Κυριακή, 30 Νοεμβρίου 2008

Μούσκεμα...



Κάτω απ' το φως του φεγγαριού...






... αν θες μαζί μου να 'σαι...





...άσε τον ήλιο για αλλού...






...τα όριά σου φτάσε...





...μα αν δεν αντέχεις τη βροχή...




...άσε με να φύγω...





...στο άγνωστο...με τη δική μου μουσική...



...και μούσκεμα να γίνω...







.

Σάββατο, 29 Νοεμβρίου 2008

΄Ελα...






...έλα μάτια μου...


...σήμερα που βρέχει...


...σήμερα που υπάρχω...


...απόψε που θέλω...


...απόψε που νιώθεις...


...τώρα που είμαι...


...τώρα που κλαις...


...έλα...


...κι άσε το αύριο γι’ αύριο...


.

Τετάρτη, 26 Νοεμβρίου 2008

Παρα-φρονώ!





Προχώραγε στη χώρα του τίποτα κι έπεσε ένα γαμίδι στο κεφάλι της. Από κάποιο παραθύρι ξέφυγε και της ήρθε στο δόξα πατρί. Έτσι είναι με τα γαμίδια. Εκσφενδονίζονται κι όποιον πάρει ο χάρος. Άραγε σαν παίρνει ο χάρος το κάνει καλά ή είναι κι αυτό ξενέρωτο όπως με τον Αντώνη; (άσχετο). Φόραγε τα μίνια με την κάλτσα τη σιλικονάτη μέχρι το μπούτι και το πουκάμισο ξεκούμπωτο ίσαμε κάτω. Έτσι γουστάρει να περπατάει. Να γλύφει ο αέρας τα σωθικά. Κι όταν ο καιρός το ξεπαγιάζει το πράμα, ακόμη καλύτερα. Όλο και κάποιος πρόθυμος θα βρεθεί να τη ζεστάνει.



Μα στη χώρα του τίποτα, κι αυτό σπάνιο είναι. Μόνο γαμίδια υπάρχουν. Ξεπεταμένα, πούστικα, λερωμένα, αχρεία γαμίδια του κερατά. Που νομίζουν πως επειδή τα ξεστόμισε κάποιος πήραν κεφάλι. Χα! Σιγά το ουσιαστικό που θέλει και πρόθεση (ρε συ, τι να κάνει ο Βασιλάκης; Να ’μαθε πού του ’παν τα τέσσερα;).



Ο ήλιος χασκογέλαγε και της έσπαγε τα τσατάλια. Της αρέσει η βροχή και το λέει. Κάποιος μαλακοκαυλάκος της είπε τις προάλλες πως το λεν πολλοί αυτό γιατί είναι μόδα. Ρε άντε πάγαινε να κουρέψεις κάνα πρόβατο που θα μου πεις εμένα τι μ’ αρέσει και γιατί. Κι αν κάποιος δεν μπορεί να υποστηρίξει αυτό που γουστάρει, θα φανεί στη συνέχεια. Μα εδώ στη χώρα του χάμου η υπο-στήριξη έχει πάει περίπατο. Θέλει χαπάκι ανόρθωσης. Και ποιος έχει κάτι για να του ανορθωθεί εδώ που τα λέμε; Όλοι στο ψαχτήρι το ’χουν ρίξει. Κρίμα την υπόθεση που θέλει να δώσει και ρεπό στις ψιχάλες.



Η κατατραπακιά με το γαμίδι την συνέφερε κάπως. Έπιασε τον πόντο που πήγε να της φύγει και τον έδεσε γύρω απ’ τον λαιμό. Ύστερα βρήκε ένα δέντρο που αντί για κλαριά είχε οχιές σφυρίζουσες. Την κέρασαν δηλητήριο και το ’πιε μονοκοπανιά. Χασκογέλασε σαν αλήτρω και κάθισε ανακούρκουδα στη ρίζα. Ο ήλιος έδυε κι εκείνη ατένιζε τους πέρα κάμπους.



Σαν άρχισε να ποτίζει με το καυτό της ρυάκι τα ξερόχορτα, μια αστραπή φάνηκε απέναντι στην χώρα του φεύγα. Σιγά μη πήγαινε από κει. Το κουνημένο της μυαλό της υπαγόρευε πως αν σερνόταν με την όπισθεν θα χτύπαγε την τελευταία της λατρεμένη ηδονή στ’ αχαμνά. Και ο ήχος που θα έβγαζε αυτός ο καριόλης θα ’ταν βάλσαμο στην λογική της. Από καιρό ήθελε να θεραπεύσει το «πρέπει». Καιρός να παραφρονήσει απενοχοποιημένη. Για να το χαρεί περισσότερο.



Ξεκίνησε με βλέμμα υστερικό. Στον δρόμο θα έγδερνε τον χρόνο απ’ την ανάποδη. Γουστάρει να πηγαίνει κόντρα στην ζωγραφιά που την έχουν κλεισμένη. Να δεις που θα βρει και τρόπο να σπάσει την κορνίζα. Έτσι γίνεται με τις αλόγιστες λόγιες του λόγου. Γαμούν τα σύννεφα να χύσουν μέλι. Κι αυτή ότι είχε αρχίσει να επαναπροσδιορίζεται...



.

Κυριακή, 23 Νοεμβρίου 2008

Α-θάνατο


Πονάω...



Ακόμα;



Είναι το σημείο τέτοιο που...



Να πας να το κοιτάξεις...



Άσε με...



Μη τ’ αφήνεις αυτά...



Γιατί; Επειδή μπορεί να εξελιχθούν;



Ναι...κι ίσως είναι πιο δύσκολο μετά να...



Τι να; Να γιατρευτώ;



.......



Πουθενά δεν θα πάω...



Είσαι χαζή. Μ’ αρέσει που το θες και για έξυπνη και...



Σκάσε!



.......



Την ξέρω τη διάγνωση...



Και;



Δεν περνάει το σύνδρομο Ανυπόστατης Εμμονής σε Καταδικασμένα Τίποτα...



.......



.......



Πονάει;



Πονάει...



.



Τετάρτη, 19 Νοεμβρίου 2008

Στη χώρα της σκιάς


Μια φορά ήταν μια χώρα, στην οποία έπεφταν αρρώστιες η μια μετά την άλλη. Ο χάρος είχε πολύ δουλειά να κάνει. Τόση πολύ, που δεν προλάβαινε ποιον να πρωτοπάρει. Οι αρρώστιες, χτύπαγαν τους νέους σε ηλικία. Κι όχι αυτούς που ήταν η σειρά τους να πεθάνουν. Κι έτσι, εκείνη η χώρα δεν είχε πια ζωή...



Στη χώρα αυτή, ζούσε ένα παλικάρι. Ήταν το μόνο που δεν το είχαν πειράξει οι αρρώστιες. Ποιος ξέρει γιατί. Μα, είχε μείνει μόνο του γιατί είχε χάσει όλη του την οικογένεια. ΄Ετσι, μιας και ένιωθε τόσο δυστυχισμένο, αποφάσισε από μόνο του να πεθάνει. Και ξάπλωσε μια μέρα σ’ ένα ντιβάνι και είπε: «Τώρα θα πεθάνω!». Και πέθανε...



Το παλικάρι, μετά το θάνατό του, πήγε στη χώρα της σκιάς. Περιπλανήθηκε για πολύ κι έψαχνε τους δικούς του. ΄Ομως, δεν έβρισκε κανέναν. Εκεί που περπάταγε, τον βρήκε ο χάρος που αμέσως είδε πως κάτι δεν πήγαινε καλά μ’ αυτόν. «Δεν ανήκεις εδώ», του είπε, «δεν ήρθε ακόμη η ώρα σου να πεθάνεις. Κι εδώ κάτω, στη χώρα της σκιάς, έρχονται μόνο όσοι φέρνω εγώ. Γι’ αυτό, σήκω και φύγε»...



Μα το παλικάρι, δεν ήθελε να φύγει. Είπε του χάρου πως δεν θέλει να γυρίσει πίσω γιατί δεν είχε κανέναν. Και δεν την άντεχε άλλο τη ζωή. Ο χάρος όμως επέμενε και του είπε πως είναι αδύνατον να τον αφήσει να μείνει εκεί. Κι άλλο μην επιμένει. Θα γύρναγε πίσω ούτως ή άλλως. Μα επειδή τον λυπήθηκε κιόλας, του είπε να διαλέξει από τη χώρα της σκιάς κάτι και να το πάρει μαζί του ώστε να μην αισθάνεται μόνο του...



Και το παλικάρι, μη μπορώντας να κάνει αλλιώς, έκανε ότι του είπε ο χάρος. ΄Εψαξε, έψαξε και βρήκε τι να πάρει. Σε ένα σκοτεινό μέρος μιας μεγάλης σπηλιάς, είδε μια στοίβα με ιστορίες, παραμύθια και μύθους πολλούς. Πάντα του άρεσαν του παλικαριού τα σκευάσματα της φαντασίας. Και πάντα εύρισκε σ’ αυτά κάτι από τον εαυτό του. Του άρεσε να χάνεται σε κόσμους μαγικούς. Κι έτσι,τα φορτώθηκε στην πλάτη κι έκανε να φύγει...



΄Ομως, απ’ τη χώρα της σκιάς αλώβητος δεν γυρνάει κανείς. Ο χάρος, έπρεπε να πάρει και κάτι απ’ αυτόν μέχρι την φορά που οριστικά θα τον έφερνε εκεί κάτω...



Και το παλικάρι γύρισε πίσω στη χώρα του. Γύρισε αφήνοντας στον χάρο τα δυο του μάτια. Στη θέση τους υπήρχαν πια δυο μαύρες τρύπες...



...είχε όμως τις ιστορίες που από κει και πέρα τον οδηγούσαν...



.

Παιχνίδια με τις (λ)έξεις




Όνειρο. Ξύπνησε και φόρεσε μπουρνούζι λευκό. Τεντώθηκε και τίναξε τα μαλλιά του με μια κίνηση. Έβ(γ)αλε έναν ψίθυρο πίσω, εκεί που ανήκε. Σε κάτι χείλη ζωντανά που ακόμη δεν είχαν ξυπνήσει. Πήγε στην κουζίνα. Φόρεσε τη μάσκα των εν-νέα με πέντε. Ήπιε καφέ και (ξε)κλείδωσε. Βγήκε...



Σιωπή. Γονάτισε κάτω απ’ το κρεβ-άτι. Κάτω απ’ το τραπέζι. Ακόμη και κάτω απ’ τον καναπέ. Τι(ποτα)! Πού είχαν πάει τα φωνήεντα; Το ήξερε πως το «α» θα είχε παρα-σύρει και τα υπόλοιπα. Είχε δυνατή φωνή αυτό το «α». Ήξερε να επι-βάλλεται. Σηκώθηκε. Είχε λερώσει τα γόνατά της και έκανε μια γκριμάτσα ροζ. Να πάρει η ευχή. Θα συμ-βιβα-στεί πάλι με συμ-φων(ι)α που δεν θέλει...



Συνάντηση. Στο ασανσέρ του κτιρίου που τους έθρεφε με ξεπε(ρα)σμένες συγ-κινήσεις. Της έκλεισε το μάτι πονηρά και του ’κανε χαμόγελο. Πάτησαν το Νο 5 και οι δυο. Τα δάχτυλά τους άγγιξαν λίγο ουρανό κι ένα άστ(ρ)ο αποφάσισε εκείνο το βράδυ να γίνει περισ(σσσ)σότερο μωβ απ’ ότι βαφ-όταν συνήθως...



Ρ(αντε)βού. Στις δέκα για συνηθισμένες απολαύσεις περι-λαμβάνουσες μουσική και φαγητό. Απαραίτητες όμως για μια αρχική καθώς πρέπει γνωριμία δυο ταιριαχτών φαινομενικά χαρακτήρων που ίσως (απο)δεικνύονταν στη συνέχεια ένα φιάσκο και μισό. Μα χωρίς ρίσκο πώς θα δια-πιστωθεί αν το όνειρο ζει στη σιωπή;



Εμ-πνέω. Χωράφι του νου η φαντασία του και το ήξερε. Πέρ-ασε στο λαιμό το κόκκινο μεταξωτό μαντίλι κι αντί να το δέσει κόμπο, το έσκισε σε δυο μεριές. Ύστερα έκλεισε το μάτι στον καθρέφτη. Η (αντι)θεση του σχετικά με τα πράγματα ήταν να τα βλέπει πάντα ανα-σκευάζοντας τρόπους ασύμ-βατους με το συν-εθισμένο. Την είδε μα την είχε φανταστεί αν-επιτήδευτη. Η πρώτη εν-τύπωση ήταν ξεν-ερωτική...



Απ(απ)αστρα-πτουσα. Ήρθε στην ώρα της φερμένη από όραμα, οπ-τασία ενός σκοτεινού ρυθμού μέσα από του κατα(ρ)ρα-κτη τη ροή. Ξέ-πλυνε όλο το βράδυ μνήμες λικνίζοντας το γυμνό της κορμί κάτω από τις στάλες της (πε)περασμένης της ζωής ρέοντας πορτοκαλί από-ηχους. Μέχρι το τέλος της νύχτας είχε μετα-μορφωθεί σε μια καινούργια ανυπα(ρ)ξία που απο-ζητούσε ακόμη κάποια ατίθασα χαμένα φωνήεντα...



Χώρισαν πριν καν ξανα-βρεθούν, κάτω από τις στάλες μιας υγρής ομίχλης που άπλωνε την παρ-ουσία της στο πλακόστρωτο. (Χαμο)γέλασαν διαπιστώνοντας πως είχαν φτιάξει μια εξ-αίρεση που τους έδωσε έναυσμα να συνεχίσουν την πορ(ν)εία τους ακροβατώντας σε τρι(γ)μμένα γεφύρια αναζητώντας πολέμιους χαμένων σιωπηλών ονείρων για να απο-δείξουν πως οι κανόνες επι-βεβαιώνονται κάπου γύρω στο (ε)ξημέρωμα...



...κι ήταν ακόμη μεσα-νυχτα...


.


Κυριακή, 16 Νοεμβρίου 2008

ΕΛΑ ΣΤΗ ΘΕ(Ι)Α





Είχε πάντα μια προτίμηση στους μικρότερους. Ε, πώς να το κάνουμε. Αφού τη γούσταραν και κείνοι,τέτοια χατίρια δεν τα χαλάμε. Κι όταν λέω, χατίρια, μη πάει ο νους σας στο γρήγορο κι εύκολο, εντάξει; Να...πώς να το πούμε. Της άρεσε το παιχνίδι. Κι η ιδέα να κάνει κόρτε με πιο μικρούς, δεν ήταν κι άσχημη. Ε...για πόσο θα μπορούσε να το κάνει;


Το θέμα ήταν άλλο. Πως ο πούστης ο κόσμος κολλάει εύκολα ρετσινιές. «Τεκνατζού» την είπε κάποιος. Ε, και; Από πότε είναι βρισιά αυτό; Και γιατί να είναι, μου λέτε; Όταν ένας αρσενικός π.χ. σου ρίχνει δεκαπέντε χρονάκια είναι όλα ok κι όταν τα ρίχνεις εσύ είσαι η μαρκαρισμένη; Δε πάμε καλά. Καθόλου καλά.

Σιγά μη πτοήθηκε. Πέρασαν δυο λεπτά και το ξέχασε. Άντε καλέ από κει, οι ζηλιάρηδες. Όσες γυναίκες συμφωνούν με τον χαρακτηρισμό είναι γιατί δεν τους κάθισε ποτέ τεκνό. Οι δε άντρες, επειδή δεν θέλει να τους κάτσει η συγκεκριμένη γκόμενα. Και γιατί να κάνουμε τη χάρη στον καθέναν, ε; Γιατί;


Έβαλε τη γόβα και το φόρεμα το ξώπλατο. Τόνισε τη βλεφαρίδα. Έβαλε και το κραγιόν το κόκκινο. Της φωτιάς. (Εντάξει, σήκωσε και λίγο το στήθος, υπάρχει πρόβλημα; ). Κοιτάχτηκε στον καθρέφτη. Θεά! Φόρεσε και το στρινγκάκι κι ας την έκοβε στο περπάτημα. Ε, όλα θέλουν τη θυσία τους. Και οι μικρότεροι, το θέλουν το ιδιαίτερο. Θα μου πεις, κι οι μεγαλύτεροι το θέλουν, αλλά δεν μιλάμε τώρα γι’ αυτούς. Οι μικρότεροι...χμ..να...μια «θεία» με στρινγκάκι πάντα την προτιμούν ως φαντασίωση.


Μπήκε στο αμάξι κι έβαλε μπρος. Άνοιξε το ραδιόφωνο. «Του αγοριού απέναντι». Το αγαπημένο της τραγούδι. Το ’βαλε στο τέρμα. Ρε κοίτα κάτι συμπτώσεις. Στ’ άστρα είναι γραμμένο το ριζικό της, δε μπορεί. Κι όλο το σύμπαν συνωμοτεί κι αυτή τη φορά για το καινούργιο της αμόρε...



...μόνο...να μην την έκοβε αυτό το γαμημένο το βρακί...



.

Πέμπτη, 13 Νοεμβρίου 2008

Η τούρτα


Θα πάρω μια τούρτα. Μια που να αρέσει σε μένα, όχι σε εσένα. Με τη γεύση που γουστάρω εγώ. Όχι εσύ. Γιατί απόψε θα κάνω ότι θέλω εγώ. Όχι εσύ. Και θα την δοκιμάσω με τον τρόπο μου. Όχι με τον δικό σου. Ο δικός σου τρόπος είναι ξενέρωτος. Θέλει πιάτο και κουτάλι. Ποτέ δεν μ’ άρεσαν οι τυπικούρες. Το ξέρεις καλά. Μα μου τη λες όταν τρώω καθισμένη στο κρεβάτι με τα πόδια ανοιχτά. Ξέρεις, μωρό μου...για να νιώσεις γεύση, χρειάζεται τα πόδια...να είναι ανοιχτά. Με πιάνεις;



Θα την αγοράσω από εκείνο το καινούργιο μαγαζί με την πωλήτρια που ντύνεται ξέκωλα. Που την βλέπω και θέλω να της ορμήξω. Ναι, γιατί; Αφού έχει μαλλί μέχρι τον κώλο και πιασίματα σούπερ. Ότι πρέπει για να πουλάει τούρτες. Σε πειράζει; Η τούρτα μου...θα είναι σοκολάτα. Μέσα της θα έχει κομματάκια βύσσινο και από πάνω θα είναι χυμένη με γλάσο ζεστό και τρούφα πικρή. Κεριά δεν θα ’χει. Τις τούρτες μου δεν τις κάνω εκκλησιές. Τις έχω για άλλο προορισμό...



Μμμ...εσύ θα φοράς το ροζ το πουκάμισο. Αυτό που μου σπάει τα νεύρα. Και νομίζεις πως σου πηγαίνει κιόλας. Ροζ. Άκου ροζ! Μα αυτό θέλω να έχεις όταν γυρίσεις απ’ τη δουλειά. Αυτό που το προσέχεις να μην έχει πάνω του λεκέ. Μα...εμένα μου αρέσουν οι λεκέδες...ναι...μ’ αρέσουν τα ψεγάδια. Γιατί ορίζουν την τελειότητα.



Γι’ αυτό φροντίζω να είμαι ψεγαδιασμένη. Για να νιώθω άνετα με τον εαυτό μου. Ναι...το ξέρεις πως έτσι είμαι εγώ. Πώς με είχες πει μια μέρα; «Γκόμενα φλου!». Θυμάσαι; Μμμ...τι έλεγα; Α,ναι...για την τούρτα. Θα την πάρω, που λες, χωρίς να το ξέρεις από πριν. Για έκπληξη. Δεν σου αρέσουν οι εκπλήξεις, αλλά σκοτίστηκα. Απόψε, θα σε μάθω να αναστενάζεις και να μη ντρέπεσαι να φωνάξεις. Ροζουλί μου υποκείμενο...θα γίνεις υποχείριό μου...και υπογλώσσιό μου....μμμ....καλά...θα δεις πώς.



Θα έρθεις λοιπόν μες την μαλθακότητα μωρό μου...(πόσο εκνευριστικός είσαι...το ξέρεις; ). Θα έρθεις μες την κούραση, καλέ μου...(...πάλι...) και μες τη σιωπή. Και θα πετάξεις τον χαρτοφύλακα...(μπλιαχ...) στον καναπέ μου τον πορτοκαλί. Πριν, είχα καθίσει εκεί ολόγυμνη...ναι...μ’ αρέσει η αίσθηση του βελούδου πάνω μου...όχι όπως εσύ που ανατριχιάζεις...(αχ...γιατί σ’ έχω ακόμη;)



Θα σου πετάξω, που λες την τούρτα στα μούτρα με το που θα μπεις. Μετά τη φάση με τον χαρτοφύλακα...κι αφού θα έχεις λύσει τη γραβάτα (έλεος...). Από τώρα γελάω σα φαντάζομαι τη φάτσα σου. Δεν θα προλάβεις να πεις κουβέντα. Μα...μωρό μου...έτσι σε θέλω. Να στα πιάσω στα πράσα...(ναι...καλά το κατάλαβες). Και θέλω και να μου θυμώσεις. Να γίνεις άγριος...Να πεις και κάνα πουστριλίκι. Να πάρει ο διάβολος! Κανείς δεν σου ’μαθε καμιά βρισιά της προκοπής; Να σου ψιθυρίσω μια...μωρό μου;



Θα σου χυθεί η σοκολάτα στο στήθος και θα σου ορμήξω γλυκιέ μου. Θα έχουν γίνει τα ρούχα σου μπουρδέλο, μα θα γουστάρω να στα βγάλω, καλέ μου. Και θα είμαι κολλημένη πάνω σου τόσο νωχελικά που δεν θα σου πάει καρδιά να με ξεκολλήσεις. Αχ...θα μου θυμώσεις λίγο, μάτια μου; Θα παίρνω τα βύσσινα και θα στα βάζω στα χείλη. Θα πιάνω την τρούφα και θα σε ζωγραφίζω μ’ αυτήν. Θα αλείφω το παντεσπάνι στην κοιλιά σου και θα αφήνω το σιρόπι να χύνεται ανάμεσα απ’ τα πόδια σου...Θα έχεις πάρει χαμπάρι πως ήδη θα σου έχω κατεβάσει το παντελόνι;



Καλά που ακόμη δεν έχω βάλει το χαλί στο σαλόνι. Όλα κι όλα...ποιος θα καθαρίσει μετά; Το σώμα σου το αναλαμβάνω εγώ. Το χαλί...όχι. Δε σφάξανε! Τι θα μου πεις; Πώς θα με πεις; Καριόλα; Αχχχ...θα το πεις άραγε; Φώναξέ το μανάρι μου...ρίχτο πιο δυνατά μωρό μου. Σφίξε με γαμώτο! Θα πεις κι άλλη λεξούλα; Έλα... Θέλω να γίνεις ηφαίστειο και να ξεφύγεις απ’ αυτό που νομίζεις πως είσαι. Θέλω να φωνάξεις τα θέλω σου και να καταργήσεις τα πρέπει σου. Και την λέξη που θα πας να ξεστομίσεις αυτή τη φορά, θα τη γευτώ απ’ τα χείλη σου πριν προλάβεις να την εκφέρεις. Και θα ’χει γεύση από αυτό που θα ’θελα να ήσουν. Και που ξέρω πως δεν θα γίνεις ποτέ...



Γι’ αυτό, την τούρτα μου θα την φάω απόψε από πάνω σου. Ένα επιδόρπιο του τέλους, όπως το θέλω εγώ. Μα θα το μάθεις μετά...μετά....Αφού σου γλύψω τον τρυφερό σου το λαιμό κι αφού πάρω την πνοή σου στο στήθος μου. Αφού σου δαγκώσω το στήθος κι αφού σου τριφτώ με το δικό μου για να το δεις σοκολατένιο. Κι αφού με σφίξεις με δύναμη με το πάθος που θα σου έχω ξυπνήσει (αχ...γιατί δεν μ’ άφηνες να σε γλυκαίνω; Γιατί φοβόσουν μην αποκαλυφθείς; Τι τρόμο δεν ήθελες να αντικρίσεις;)



Και θα τελειώσεις στο στόμα μου...αγαπημένε μου...γιατί όταν φτάσω εκεί που θα σπαρταράς, δεν θα μπορείς να κάνεις αλλιώς. Γιατί εκείνη τη στιγμή θα ορίζω τις αντιδράσεις σου...γιατί εκείνη τη στιγμή η γεύση μου θα θέλω να αλλάξει. Κι εκείνη τη στιγμή θα καταπιώ τη λάβα σου που όμοιά της δεν θα βγάλεις ποτέ. Γιατί καμιά δεν θα σου δώσει άλλη φορά σοκολάτα...με τρίμματα ψυχής.



Και όταν θα φωνάζεις τ’ όνομά μου μες τα αγκομαχητά σου,περισσότερο πόνος θα είναι παρά λύτρωση. Γιατί θα καταλάβεις ακόμη μια φορά πως μιλάω με πράξεις. Γιατί θα δεις το ροζ σου το πουκάμισο λερωμένο και δεν θα σε νοιάξει...μα...θα είναι πλέον πολύ αργά. Γιατί κάπου εκεί γύρω στο χάραμα, που ’χει την περισσότερη παγωνιά, θα σπάσει η πορσελάνη σου που είναι δήθεν. Και μένα...μ’ αρέσει το αυθεντικό.



Γιατί οι τούρτες μωρό μου...δεν θέλουν μόνο επιδέξιες γλώσσες για να φαγωθούν μα θέλουν και κατάλληλο πιατάκι για να προσφερθούν. Και στο λέω εγώ που είμαι «γκόμενα φλου». Γιατί μόνο εκεί δεν κάνω εκπτώσεις, καλέ μου. Στα πιατάκια που γλύφω το επιδόρπιό μου.



Τι εκπαιδευμένη γάτα θα ’μουν;




.


Τρίτη, 11 Νοεμβρίου 2008

Θέλω να πω αντίο...






Είναι μέρες τώρα που μου τριγυρνάει στο μυαλό. Βλέπεις, οι αλλαγές στη ζωή μας έρχονται όταν δεν τις έχουμε γραμμένες στα δικά μας τα τεφτέρια. Είναι γραμμένες σε κάποια μακρινά αστέρια και ορίζουν εκείνες τον χρόνο που θα εμφανιστούν. Και οι αλλαγές σ’ αυτά που συμβαίνουν μέσα μας, είναι και οι πιο καθοριστικές. Ίσως, γιατί έτσι νομίζουμε πως είναι προς στιγμή. Μετά από καιρό ανακαλύπτουμε πως ίσως, να μην έχει αλλάξει και τίποτα στην τελική. Και να ήταν απλά, μια στροφή σαν όλες τις άλλες τις στροφές...


Μιας και δεν μπορώ εύκολα αυτή τη φορά να παλέψω την αντάρα που θεριεύει μέσα μου και δυστυχώς η μέθοδος που είχα έως τώρα αυτή τη φορά δεν δούλεψε- μεγαλώνοντας, λέει, αλλάζει και η συμπεριφορά και οι αντιδράσεις του σώματος - κι έτσι «δεν έγινα δεκτική» στο μαστούρωμα των σκέψεών μου, αποφάσισα να αρχίσω να λέω μερικά αντίο...


Το καλύτερο, ίσως, θα ήταν να πω αντίο σ’ αυτά που αφήνω μόνη μου να με ξεσκίζουν. Σ’ αυτά που μεγαλώνουν τρώγοντας τα κομμάτια της ψυχής μου και σ’ εκείνα τα σκοτάδια που τώρα τελευταία όλο και τα ποτίζω. Κι αυτά, αντί να αραιώνουν, τόσο πιο πυκνά γίνονται. Και γεμίζουν φορτωσιές ολόκληρες με βροχή που γίνεται ανεξέλεγκτη. Τι δύσκολα που είναι αυτά τα αντίο όμως...και πόσο ηδονικά βυθίζεσαι εκεί που ξέρεις πως δεν μπορείς ν’ αναπνεύσεις...


Δυο γραμμένα αντίο κι ένα με τη φωνή μου...΄Ενα που άφησα να υπονοηθεί ως αναπάντητο ερωτηματικό κι ένα άλλο που το δρομολογώ οσονούπω...Τι καταλαβαίνω έτσι, ε; Δεν ξέρω. Μακάρι να ήξερα. Μακάρι να ήξερα το αποτέλεσμα από πριν. Μα νιώθω πως αν αρχίσω να ξεφεύγω έστω κι έτσι, ίσως οι βροντές μου ησυχάσουν για λίγο. Από μένα ξεκινούν και από μένα θα πρέπει να τελειώσουν...

.
Σκέφτομαι πως ορισμένοι θα είναι μια χαρά και χωρίς εμένα. Άλλωστε, με ήξεραν κι από πριν; Το αν θα είμαι κι εγώ μια χαρά χωρίς αυτούς...ναι...κάποια στιγμή θα είμαι κι εγώ. Γιατί να μην είμαι;


Σκέφτηκα να πω κι ένα αντίο εδώ...για πολύ...για λίγο...μα...η «αίσθησή» μου στάζει το αίμα μου. Δεν ξέρω πόσο την πιέζω και πόσο με πιέζει καμιά φορά. Νομίζω πως είμαι εγώ, όμως, αυτή που την πνίγω. Κι ίσως, να πάρει η ευχή, να πνίγω κι άλλους...

.
Αναρωτιέμαι...ορισμένα αντίο που ξέρουμε πως θα τα μετανιώσουμε γρήγορα, γιατί να βιαστούμε να τα πούμε; Παρόρμηση το λένε αυτό και καμιά φορά σαν να μη μπορείς να την αποφύγεις. Σαν να σου φωνάζει πως εκείνη θα νικήσει. Κι έτσι το κάνεις. Και μετά, για εγωιστικούς λόγους τηρείς την ηλίθια απόφασή σου. Ή πείθεσαι πως δεν σκέφτηκες λογικά...ή διαπιστώνεις πως για άλλη μια φορά είσαι βλάκας και ανώριμος κι έτσι αναιρείς ξανά και ξανά. Και αναιρείσαι... Ως συνήθως, δηλαδή...


Μιλούσα με έναν αγαπημένο μου πριν λίγο και μου είπε να του φωνάξω τι είναι αυτό που θέλω αυτόν τον καιρό και τι θα με κάνει να νιώσω την έκρηξή μου. Δίστασα, γαμώτο, μα το ξεστόμισα. Και γέλαγε...αφού ήξερε τι θα πω. Μα δάγκωσα τη γλώσσα μου αμέσως.΄Ετσι κάνω για μια «ιδέα»; ΄Η μήπως...δεν είναι «ιδέα»; Μήπως ονομάζεται....αχχχ...


Μα ότι κι αν είναι αυτό κι ότι κι αν κάνω εν τέλει, θα κλείσω μέσα μου τα λόγια του :


"Πες τα αντίο σου, καρδιά μου. Δεν χρειάζεσαι κι άλλο πόνο να σε κρατάει πίσω. Να είσαι σίγουρη ότι αύριο θα είναι μια άλλη μέρα στην κόλαση. Μα θα βρεθεί άλλος ένας διάβολος να σου δώσει μια ακόμη ελπίδα..."

.



Δευτέρα, 10 Νοεμβρίου 2008

Αγαπημένο μου...



Αγαπημένο μου,


Σου γράφω αυτό το γράμμα και τα σκισμένα του κομμάτια θα τα σκορπίσω στο ποτάμι που πηγαίνω και απλώνω τις σκέψεις μου. Κι όπως εκείνες ανακατεύονται με το ρεύμα και βυθίζονται, διπλώνονται, κυματίζουν, σκορπίζονται, χάνονται κι εμφανίζονται ξανά, έτσι κι αυτές μου οι λέξεις θα κάνουν την πορεία τους μέσα στο υγρό στοιχείο, αλλάζοντας θερμοκρασία, ρυθμό ροής και χρώματα.
.
Αν και γνωρίζω πως το παζλ απ’ αυτά τα κομμάτια δεν θα μπορέσει ποτέ κανείς να το σχηματίσει-γιατί άλλα απ’ αυτά θα έχουν διαλυθεί, άλλα θα έχουν ξεπλυθεί, κι άλλα θα έχουν χαθεί-ωστόσο οι λέξεις που θα τα έχουν αποτελέσει, είμαι σίγουρη πως κατά κάποιον τρόπο θα συνεχίσουν να υπάρχουν. Κι όχι μονάχα ως λέξεις!

Βέβαια, νιώθω πως γνωρίζεις το περιεχόμενο απ’ αυτό μου το γράμμα πριν καν το γράψω. Γιατί είσαι μέσα μου, κομμάτι της ψυχής και της σκέψης μου, της ύπαρξης και της ανυπαρξίας μου. Κι ίσως ίσως, να μου έχεις υπαγορεύσει κι εσύ ένα μέρος του και να με έχεις προτρέψει να το γράψω. Πώς άλλωστε θα είχα την τόσο έντονη επιθυμία να μεταφέρω στο χαρτί αυτά τα συναισθήματα που νιώθω για σένα και να θέλω κιόλας να γίνουν ένα με τη φύση που μέσα της κινούμαι; Σαν να έχω την παρόρμηση να σκορπίσω τα κομμάτια μας όσο μακρύτερα γίνεται. Κι όχι για να φύγουν από μέσα μου, όχι! Εκεί, θα υπάρχουν πάντα. Μα για να τα κάνω χειροπιαστά, να τα χαϊδέψω, να τα φιλήσω, να τα μυρίσω. Και ξέρεις πολύ καλά, πως μ’ αρέσει να λειτουργώ με όλες μου τις αισθήσεις.
.
Αγαπημένο μου,

Είσαι το κομμάτι μου εκείνο που δεν θα το φέρω σ’ αυτόν τον κόσμο. Θα σε κρατήσω στον κόσμο της σκιάς, των ονείρων και της μοίρας. Μόνο που αυτή τη φορά, ρόλο για τη μοίρα σου θα παίξω εγώ. Μη με κατηγορήσεις γι’ αυτό. Δεν ξέρω αν είναι σωστό ή λάθος, καλό ή κακό. Ποιος ορίζει άλλωστε τα νοήματα και ποιος μπορεί να κρίνει τη διαφορά τους ανάλογα με τις στιγμές;
.
Είσαι η εικόνα που θα κρατήσω μέσα μου και που θα της δώσω τα χρώματα, το σχήμα και το μέγεθος που ονειρεύομαι. Είσαι η φωνή που ηχεί στο νου μου και που με κάνει να γελάω κάθε φορά πιο δυνατά ή να κλαίω κάθε στιγμή πιο γοερά. Είσαι ο ήλιος και το φεγγάρι μου. Το φως και το σκοτάδι μου. Είσαι...είσαι η βροχή που πέφτει στάλα στάλα μέσα μου. Η δύναμη και η αδυναμία μου. Η φωνή και η σιωπή μου. Είσαι η ευτυχία και η μελαγχολία μου.

Αγαπημένο μου,
.
Δεν θα σου γράψω τους λόγους που έχω πάρει αυτή την απόφαση. Ας πούμε πως ορισμένοι κύκλοι έχουν κλείσει κι έχω γίνει...διαφορετική. Ας πούμε πως έχω πάει πλέον σε άλλα μονοπάτια. Ή...ας πούμε πως δεν θέλω να διαπιστώσω πως ακόμη...δεν έχω αλλάξει... Κι ίσως να τα θεωρείς δικαιολογία όλα αυτά. ΄Ισως και να είναι. Δέξου όμως, πως μ’ αυτόν τον τρόπο θα υπάρχεις στο μυαλό μου και θα μου δίνεις περισσότερη έμπνευση για να κάνω τα αποτυπώματά μου πιο...κόκκινα.

Μη με πεις εγωίστρια. Σκέψου το, μα μη μου το φωνάξεις. Δέξου πως ζεις και θα ζεις μέσα μου και συνέχισε να μου υπαγορεύεις λόγους για να ανασαίνω.
.
Κι εγώ...εγώ...θα σε φροντίζω, θα σε μεγαλώνω, θα σου σκουπίζω τα δάκρυα, θα σου ψιθυρίζω γλυκόλογα, θα σ’ έχω αγκαλιά, θα σ’ αγαπώ...


...κι ας μείνεις για πάντα το...

.
...αγέννητο παραμύθι μου...
.

Κυριακή, 09 Νοεμβρίου 2008

Χθες γιόρταζα...



Χθες γιόρταζα...

...ναι ξέρω...έχεις έγνοιες πολλές...φυσικά...σε περιτριγυρίζουν πολλά...είσαι σε μια φάση της ζωής σου που γίνονται...πώς το πες...α...ναι...αλλαγές...

...και φυσικά...πού να θυμάσαι πως είχα κι εγώ τη γιορτή μου...ναι...βέβαια...

...αλλαγές...έγνοιες πολλές...η ζωή τρέχει, ξέρεις...και πώς να την προλάβουμε...μια στιγμή...μια στιγμή είναι όλα...μια μικρή γαμημένη στιγμή...

...χθες γιόρταζα...

...το ποτό μου...θυμάσαι το ποτό μου...ναι...φυσικά...μαζί μου το ’χω απ’ το πρωί...με δυο φέτες λεμόνι...έβαζες κι εσύ λεμόνι...και δυο παγάκια...σε ποτήρι κοντό...χα χα χα...ε, και;...τι είναι μια γιορτή...τι είναι ένα παραπάνω χρόνια πολλά;

...ευχή;...τι να τις κάνεις τις ευχές;...τι να τις κάνω;
...τυπικότητες... δεν θέλω τυπικότητες...α...όχι...θέλω...θέλω...αχ αυτό το θέλω...να με θυμούνται θέλω...αχ...τι εγωιστικό...τι κακό πράγμα ο εγωισμός...γιατί να με θυμούνται άραγε;

...μ’ αγαπάς...σ’ αγαπώ...εραστή μου...γνωστέ μου...φιλαράκι μου...κάτι παραπάνω από φιλαράκι μου...ήσουν...είσαι...θα γίνεις...γιόρταζα βρε χθες...χα χα χα...ναι βρε...μια ημερομηνία απλή μες τον Νοέμβρη...

...θα βρέξει άραγε;

...άκου...παίζει τη μουσική μου στο ραδιόφωνο...άκου...υπάρχει και μια νότα χαμένη...κι άλλη μια κερδισμένη...ξέρεις...μου λείπεις...κι ας σ’ ενδιαφέρει...ναι...κι ας μη σ’ ενδιαφέρει...κι ας μη μου καίγεται καρφί για σένα μερικές φορές...και για σένα...και για σένα...

...ούτε εσύ με θυμήθηκες...γιατί να με θυμηθείς;...επειδή στο είχα πει;...την είχα από μικρή αυτή τη συνήθεια...μερικές μέρες πριν τη γιορτή μου...να λέω πως θα γιορτάζω σε λίγες μέρες...φόβος μη με ξεχάσει κανείς...δεν ήθελα να νιώσω πως εμένα δεν με θυμούνται...και έτσι...το υπενθύμιζα...

...κι ακόμη το κάνω...τι χαζή θε μου...τι χαζή διάολέ μου...για ένα τίποτα ξανά...για έναν χαμένο ήχο στο χθες...χθες...χθες...

...χθες γιόρταζα...

...και κοίτα να δεις...με πήραν κάποιοι που τους είχα διαγράψει...κάποιοι που ακόμη με αναζητούν...κάποιοι που μου είπαν...πως είμαι μέσα τους...κι ας έχω φύγει...αφού να δεις...δεν ήξερα το νούμερό τους...όταν το είδα στην κλήση...και δεν ντράπηκα να ρωτήσω...ποιος είναι...δεν ντράπηκα...

...κι ούτε σε κάποιο μήνυμα απάντησα...τι ανάγωγη που είμαι...ναι...είμαι...και μετά λέω για σένα....και για σένα...και για σένα που δεν με πήρες...αδιόρθωτη που είμαι...αχ τι σκιερό ολόγραμμα έγινα...αχ...για μια μέρα σαν τις άλλες...μια γαμημένη μικρή μέρα...

...και να δεις που θα θέλω, λέει...να σου πω πως στενοχωρήθηκα...δεν με νοιάζουν οι άλλοι...ίσως...γι’ αυτό...επειδή με νοιάζεις εσύ...ίσως γι’ αυτό...αχ...τι εγωίστρια...χα χα χα...τι χαζή...

...χθες γιόρταζα...

...έτσι λέει το ημερολόγιό μου...το δικό σου λέει άλλο...λέει...έγνοιες...πολλές...τι να πρωτοθυμηθείς...τι να θες να
πρωτοξεχάσεις...αρχές...τελειώματα...

...τίποτα...πολλά...τι χαζή να σκέφτομαι...πως δεν θέλω να σου ξαναμιλήσω γι’ αυτόν τον λόγο...όχι δα...όχι...εγώ δεν είμαι έτσι...δεν θέλω να είμαι έτσι...εγώ βρε δεν στενοχωριέμαι...εγώ χαμογελάω...ναι...και το δάκρυ απ’ τα χαμόγελα δε βγαίνει;...ναι...πήρα και γλυκά...αμέ...σοκολάτα με καρύδι...αχ...

...αχ...ξέρεις ποιος μου πρωτόπε χρόνια πολλά;...αυτός που δεν θα φύγει ποτέ...κι ας έχω φύγει εγώ...ξέρεις και τι μου έκανε;...ξέρεις;...ξέρεις...ξέρεις...δεν θα στο πω γιατί το ξέρεις...και ξέρεις;...μου άρεσε...ναι...μου άρεσε...αχ...

...αχ μάτια μου...σε θέλω μάτια μου...και σένα...ναι...και σένα...σε θέλω...κι ας μην υπάρχεις...

...μου πήρα δώρο μάτια μου...δεν θα σου πω τι...ούτε εσένα θα το πω...ούτε και συ θα το δεις...αχχ...τι χαζή...χωρίς σχόλια όλο αυτό, λες;...να το αφήσω χωρίς σχόλια;...γιατί; για να δω χρόνια πολλά;...έλα...το ξέρω πως θα μου πουν...κι εσύ ίσως το γράψεις...και συ...που δαγκώνεις τα χείλη σου...και συ...που στο θύμησα...ίσως γι’ αυτό να μη θέλω να το δω...μπα...με σχόλια...δε ξέρω...αχ τι χαζή...

...αχ μάτια μου...

...χθες...

........

...γιόρταζα...

.



Παρασκευή, 07 Νοεμβρίου 2008

Χωρίς αντίκρισμα




Μια σκιά στον καθρέφτη. Ένα σφίξιμο στο στήθος. Ένας κλεμμένος κτύπος στην πόρτα. Ένας άχρωμος παλμός. Ένα δάκρυ που δεν βγαίνει. Ένας ήχος φιμωμένος. Μια ξεψυχισμένη ορχήστρα. Ένα σύννεφο που δεν λέει να στύψει τον θάνατό του. Μια βροντή που ντρέπεται να υπάρξει.
.
.
.
Μια αγωνία σ’ ένα χθες χωρίς αύριο. Μια λάμπα που δεν θέλει να ανάψει. Μια ένταση δίχως τέλος. Ένα κουτί με κίτρινα χάπια. Ένα μισοτελειωμένο ποτό. Ένας απόηχος κάποιου τρένου που σφυρίζει. Ένα ταξίδι για το πουθενά. Μια στάλα αίμα ξεψυχισμένο.
.
.
.
Δυο ξενύχτια χωρίς άρωμα. Μια νότα χωρίς ρυθμό. Μια άνοστη καταιγίδα. Ένα χρώμα φλύαρο. Μια σκέψη δίχως ηλεκτρισμό. Ένα σπασμένο υπόγειο. Τρεις σκουριασμένες αλυσίδες γύρω απ’ το λαιμό. Μια βρισιά χωρίς νόημα. Ένα βλέμμα σκοτεινό. Δυο χείλη κάτασπρα. Μια βλεφαρίδα λερωμένη. Μια άνοιξη πεταμένη.
.
.
.

Ένας σταθμός χωρίς διαβάτες. Μια λέξη δίχως φωνήεντα. Ένας λαβύρινθος στο πέλαγο. Ένα πανί χωρίς καράβι. Μια άμμος έξω απ’ την έρημο. Ένα αγρίμι χωρίς φωνή. Ένα ασήμι χωρίς ουρανό. Δυο φτερά χωρίς σώμα. Μια καρδιά σ’ ένα μαχαίρι. Μια πηγή που ξέχασε να στάξει χρόνο. Μια βροχή μονότονη.
.
.
.

Ένας έρωτας. Χωρίς αντίκρισμα.



.
.

Πέμπτη, 06 Νοεμβρίου 2008

Κοίτα...Θυμάσαι;



Κοίτα...Πήρα αυτό που σου άρεσε. Σε κείνη τη βιτρίνα με τα εσώρουχα. Το μαύρο σετ με τα κόκκινα τελειώματα. Θυμάσαι; Ναι, εκείνο με τις μανσέτες και τη δαντέλα στο λαιμό. Που ενώνονται μεταξύ τους με λεπτή αλυσίδα...

Το ’κρυψα σε μια σακούλα και όταν έμεινα μόνη μου το φόρεσα. Πήγα στον ολόσωμο καθρέφτη δίπλα απ’ το κρεβάτι μου κι έκανα πόζες. Το κρεβάτι μου...Θυμάσαι;

Κοίτα...Το σουτιέν κάνει το στήθος μου σφιχτό και πετάγονται δυο βουναλάκια από πάνω. Θυμάσαι που έβαζες το δάχτυλό σου εκεί ανάμεσα και χάιδευες το σχήμα τους; Μια φορά μου είχες ρίξει σιρόπι – βύσσινο που μ’ αρέσει – και μου ’πες να το γλύψω και να σε κοιτώ. Και το ’κανα και έγιναν τα χείλια μου κόκκινα και μου τα ρούφηξες. Θυμάσαι;

Κοίτα...πιο κάτω...Μπαίνει το εσώρουχο μέσα μου. Πόσο μικρά τα φτιάχνουν...Για πρόκληση. Για κάλεσμα. Για περισσότερη ηδονή. Για να στέκεται το βλέμμα στα σημεία. Στα σημεία μου. Που ήταν και δικά σου. ΄Ετσι έλεγες. Κι έτσι σ’ άφηνα να πιστεύεις. Και συ, χωνόσουν εκεί κι έφευγες στον κόσμο τον δικό μου.

Θα ανοίξω τα πόδια μου για να νιώσω το κοίταγμά σου ξανά. Πού να ’σαι; Μπα...δε μ’ ενδιαφέρει. Θέλω όμως να παίξω με τη σκέψη σου. Λες να σου μεταδίδω την αίσθησή μου; Τι να νιώθεις τώρα;

Κοίτα...Σκύβω για να με δεις κι από πίσω. Όμορφο το μαύρο πάνω μου. Μου το ’λεγες και συ...Κουνιέμαι πέρα δώθε...Πάνω κάτω...Κυκλικά. Σαν να ’σαι μέσα μου... Σαν...σαν...

Τινάζω πίσω τα μαλλιά μου. Θυμάσαι που μου τα ’πιανες με δύναμη; Μ’ άρεσε αυτό. Και συ ένιωθες κυρίαρχος. Έτσι σ’ έκανα να νιώθεις. Σαν...σαν...

Κοίτα...Σηκώνομαι. Χαϊδεύω το σώμα μου και νιώθω την αλυσίδα να με παγώνει. Όπως με πάγωσε η σιωπή σου. Όπως μ’ έκανε να απομακρυνθώ η απουσία σου. Γιατί το λίγο σου πόναγε πιο πολύ απ’ το καθόλου σου.

Γδύνομαι...Αργά αργά με βλέμμα στο κενό. Δεν θέλω να κοιτάζω. Τι να κοιτάξω; Ένα κορμί που ήδη γνωρίζω; Ένα κορμί που κάθε μέρα γίνεται διαφορετικό; Κάτι σημάδια που δείχνουν χρόνο; Ε, και; Αγαπιέμαι κι έτσι. Το ξέρω. Γυμνή. Μέσα κι έξω.

Κοίτα...Κρύβω τα εσώρουχα στο συρτάρι. Βάζω τα βαμβακερά μου. Εκείνα που φόραγα παιδί. Εκείνα που δεν σου ’χω δείξει ποτέ. Εκείνα που δεν θα τα δει κανείς. Αλλάζω...Αλλάζω διαθέσεις όπως αλλάζω εσώρουχα. Αλλάζω ύφος όπως αλλάζω εικόνες. Αλλάζω έκφραση όπως αλλάζω στάσεις...

...Μα...εμένα...δεν με αλλάζω για κανένα καινούργιο κενό...



...Στο ’χα πει...Θυμάσαι;


.

Κυριακή, 02 Νοεμβρίου 2008

Εκατό α(συ)ναρτήσεις!



Εκατό εκατόμβες εκατέρωθεν των εκάστων και καθεκάστων.
.
Εκατό γριές ωχριούν σε εκατό γεφύρια αναθεματίζοντας εκατοστάρικων ξεχασμένεςόψεις εκατοντάχρονων αρχαίων ιπποτών που έχασαν την εκατοντάτροχη εκείνη άμαξα που θα τους έδειχνε τα εκατό ξεχασμένα βασίλεια.
.
Εκατό κεριά αναμμένα σε τάφους πολίτικους με αναθυμιάσεις εκατομμυριούχων εκατόνταρχων σαπισμένων σε εκατό εκατοστά ξεχασμένου χώματος.


Εκατό χαλασμένα στομάχια ξερνάνε σε ε-κατουρημένες ποδιές παρθένων κορασίδων τρέχοντας ε-κατοστάρια μη τους βρουν μετέπειτα οι εκατό παραμελημένοι στρατιώτες που ζητούν κάποια ε-κατοσταράκια ξινισμένο μηλόξιδο μπας και στρώσει των εκατό τους βημάτων η πορεία.


Εκατό πουτανιές ξεγυρισμένες σε ντέρτικα αραλίκια σπιτιών με λάμπες εκατοστάρες που ρίχνουν απόκοσμο φως σε εκατό ανήμπορους φαλλούς οσιομαρτύρων μιας
ε-καταστραμένης ρημάδας παλιοκενωνίας.


Εκατό σέρτικα κωλοτσίγαρα στριμμένα με φύλλο συκιάς δίνουν απόκοσμες οσμές και εικόνες ριγμένες σε εκατό ξεσαλωμένα σαλόνια νωχελικών αφημένων φουγάρων κάτι ξέμπαρκων ναυαγίων.



Εκατό στημένοι σταυροί έτοιμοι να υποδεχθούν εκατονταδάχτυλους μελλοντικούς σωτήρες κεντημένοι με βελόνι οξιάς και αλειμμένοι με εκατόβουλες κατάρες απ’ τα βάθη μιας πνιγηρής εξουσίας.



Εκατοντάφυλλα τρίφυλλα ανθίζουν σε εκατοντάφυλλες ανέκδοτες εκδόσεις θεωρώντας ως λόγο ύπαρξης τα τυχόν τους δηλητηριώδη εκατό σταμνάγκαθα. Εκατό
πο(υ)σταρισμένα β(λ)ήματα σκορπάν ανορεκτικούς οργασμούς αφορίζοντας στο πυρ το εξώτερο την κοτρόνα του σκανδάλου.


Εκατό γραμμένες λέξεις ορίζουν ένα ακόμη ερωτηματικό μιας αμφίβολης ύπαρξης που σίγουρα δεν θα φτάσει τα εκατό συμβατικά χρονάκια σ’ έναν κόσμο αμφιβόλου αν-ηθικής παρασέρνοντας στο διάβα της αν-υποψιασμένους διαβάτες.



Εκατό
βρόχινα θα ρίχνω πάντα γιατί έτσι είμαι φτιαγμένη. Κι εκατό βλεφαρίσματα σε όσους αφήνουν απ’ έξω την ομπρέλα. Γιατί εκατό στάλες αρκούν για να γίνει κάποιος μούσκεμα...



.