
Κάτω απ' το φως του φεγγαριού...

... αν θες μαζί μου να 'σαι...

...άσε τον ήλιο για αλλού...

...τα όριά σου φτάσε...

...μα αν δεν αντέχεις τη βροχή...

...άσε με να φύγω...

...στο άγνωστο...με τη δική μου μουσική...

...και μούσκεμα να γίνω...
.









Προχώραγε στη χώρα του τίποτα κι έπεσε ένα γαμίδι στο κεφάλι της. Από κάποιο παραθύρι ξέφυγε και της ήρθε στο δόξα πατρί. Έτσι είναι με τα γαμίδια. Εκσφενδονίζονται κι όποιον πάρει ο χάρος. Άραγε σαν παίρνει ο χάρος το κάνει καλά ή είναι κι αυτό ξενέρωτο όπως με τον Αντώνη; (άσχετο). Φόραγε τα μίνια με την κάλτσα τη σιλικονάτη μέχρι το μπούτι και το πουκάμισο ξεκούμπωτο ίσαμε κάτω. Έτσι γουστάρει να περπατάει. Να γλύφει ο αέρας τα σωθικά. Κι όταν ο καιρός το ξεπαγιάζει το πράμα, ακόμη καλύτερα. Όλο και κάποιος πρόθυμος θα βρεθεί να τη ζεστάνει.
Μα στη χώρα του τίποτα, κι αυτό σπάνιο είναι. Μόνο γαμίδια υπάρχουν. Ξεπεταμένα, πούστικα, λερωμένα, αχρεία γαμίδια του κερατά. Που νομίζουν πως επειδή τα ξεστόμισε κάποιος πήραν κεφάλι. Χα! Σιγά το ουσιαστικό που θέλει και πρόθεση (ρε συ, τι να κάνει ο Βασιλάκης; Να ’μαθε πού του ’παν τα τέσσερα;).
Ο ήλιος χασκογέλαγε και της έσπαγε τα τσατάλια. Της αρέσει η βροχή και το λέει. Κάποιος μαλακοκαυλάκος της είπε τις προάλλες πως το λεν πολλοί αυτό γιατί είναι μόδα. Ρε άντε πάγαινε να κουρέψεις κάνα πρόβατο που θα μου πεις εμένα τι μ’ αρέσει και γιατί. Κι αν κάποιος δεν μπορεί να υποστηρίξει αυτό που γουστάρει, θα φανεί στη συνέχεια. Μα εδώ στη χώρα του χάμου η υπο-στήριξη έχει πάει περίπατο. Θέλει χαπάκι ανόρθωσης. Και ποιος έχει κάτι για να του ανορθωθεί εδώ που τα λέμε; Όλοι στο ψαχτήρι το ’χουν ρίξει. Κρίμα την υπόθεση που θέλει να δώσει και ρεπό στις ψιχάλες.
Η κατατραπακιά με το γαμίδι την συνέφερε κάπως. Έπιασε τον πόντο που πήγε να της φύγει και τον έδεσε γύρω απ’ τον λαιμό. Ύστερα βρήκε ένα δέντρο που αντί για κλαριά είχε οχιές σφυρίζουσες. Την κέρασαν δηλητήριο και το ’πιε μονοκοπανιά. Χασκογέλασε σαν αλήτρω και κάθισε ανακούρκουδα στη ρίζα. Ο ήλιος έδυε κι εκείνη ατένιζε τους πέρα κάμπους.
Σαν άρχισε να ποτίζει με το καυτό της ρυάκι τα ξερόχορτα, μια αστραπή φάνηκε απέναντι στην χώρα του φεύγα. Σιγά μη πήγαινε από κει. Το κουνημένο της μυαλό της υπαγόρευε πως αν σερνόταν με την όπισθεν θα χτύπαγε την τελευταία της λατρεμένη ηδονή στ’ αχαμνά. Και ο ήχος που θα έβγαζε αυτός ο καριόλης θα ’ταν βάλσαμο στην λογική της. Από καιρό ήθελε να θεραπεύσει το «πρέπει». Καιρός να παραφρονήσει απενοχοποιημένη. Για να το χαρεί περισσότερο.
Ξεκίνησε με βλέμμα υστερικό. Στον δρόμο θα έγδερνε τον χρόνο απ’ την ανάποδη. Γουστάρει να πηγαίνει κόντρα στην ζωγραφιά που την έχουν κλεισμένη. Να δεις που θα βρει και τρόπο να σπάσει την κορνίζα. Έτσι γίνεται με τις αλόγιστες λόγιες του λόγου. Γαμούν τα σύννεφα να χύσουν μέλι. Κι αυτή ότι είχε αρχίσει να επαναπροσδιορίζεται...

Πονάω...
Ακόμα;
Είναι το σημείο τέτοιο που...
Να πας να το κοιτάξεις...
Άσε με...
Μη τ’ αφήνεις αυτά...
Γιατί; Επειδή μπορεί να εξελιχθούν;
Ναι...κι ίσως είναι πιο δύσκολο μετά να...
Τι να; Να γιατρευτώ;
.......
Πουθενά δεν θα πάω...
Είσαι χαζή. Μ’ αρέσει που το θες και για έξυπνη και...
Σκάσε!
.......
Την ξέρω τη διάγνωση...
Και;
Δεν περνάει το σύνδρομο Ανυπόστατης Εμμονής σε Καταδικασμένα Τίποτα...
.......
.......
Πονάει;
Πονάει...
.

Μια φορά ήταν μια χώρα, στην οποία έπεφταν αρρώστιες η μια μετά την άλλη. Ο χάρος είχε πολύ δουλειά να κάνει. Τόση πολύ, που δεν προλάβαινε ποιον να πρωτοπάρει. Οι αρρώστιες, χτύπαγαν τους νέους σε ηλικία. Κι όχι αυτούς που ήταν η σειρά τους να πεθάνουν. Κι έτσι, εκείνη η χώρα δεν είχε πια ζωή...
Στη χώρα αυτή, ζούσε ένα παλικάρι. Ήταν το μόνο που δεν το είχαν πειράξει οι αρρώστιες. Ποιος ξέρει γιατί. Μα, είχε μείνει μόνο του γιατί είχε χάσει όλη του την οικογένεια. ΄Ετσι, μιας και ένιωθε τόσο δυστυχισμένο, αποφάσισε από μόνο του να πεθάνει. Και ξάπλωσε μια μέρα σ’ ένα ντιβάνι και είπε: «Τώρα θα πεθάνω!». Και πέθανε...
Το παλικάρι, μετά το θάνατό του, πήγε στη χώρα της σκιάς. Περιπλανήθηκε για πολύ κι έψαχνε τους δικούς του. ΄Ομως, δεν έβρισκε κανέναν. Εκεί που περπάταγε, τον βρήκε ο χάρος που αμέσως είδε πως κάτι δεν πήγαινε καλά μ’ αυτόν. «Δεν ανήκεις εδώ», του είπε, «δεν ήρθε ακόμη η ώρα σου να πεθάνεις. Κι εδώ κάτω, στη χώρα της σκιάς, έρχονται μόνο όσοι φέρνω εγώ. Γι’ αυτό, σήκω και φύγε»...
Μα το παλικάρι, δεν ήθελε να φύγει. Είπε του χάρου πως δεν θέλει να γυρίσει πίσω γιατί δεν είχε κανέναν. Και δεν την άντεχε άλλο τη ζωή. Ο χάρος όμως επέμενε και του είπε πως είναι αδύνατον να τον αφήσει να μείνει εκεί. Κι άλλο μην επιμένει. Θα γύρναγε πίσω ούτως ή άλλως. Μα επειδή τον λυπήθηκε κιόλας, του είπε να διαλέξει από τη χώρα της σκιάς κάτι και να το πάρει μαζί του ώστε να μην αισθάνεται μόνο του...
Και το παλικάρι, μη μπορώντας να κάνει αλλιώς, έκανε ότι του είπε ο χάρος. ΄Εψαξε, έψαξε και βρήκε τι να πάρει. Σε ένα σκοτεινό μέρος μιας μεγάλης σπηλιάς, είδε μια στοίβα με ιστορίες, παραμύθια και μύθους πολλούς. Πάντα του άρεσαν του παλικαριού τα σκευάσματα της φαντασίας. Και πάντα εύρισκε σ’ αυτά κάτι από τον εαυτό του. Του άρεσε να χάνεται σε κόσμους μαγικούς. Κι έτσι,τα φορτώθηκε στην πλάτη κι έκανε να φύγει...
΄Ομως, απ’ τη χώρα της σκιάς αλώβητος δεν γυρνάει κανείς. Ο χάρος, έπρεπε να πάρει και κάτι απ’ αυτόν μέχρι την φορά που οριστικά θα τον έφερνε εκεί κάτω...
Και το παλικάρι γύρισε πίσω στη χώρα του. Γύρισε αφήνοντας στον χάρο τα δυο του μάτια. Στη θέση τους υπήρχαν πια δυο μαύρες τρύπες...
...είχε όμως τις ιστορίες που από κει και πέρα τον οδηγούσαν...

Όνειρο. Ξύπνησε και φόρεσε μπουρνούζι λευκό. Τεντώθηκε και τίναξε τα μαλλιά του με μια κίνηση. Έβ(γ)αλε έναν ψίθυρο πίσω, εκεί που ανήκε. Σε κάτι χείλη ζωντανά που ακόμη δεν είχαν ξυπνήσει. Πήγε στην κουζίνα. Φόρεσε τη μάσκα των εν-νέα με πέντε. Ήπιε καφέ και (ξε)κλείδωσε. Βγήκε...
Σιωπή. Γονάτισε κάτω απ’ το κρεβ-άτι. Κάτω απ’ το τραπέζι. Ακόμη και κάτω απ’ τον καναπέ. Τι(ποτα)! Πού είχαν πάει τα φωνήεντα; Το ήξερε πως το «α» θα είχε παρα-σύρει και τα υπόλοιπα. Είχε δυνατή φωνή αυτό το «α». Ήξερε να επι-βάλλεται. Σηκώθηκε. Είχε λερώσει τα γόνατά της και έκανε μια γκριμάτσα ροζ. Να πάρει η ευχή. Θα συμ-βιβα-στεί πάλι με συμ-φων(ι)α που δεν θέλει...
Συνάντηση. Στο ασανσέρ του κτιρίου που τους έθρεφε με ξεπε(ρα)σμένες συγ-κινήσεις. Της έκλεισε το μάτι πονηρά και του ’κανε χαμόγελο. Πάτησαν το Νο 5 και οι δυο. Τα δάχτυλά τους άγγιξαν λίγο ουρανό κι ένα άστ(ρ)ο αποφάσισε εκείνο το βράδυ να γίνει περισ(σσσ)σότερο μωβ απ’ ότι βαφ-όταν συνήθως...
Ρ(αντε)βού. Στις δέκα για συνηθισμένες απολαύσεις περι-λαμβάνουσες μουσική και φαγητό. Απαραίτητες όμως για μια αρχική καθώς πρέπει γνωριμία δυο ταιριαχτών φαινομενικά χαρακτήρων που ίσως (απο)δεικνύονταν στη συνέχεια ένα φιάσκο και μισό. Μα χωρίς ρίσκο πώς θα δια-πιστωθεί αν το όνειρο ζει στη σιωπή;
Εμ-πνέω. Χωράφι του νου η φαντασία του και το ήξερε. Πέρ-ασε στο λαιμό το κόκκινο μεταξωτό μαντίλι κι αντί να το δέσει κόμπο, το έσκισε σε δυο μεριές. Ύστερα έκλεισε το μάτι στον καθρέφτη. Η (αντι)θεση του σχετικά με τα πράγματα ήταν να τα βλέπει πάντα ανα-σκευάζοντας τρόπους ασύμ-βατους με το συν-εθισμένο. Την είδε μα την είχε φανταστεί αν-επιτήδευτη. Η πρώτη εν-τύπωση ήταν ξεν-ερωτική...
Απ(απ)αστρα-πτουσα. Ήρθε στην ώρα της φερμένη από όραμα, οπ-τασία ενός σκοτεινού ρυθμού μέσα από του κατα(ρ)ρα-κτη τη ροή. Ξέ-πλυνε όλο το βράδυ μνήμες λικνίζοντας το γυμνό της κορμί κάτω από τις στάλες της (πε)περασμένης της ζωής ρέοντας πορτοκαλί από-ηχους. Μέχρι το τέλος της νύχτας είχε μετα-μορφωθεί σε μια καινούργια ανυπα(ρ)ξία που απο-ζητούσε ακόμη κάποια ατίθασα χαμένα φωνήεντα...
Χώρισαν πριν καν ξανα-βρεθούν, κάτω από τις στάλες μιας υγρής ομίχλης που άπλωνε την παρ-ουσία της στο πλακόστρωτο. (Χαμο)γέλασαν διαπιστώνοντας πως είχαν φτιάξει μια εξ-αίρεση που τους έδωσε έναυσμα να συνεχίσουν την πορ(ν)εία τους ακροβατώντας σε τρι(γ)μμένα γεφύρια αναζητώντας πολέμιους χαμένων σιωπηλών ονείρων για να απο-δείξουν πως οι κανόνες επι-βεβαιώνονται κάπου γύρω στο (ε)ξημέρωμα...
...κι ήταν ακόμη μεσα-νυχτα...

Θα πάρω μια τούρτα. Μια που να αρέσει σε μένα, όχι σε εσένα. Με τη γεύση που γουστάρω εγώ. Όχι εσύ. Γιατί απόψε θα κάνω ότι θέλω εγώ. Όχι εσύ. Και θα την δοκιμάσω με τον τρόπο μου. Όχι με τον δικό σου. Ο δικός σου τρόπος είναι ξενέρωτος. Θέλει πιάτο και κουτάλι. Ποτέ δεν μ’ άρεσαν οι τυπικούρες. Το ξέρεις καλά. Μα μου τη λες όταν τρώω καθισμένη στο κρεβάτι με τα πόδια ανοιχτά. Ξέρεις, μωρό μου...για να νιώσεις γεύση, χρειάζεται τα πόδια...να είναι ανοιχτά. Με πιάνεις;
Θα την αγοράσω από εκείνο το καινούργιο μαγαζί με την πωλήτρια που ντύνεται ξέκωλα. Που την βλέπω και θέλω να της ορμήξω. Ναι, γιατί; Αφού έχει μαλλί μέχρι τον κώλο και πιασίματα σούπερ. Ότι πρέπει για να πουλάει τούρτες. Σε πειράζει; Η τούρτα μου...θα είναι σοκολάτα. Μέσα της θα έχει κομματάκια βύσσινο και από πάνω θα είναι χυμένη με γλάσο ζεστό και τρούφα πικρή. Κεριά δεν θα ’χει. Τις τούρτες μου δεν τις κάνω εκκλησιές. Τις έχω για άλλο προορισμό...
Μμμ...εσύ θα φοράς το ροζ το πουκάμισο. Αυτό που μου σπάει τα νεύρα. Και νομίζεις πως σου πηγαίνει κιόλας. Ροζ. Άκου ροζ! Μα αυτό θέλω να έχεις όταν γυρίσεις απ’ τη δουλειά. Αυτό που το προσέχεις να μην έχει πάνω του λεκέ. Μα...εμένα μου αρέσουν οι λεκέδες...ναι...μ’ αρέσουν τα ψεγάδια. Γιατί ορίζουν την τελειότητα.
Γι’ αυτό φροντίζω να είμαι ψεγαδιασμένη. Για να νιώθω άνετα με τον εαυτό μου. Ναι...το ξέρεις πως έτσι είμαι εγώ. Πώς με είχες πει μια μέρα; «Γκόμενα φλου!». Θυμάσαι; Μμμ...τι έλεγα; Α,ναι...για την τούρτα. Θα την πάρω, που λες, χωρίς να το ξέρεις από πριν. Για έκπληξη. Δεν σου αρέσουν οι εκπλήξεις, αλλά σκοτίστηκα. Απόψε, θα σε μάθω να αναστενάζεις και να μη ντρέπεσαι να φωνάξεις. Ροζουλί μου υποκείμενο...θα γίνεις υποχείριό μου...και υπογλώσσιό μου....μμμ....καλά...θα δεις πώς.
Θα έρθεις λοιπόν μες την μαλθακότητα μωρό μου...(πόσο εκνευριστικός είσαι...το ξέρεις; ). Θα έρθεις μες την κούραση, καλέ μου...(...πάλι...) και μες τη σιωπή. Και θα πετάξεις τον χαρτοφύλακα...(μπλιαχ...) στον καναπέ μου τον πορτοκαλί. Πριν, είχα καθίσει εκεί ολόγυμνη...ναι...μ’ αρέσει η αίσθηση του βελούδου πάνω μου...όχι όπως εσύ που ανατριχιάζεις...(αχ...γιατί σ’ έχω ακόμη;)
Θα σου πετάξω, που λες την τούρτα στα μούτρα με το που θα μπεις. Μετά τη φάση με τον χαρτοφύλακα...κι αφού θα έχεις λύσει τη γραβάτα (έλεος...). Από τώρα γελάω σα φαντάζομαι τη φάτσα σου. Δεν θα προλάβεις να πεις κουβέντα. Μα...μωρό μου...έτσι σε θέλω. Να στα πιάσω στα πράσα...(ναι...καλά το κατάλαβες). Και θέλω και να μου θυμώσεις. Να γίνεις άγριος...Να πεις και κάνα πουστριλίκι. Να πάρει ο διάβολος! Κανείς δεν σου ’μαθε καμιά βρισιά της προκοπής; Να σου ψιθυρίσω μια...μωρό μου;
Θα σου χυθεί η σοκολάτα στο στήθος και θα σου ορμήξω γλυκιέ μου. Θα έχουν γίνει τα ρούχα σου μπουρδέλο, μα θα γουστάρω να στα βγάλω, καλέ μου. Και θα είμαι κολλημένη πάνω σου τόσο νωχελικά που δεν θα σου πάει καρδιά να με ξεκολλήσεις. Αχ...θα μου θυμώσεις λίγο, μάτια μου; Θα παίρνω τα βύσσινα και θα στα βάζω στα χείλη. Θα πιάνω την τρούφα και θα σε ζωγραφίζω μ’ αυτήν. Θα αλείφω το παντεσπάνι στην κοιλιά σου και θα αφήνω το σιρόπι να χύνεται ανάμεσα απ’ τα πόδια σου...Θα έχεις πάρει χαμπάρι πως ήδη θα σου έχω κατεβάσει το παντελόνι;
Καλά που ακόμη δεν έχω βάλει το χαλί στο σαλόνι. Όλα κι όλα...ποιος θα καθαρίσει μετά; Το σώμα σου το αναλαμβάνω εγώ. Το χαλί...όχι. Δε σφάξανε! Τι θα μου πεις; Πώς θα με πεις; Καριόλα; Αχχχ...θα το πεις άραγε; Φώναξέ το μανάρι μου...ρίχτο πιο δυνατά μωρό μου. Σφίξε με γαμώτο! Θα πεις κι άλλη λεξούλα; Έλα... Θέλω να γίνεις ηφαίστειο και να ξεφύγεις απ’ αυτό που νομίζεις πως είσαι. Θέλω να φωνάξεις τα θέλω σου και να καταργήσεις τα πρέπει σου. Και την λέξη που θα πας να ξεστομίσεις αυτή τη φορά, θα τη γευτώ απ’ τα χείλη σου πριν προλάβεις να την εκφέρεις. Και θα ’χει γεύση από αυτό που θα ’θελα να ήσουν. Και που ξέρω πως δεν θα γίνεις ποτέ...
Γι’ αυτό, την τούρτα μου θα την φάω απόψε από πάνω σου. Ένα επιδόρπιο του τέλους, όπως το θέλω εγώ. Μα θα το μάθεις μετά...μετά....Αφού σου γλύψω τον τρυφερό σου το λαιμό κι αφού πάρω την πνοή σου στο στήθος μου. Αφού σου δαγκώσω το στήθος κι αφού σου τριφτώ με το δικό μου για να το δεις σοκολατένιο. Κι αφού με σφίξεις με δύναμη με το πάθος που θα σου έχω ξυπνήσει (αχ...γιατί δεν μ’ άφηνες να σε γλυκαίνω; Γιατί φοβόσουν μην αποκαλυφθείς; Τι τρόμο δεν ήθελες να αντικρίσεις;)
Και θα τελειώσεις στο στόμα μου...αγαπημένε μου...γιατί όταν φτάσω εκεί που θα σπαρταράς, δεν θα μπορείς να κάνεις αλλιώς. Γιατί εκείνη τη στιγμή θα ορίζω τις αντιδράσεις σου...γιατί εκείνη τη στιγμή η γεύση μου θα θέλω να αλλάξει. Κι εκείνη τη στιγμή θα καταπιώ τη λάβα σου που όμοιά της δεν θα βγάλεις ποτέ. Γιατί καμιά δεν θα σου δώσει άλλη φορά σοκολάτα...με τρίμματα ψυχής.
Και όταν θα φωνάζεις τ’ όνομά μου μες τα αγκομαχητά σου,περισσότερο πόνος θα είναι παρά λύτρωση. Γιατί θα καταλάβεις ακόμη μια φορά πως μιλάω με πράξεις. Γιατί θα δεις το ροζ σου το πουκάμισο λερωμένο και δεν θα σε νοιάξει...μα...θα είναι πλέον πολύ αργά. Γιατί κάπου εκεί γύρω στο χάραμα, που ’χει την περισσότερη παγωνιά, θα σπάσει η πορσελάνη σου που είναι δήθεν. Και μένα...μ’ αρέσει το αυθεντικό.
Γιατί οι τούρτες μωρό μου...δεν θέλουν μόνο επιδέξιες γλώσσες για να φαγωθούν μα θέλουν και κατάλληλο πιατάκι για να προσφερθούν. Και στο λέω εγώ που είμαι «γκόμενα φλου». Γιατί μόνο εκεί δεν κάνω εκπτώσεις, καλέ μου. Στα πιατάκια που γλύφω το επιδόρπιό μου.
Τι εκπαιδευμένη γάτα θα ’μουν;



.