ήμουν πριν. Και κάθισα σταυροπόδι πάνω στο τραπέζι. Μ’ ένα βλέμμα στο αλλού και μια διάθεση φευγάτη. Με το μαντίλι δεμένο στον καρπό να ανεμίζει με τις κινήσεις μου.

Και κοίταζα αυτόν που είχε έρθει μαζί μου εκείνο το βράδυ, να χάνεται στο σκοτάδι...

Εκείνος το έγραφε με «β»



Τετάρτη, 13 Αυγούστου 2008

So s(h)ame...




Κι έβαλα ένα μαντίλι πάνω στη λάμπα. Κόκκινο. Για να φαντάζουν όλα θελκτικά. Ζεστά. Για να ’χουν το κάλεσμα. Για να παίρνουν χροιά πλάνης. Γεύση από μυστήριο. Κι έφτιαξα και μια ζωγραφιά και την έβαλα στο μικρό σαλόνι. ΄Εδειχνε ένα άλογο λευκό να καλπάζει δίπλα από μια ρεματιά. Και ν’ ανεμίζει η χαίτη του. Μετά, έστρωσα ένα τραπεζομάντιλο που του είχα κεντήσει τα τελειώματα με δαντέλα. Πάνω του έβαλα λίγο ψωμί και δυο ποτήρια. Κι ένιωσα και μια μυρωδιά να βγαίνει απ’ το φουρνάκι. Το φαγητό που θα του άρεσε, σκέφτηκα, έτσι θα μυρίζει.

΄Υστερα, έφτιαξα νότες και τις κρέμασα απ’ το ταβάνι. Με κάθε πνοή του αέρα, εκείνες θα έπαιζαν τη δική τους μουσική. Διαφορετική κάθε φορά. Γιατί ο άνεμος είναι μαέστρος περίεργος. Αλλάζει τον σκοπό, όποτε εκείνος θέλει. Μετά, μισάνοιξα τις κουρτίνες. Τους έβαλα και ένα κοχύλι σε κάθε πλευρά για να φαντάζει όμορφο το σχέδιο που έκαναν με το παραθύρι. Από κει, θα φαινόταν η θάλασσα. Και το ηλιοβασίλεμα. Και η ανατολή. Αχ...και το φεγγάρι που εκείνη τη βραδιά θα ’ταν ολόκληρο. Και πορτοκαλί. Και οι ανταύγειες του θα έπεφταν στο νερό και θα ’δειχναν δρόμους της ψυχής. Και θα τους βλέπαμε μαζί.

Τέλος, βούτηξα γυμνή στην αλμύρα. ΄Ηθελα να ’χω πάνω μου άρωμα από Καλοκαίρι. Κι άφησα αχτένιστα τα μαλλιά μου. Γιατί μου ’χαν πει πως μου πάνε έτσι. Και ήθελα να με έβλεπε κι εκείνος ανεπιτήδευτη. Απέριττη. Αγνή, αν γινόταν. Και κάθισα να περιμένω. Κι όταν είδα τη φιγούρα του από μακριά, σάλεψα. Σηκώθηκα κι οι παλμοί της καρδιάς μου κόντεψαν να μου πνίξουν το λαιμό. Τέτοια αγωνία είχα για τη συνέχεια.

Κι άκουσα τον χτύπο στην μικρή την πόρτα με το πόμολο που το ’χα γυαλίσει με την ανάσα μου. Κι έτριξε το πάτωμα την ώρα που πήγαινα να ανοίξω. Κι από μακριά ακούστηκε μια βοή. Κι ένας αέρας άρχισε να ’ρχεται και να ανεμίζει τις κουρτίνες μου. Κι όσο προχωρούσα, τόσο πιο δυνατός γινόταν. Κι όσο πλησίαζα, τόσο τον ένιωθα να φέρνει κάτι το απροσδιόριστο που μου πάγωνε τα βήματα. Μα επίμονα, προχωρούσα.

Και την ώρα που άνοιγα την πόρτα, το μόνο που πρόλαβα να δω ήταν ένα τρομαγμένο βλέμμα να κοιτά κατά πίσω. Κι ένα κύμα να γίνεται βουνό και να ’ρχεται θυμωμένο και επιβλητικό. Ορμητικό και απότομο. Δυνατό και άγριο. Να κάνει αυτό για το οποίο είναι προορισμένο. Να χυθεί...να ξεσπάσει...και να γκρεμίσει ακόμη ένα παλατάκι που έχτισα στην άμμο...


Σάββατο, 9 Αυγούστου 2008

Στα πόδια μου...





Μ’ έχουν πει θάλασσα. ΄Ηρεμη κι ανταριασμένη. Με λάμψεις κι αποχρώσεις. Με βάθη απάτητα. Με κύματα που πνίγουν και ρουφήχτρες που στροβιλίζουν. Γαλάζια και μαύρη. Διάφανη και προκλητική. Σκούρα και απρόσιτη. Μυστήρια και σαγηνευτική. Στάσιμη ποτέ. Όσοι βουτούν ξέρουν από πριν το πώς. Χωρίς ανάσα. Γι’ αυτό, σπάνια να βγει αλώβητος κανείς. Μα πού οι τολμηροί;

΄Ετσι έλεγα!

Και βρήκα έναν ίδιον. Με ρηχά και βαθιά. Με χρώματα και σκιές. Με ορμή. Με ρεύμα. Με αέρα. Με ίσιωμα και στροφές. Με βοή. Με ρυθμό. Με άκουσμα και ψιθύρους.

Κι έμεινα πάνω του για ώρα. ΄Ορθια. Στητή. Με τα πόδια ανοιχτά. Με κομμένη την ανάσα. Να τον κοιτώ κι αυτός να μην διστάζει να με παίρνει. Με το έτσι θέλω. Δίνοντάς μου τις στάλες του. Τα στοιχεία του. Τους χυμούς του. Υγραίνοντας όλη μου την ύπαρξη. Κάνοντας τους παλμούς μου δυνατότερους λεπτό με το λεπτό. Να ανακατεύει τη φύση μου και να με μεταμορφώνει. Να του δείχνω αυτό που είμαι κι αυτό που δεν ξέρω ότι έχω. Να κοιτά τ’ απόκρυφά μου και να τα οργώνει. Να τα γεύεται. Να μου τα δροσίζει. Παντού. Βαθιά. Μέσα Και πάλι έξω.

Να σκύβω και να τον πίνω. Χωρίς χέρια. Και να τον ακούω ν’ αναστενάζει. Να χύνεται και να μη σταματά. Κι εγώ να προσπαθώ να κρατηθώ σ’ ένα πάρσιμο με διάρκεια.

Κι έμεινα όσο χρειάστηκε για να μου μείνει αξέχαστος. Όσο έπρεπε για να μου θυμίσει τα θέλω μου. ΄Οσο μπόρεσα για να ’χω τη δύναμη να φύγω. ΄Οσο, για να επιβεβαιώσω ξανά πως τα ίδια δεν μένουν για πολύ μαζί. Είναι φτιαγμένα για να ανοίγουν δρόμους μοναχικούς. Με διαβάτες περαστικούς. Με αρώματα που όσο και να ανακατευτούν μεταξύ τους, αποκτούν και πάλι τη μοναδικότητά τους. Γιατί έχουν το χάρισμα της ροής.

Θα τον δω αν τον θελήσω ξανά. ΄Η αν ακούσω το κάλεσμά του. Την προτροπή του. ΄Η την επιθυμία του. ΄Η την ανάγκη τη δική μου να ανανεώσω την ύπαρξή μου.

Το μόνο που ήξερα ήταν το όνομά του. Κι αυτό που μου έμεινε είναι η επιβλητικότητά του. Η κυριαρχία του. Και η υποταγή του. Μα πιο πολύ, ο τρόπος του. Το πώς ανακατευόταν και μουρμούριζε ανάμεσά μου.

Είναι ορισμένοι που ξέρουν να σε κάνουν να τους συλλογιέσαι και ν’ ανατριχιάζεις...

Αν χρειαζόταν να βάλω λεζάντα στη στιγμή, μία θα ήταν: Ο Νέστος στα πόδια μου...