Τετάρτη, 25 Φεβρουαρίου 2009

Το κακό το ριζικό




Γεννήθηκε με τρία. Μυαλά. Δεν του ’φτανε η μαλακία που ούτως ή άλλως θα είχε και με ένα, έπρεπε να την αποκτήσει εις τριπλούν. Μα έτσι έχουν γίνει όλα σ’ αυτόν τον κόσμο. Αν είναι να ’χεις κάτι, ο διάολος που μοιράζει σκατά, δεν λυπάται να στα χώσει στη μούρη με την πιατέλα. Κι εσύ, δεν έχεις επιλογή άλλη από το να πεις ευχαριστώ για το πασάλειμμα και ν’ αρχίσεις να βοσκάς. Ναι. Τα σκατά βοσκιούνται, ντάξ;

Το πρώτο μυαλό το ’χε χρόνια στην πρώτη γραμμή. Ήταν το δέκα το καλό. Το μοστράριζε όταν ήθελε να ρίξει τις ρομαντικές. Απ’ αυτές που δεν πάνε με τη μεζούρα παραμάσχαλα στο κρεβάτι μα από κείνες που θέλουν πού και πού ένα αστέρι στην ποδιά. Και μη φανταστείτε σπουδαία πράγματα. «Άστρο» έλεγε μοναχά, μα το ’λεγε με μελωμένο στόμα. Και το καλό το μυαλό, εκεί ήταν που έδειχνε την αξία του. Έδινε χώρο στη γλώσσα. Για να κάνει πλατάγισμα με νόημα. Και με βλέμμα να κοιτάει κάπου εκεί ανάμεσα απ’ τα μάτια για να φαίνεται πως ξέρει να καρφώνει. Κι έτσι, είχε γαμήσει πέντε έξι καλές μέχρι τα εικοσιπέντε του.

Το δεύτερο το μυαλό το ’χε για να κάνει αφαιρέσεις. Τι να κάνεις τις άλλες πράξεις όταν οι αφαιρέσεις είναι αυτές που χρειάζονται για να πας μπροστά; Μείον λοιπόν όταν ήταν να διαλέξει τρία πουκάμισα ή δυο. Έβαζε ένα. Μείον όταν ήταν για να σκεφτεί αν θ’ αλλάξει σώβρακο. Άστο από αύριο. Μείον κι όταν πήγαινε να παίξει τρίλιζα. Δεν θέλει τακτική το παιχνίδι. Θέλει να ξέρεις να χάνεις. Κι έτσι, έβγαινε πάντα κερδισμένος. Λιγότερα για να πλύνει, λιγότερος χρόνος να πλυθεί, λιγότερο να χολοσκάει για παλαμάκια.

Το τρίτο το μυαλό το ’χε σε περίπτωση ανάγκης. Αν λάσκαρε κάποιο απ’ τα προηγούμενα έμπαινε σε εφαρμογή η γεννήτρια. Ναι, έτσι το ’λεγε. Γεννούσε ιδέες. Και μ’ αυτές πορευόταν εδώ που τα λέμε ίσαμε τα τώρα που έχει πατήσει πλέον τα ογδόντα εννιά. Μόνο που οι ιδέες του ήταν μάπες φουσκωμένες από πλεμόνια σικέ. Τώρα θα μου πεις πώς πορευόταν. Ε, δε θέλει και πολύ σκέψη μωρέ. Πρώτα βάνεις το ένα ποδάρι μπροστά κι αν έχεις και δεύτερο ακολουθεί και κείνο. Κάπως έτσι. Μα ένιωθε υπερήφανος που όταν κάποια φαεινή τον γαργαλούσε, αυτός ταυτόχρονα ξυνόταν με καμάρι. Νόμιζε...πως (άκου πλάκα!) το ξύσιμο είναι προσόν. Κι έτσι όλα αυτά τα χρόνια όταν κάποια ιδέα του μίλαγε, αυτός αντί να την υλοποιεί, την έξυνε. Παντού. Σ’ όλα τα μέρη πάνω του. Μα πιο πολύ στ’ αχαμνά. Ε, άντρας ήταν. Κι οι άντροι το ’χουν αυτό το κουσούρι. Από τότε έπαθε και το δερματικό. Αυτό που όταν πας να διαιωνιστείς βγάζεις ρόζους, το ’χεις ακουστά; Ε, απ’ αυτό. Η ουσία όμως είναι πως νόμιζε πως η ζωή τέτοια θέλει. Κι εδώ που τα λέμε μπορεί να ’χε και δίκιο.

Τέλος πάντων. Το θέμα είναι πως τώρα που πνέει τα λοίσθια, αυτά τα τρία τα μυαλά κάπου πρέπει να μεταδοθούν. Έτσι του ’παν πως πρέπει να γίνει. Γιατί αν τα πάρει μαζί του, θα ριζώσει στη χώρα των απολαλλημένων. Κι άμα ριζώσει εκεί, για καλό δεν θα είναι. Σίγουρα πράματα.

Κει που σκεφτόταν σε ποιον να μεταδώσει το κάρμα του, το πρώτο μυαλό του υπαγόρευσε να πει τι λέξη άστρο. Κι ο μαλάκας την είπε. Έπεσε η λέξη κι έκανε σεισμό. Βλέπεις, δεν ήταν καμιά γκόμενα εκεί για να την πιάσει. Το δεύτερο μυαλό κάτι πήγε να του πει για το χρώμα που ’πρεπε να ’χει το σάβανό του, μα δάγκωσε τη γλώσσα του και δηλητηριάστηκε. ΄Ασχετα πράματα δηλαδή. Κι έτσι το τρίτο το μυαλό πήρε μπρος μια και τ’ άλλα δεν δούλεψαν κατά πώς έπρεπε. Και του είπε πως χρειαζόταν να ξεριζωθεί κι ύστερα δίπλα σε γλάστρα με πικραλίδες να φυτευτεί. Κι έτσι το ριζικό θα ρίζωνε. Κι ας ήταν και κακό. Τι διαφορά κάνει ένα λάμδα δηλαδή; Και του φάνηκε καλή ιδέα. Κι αμέσως...

...ξύστηκε...

.

Κυριακή, 22 Φεβρουαρίου 2009

Βραδινός περίπατος




Θα έρθω πάλι κάτω απ’ το δέντρο μας. Καιρό έχω να σε συναντήσω εκεί. Καιρό έχω να ρουφήξω με την ανάσα μου τον αναστεναγμό σου. Καιρό έχω να σου κλέψω λίγο όνειρο και να λουστώ με τις αχτίδες του. Θυμάσαι που μου έλεγες πως χαιρόσουν να με βλέπεις να λούζομαι στο φως του φεγγαριού; Και γω δεν σου χαλούσα το χατίρι. Γδυνόμουν κι ήμουνα αφημένη στου σκοταδιού την άκρη. Κι όταν φανερωνόταν το φεγγάρι, πήγαινα και του μιλούσα. Κι εσύ χαμογελούσες...


Θέλω να φορέσω εκείνο το φουστάνι που σου αρέσει. Το ασύμμετρο που έχει τους ώμους έξω. Που με κάθε μου κίνηση ανεμίζει και μου σηκώνεται ψηλά. Που είναι στενό στη μέση και λίγο πιο φαρδύ στους γοφούς. Που πέφτει απ’ τη μια μεριά μέχρι τη γάμπα μου και μου την γλύφει καθώς περπατώ. Βυσσινί. Σ’ αρέσει το βυσσινί επάνω μου, ε; Και γω το φοράω για να με κοιτάς...


Όμορφη κι η λιμνούλα μας. Με κείνα τα λευκά ανθάκια στις όχθες της. Και τις μικρές φωνούλες των αόρατων πλασμάτων να λένε το τραγούδι τους. Ερωτικό τραγούδι λες να είναι; Κάλεσμα ενστίκτων ίσως. Φύσης ανασαιμιά. Φωνή απ’ τ’ αγέρι όταν γλιστράει ανάμεσα απ’ τις καλαμιές. Ροή του σήμερα μεταξύ του πριν και του μετά. Ένα τώρα που ζητάει και κάτι παραπάνω για να φτιάξει χρώμα όταν το λιόγερμα χαθεί...


Μ’ αρέσει να με κοιτάς να κολυμπώ. Ήσυχα και απαλά και συ καθισμένος σε μια πέτρα γυαλιστερή. Να μου γνέφεις και γω να βυθίζομαι στου νερού την αντανάκλαση. Πιάσε το φόρεμά μου και φέρ’ το στο πρόσωπό σου. Νιώθεις τ’ άρωμά μου; Το νιώθεις. Γι’ αυτό σκέφτεσαι τι στίχο θα μου πεις. Το ξέρω πως κάποιο στίχο φτιάχνεις στο μυαλό. Μου έχεις πει πως πλέκεις ποιήματα όταν κολυμπώ κοντά σου. Ποια λέξη να σου ήρθε τώρα άραγε στο νου;


Βουτώ και χάνομαι. Μέχρι τον πάτο του νερού. Εκεί που η άμμος είναι πυκνή και μαλακή. Να πιάσω λίγη με τη χούφτα μου και να την αφήσω μετά να κυλήσει ανάμεσα απ’ τα δάχτυλά μου. Να χωθεί ανάμεσα απ’ τα στήθια μου και να με γαργαλήσει. Να απλωθεί μες το νερό και να πάει πάλι εκεί που ανήκει. Σ’ έναν βυθό που θέλει να ησυχάσει μετά τον βραδινό μας περίπατο...


Έλα και πιάσε με τώρα που θα βγω. Δώσε μου το χέρι σου απαλά να το αγγίξω και τράβηξέ με προς το μέρος σου. Με τι θα με στεγνώσεις; Όχι, μη μου πεις. Άσε με να το φανταστώ. Με το σώμα σου θα μ’ ακουμπήσεις να μου τραβήξεις τις σταγόνες ή με τα χείλη σου απαλά θα μου τις πάρεις μια μια; Ή μήπως θα μου στρώσεις το φόρεμα μου δίπλα σου για να ξαπλώσω και να με απορροφήσει το ντροπαλό φεγγάρι;


Έρχομαι μ’ έναν ψίθυρο για εσένα κι ετοιμάσου. Όπως και να στεγνώσω απόψε, το ξέρεις πως μέσα μου υγρή θα παραμείνω και θα σου παραδοθώ...


...μιας και οι λέξεις που σκεφτόσουν έφτιαξαν το ποίημα που μόλις επάνω μου φανέρωσες...






.

Πέμπτη, 19 Φεβρουαρίου 2009

Ξηγήσου μόρτικα




Στρίψε μου ένα και κάτσε να τα πούμε. Βαρύ το θέλω. Όπως τη ματιά μου όταν σε κοιτάει εξερευνητικά από πάνω μέχρι κάτω. Όπως τα υπονοούμενά μου όταν στέκονται μια στιγμή παραπάνω στων χειλιών σου το άνοιγμα. Όπως το χάδι μου όταν γίνεται λίγο πιο έντονο απ’ όσο χρειάζεται ώστε να περάσει στο πιο πέρα στάδιο της αφής.


Βάλε μου κι ένα πάγο στο ποτήρι. Να ακούσω τον ήχο που κάνει το υγρό όταν δέχεται ένα σώμα στέρεο. Να πιάσω και μια πιτσιλιά στον αέρα την ώρα που πηγαίνει να ξεφύγει και να την αφήσω να τρέχει στο δάχτυλό μου πάνω.


Και θα γείρω το κορμί μου πίσω. Θα χαϊδέψω νωχελικά τον λαιμό και θα βάλω το ένα μου πόδι πάνω απ’ τ’ άλλο. Κι ύστερα, θα σε καρφώσω με το βλέμμα μου.


Τι μήνυμα σου δίνω; Τι θέλω να σου μεταφέρω; Τι νομίζεις πως έχω ανάγκη να σου πω; Τι καταλαβαίνεις; Φταίει ο τρόπος; Η γλώσσα που μιλάει χωρίς να βγάζει λέξεις; Η ανάσα που διαχέεται καυτή; Είναι κάτι που θέλω να νιώσω; Να δω; Να μάθω;


Ίσως...


Και τώρα μίλα μου. Πες ότι έχεις να μου πεις. Ότι θέλεις να μου κάνεις. Όπως θα ήθελες να με δεις. Ή μήπως περιμένεις την κατάλληλη στιγμή για να γίνει αυτό; Και ποια είναι αυτή; Η δική σου κατάλληλη στιγμή μήπως; Κι αν δεν ταιριάζει με τη δική μου; Το σκέφτηκες αυτό;


Άσε με να πιω μια γουλιά και συνεχίζεις. Κι ας μην άρχισες ακόμη. Με κοιτάς πώς πίνω; Αγγίζω το ποτήρι απαλά. Κρύο είναι. Μ’ αρέσει η αίσθησή του. Μα το ποτό που κυλάει μέσα μου είναι καυτό. Όπως και η λέξη που μόλις σκέφτηκες. Πες την.


Δε τη λες, ε;


Θα το πάω λίγο πιο κει. Να δω μέχρι πού μπορείς να φτάσεις. Εγώ ξέρω για μένα. Μα θέλω να δω αν εσύ είσαι αλλιώς. Είσαι; Πόσο θα ’θελα να είσαι διαφορετικός. Πόσο θα ’θελα να μη πλέξω πάλι ένα σενάριο χωρίς να αναγκαστώ να το ξηλώσω για να σχηματίσω ξανά ένα καινούργιο κουβάρι.


Μα...


Ακόμη δε μιλάς, ε; Μη μου πεις πως δεν σ’ αφήνω. Αν ήθελες να μιλήσεις τόση ώρα, θα είχες βρει και τον τρόπο. Ξέρεις τι θα μου άρεσε; Μια πρωτοτυπία. Ένα σκάσε. Ένα βούλωσέ το. Ένα πάψε να με κοιτάς έτσι. Και να ’ρχόσουν μια ανάσα μακριά απ’ το πρόσωπό μου και να άρχιζες να μιλάς. Δυνατά. Στιβαρά. Με πατημένες τις λέξεις. Με βλέμμα μες το βλέμμα. Και να αρχίσεις να μου ξεδιπλώνεσαι. Να μου ανοίγεσαι. Να μου δείχνεσαι.


Μα φοβάσαι. Τρέμεις. Εσένα. Όχι εμένα. Γιατί είσαι άλλος ένας απ’ αυτούς που το βάζουν στα πόδια όταν βλέπουν τον εαυτό τους κατάματα. Και είναι στιγμές που μέσα μου βλέπεις εσένα. Το ξέρω. Ότι και να πεις, το ξέρω από πριν. Μα γουστάρω να ακούω εξηγήσεις χωρίς σελοφάν. Χωρίς φιόγκους και περιτυλίγματα. Γουστάρω συμπεριφορά καθάρια. Με υπόκρουση. Με ηχώ. Με βάθος. Με στεναγμό.


Γι’ αυτό κάτσε και ξηγήσου μόρτικα.


Μπορείς;


.

Παρασκευή, 13 Φεβρουαρίου 2009

Η αντρική μου φύση




Χτες είχα στύση. Κανονική στύση. Βαρβάτη. Απ’ αυτές τις σκληρές, τις δυναμικές, τις γαμιστερές. Απ’ αυτές που δεν κρατιούνται. Που όταν βλέπουν τρύπα θέλουν να μπουν και να τα δώσουν όλα. Ανεξαρτήτως φύλου και οδού.


Ήμουν σ’ ένα αμπελοχώραφο κι έβρεχε ο ουρανός αηδία. Απ’ τις αηδίες που θες να κυλιέσαι μέσα τους. Τις λασπερές. Απ’ αυτές που γεμίζεις γλίτσα και σου ’ρχεται να ανακατώνεσαι στο βούρκο. Σα το γουρούνι που δεν μπορεί να ξεμακρύνει απ’ τα ένστικτά του. Και ποιος μπορεί;


Κι ήρθε και μια άνοιξη απ’ το πουθενά. Απ’ αυτές που μπαίνουν μαζί με το παραπέτασμα της γύρης που σου γαργαλάει τα ρουθούνια. Που χώνεται και ποτίζει όλα σου τα κύτταρα και τα κρατά σε υπερδιέγερση. Και σου ’ρχεται να ανατριχιάζεις κάθε τρεις και λίγο. Ενίοτε και να φταρνίζεσαι. Είναι ξέσπασμα το φτάρνισμα. Με κάμποσα αψού σε λίγο αρχίζεις και γελάς. Το ’χεις παρατηρήσει;


Πέρασε κι ένα χελιδόνι. Απ’ αυτά που έχουν την ουρά σαν το ψαλίδι που λέγαμε στο δημοτικό. Το ζωγραφίζαμε κιόλας. Πόσο καιρό έχω να ζωγραφίσω χελιδόνι, αλήθεια. Έσκισε το σύννεφο και έσταξε βαμβάκι. Πάνω μου. Στο στήθος μου κάθισε. Στις δυο μου ρόγες τις στητές κι έμεινε πάνω τους να ανασαίνει.


Και τότε ήταν που το είδα. Να ορθώνεται ανάμεσα απ’ τα πόδια μου. Να με πιέζει κι ύστερα να ελευθερώνεται. Να παίρνει απόχρωση κοκκινωπή και να χοντραίνει. Το αντρικό μου όργανο σε πλήρη εμφάνιση. Δεν σοκαρίστηκα. Γιατί να σοκαριστώ; Όλοι μας έχουμε δυο φύσεις μέσα μας. Ανά περιστάσεις βγαίνει πότε η μία και πότε η άλλη. Το ότι όμως η δικιά μου αντρική φύση αποφάσισε να μου φανερωθεί μ’ αυτόν τον τρόπο, αυτό είναι δικό της θέμα. Δεν θα πω εγώ στη φύση πώς να μου μιλά.


Για ένα όμως αναρωτιέμαι τώρα.


Ποιον να πρωτογαμήσω...


.

Τρίτη, 10 Φεβρουαρίου 2009

Γυμνά μονοπάτια




Γύρισε απ' την άλλη πλευρά. Γυμνή κάτω απ' τα σκεπάσματα κοιμήθηκε σήμερα. Έτσι όπως ονειρευόταν να κάνει όταν θα αποκτούσε κάποια στιγμή δικό της διαμέρισμα. Χωρίς να ξέρει κανείς το πώς και το γιατί της...


Το ένα πόδι πλάι στο άλλο, τα μαλλιά της να πέφτουν ανέμελα στο πρόσωπό της, οι παλάμες της ανοιχτές. Είναι φορές που ασυναίσθητα τις σφίγγει. Σαν μικρές μπουνιές. Όμως αυτή τη φορά είχε νιώσει ήρεμη και είχε αφήσει το κορμί της ελεύθερο να ακουμπήσει στο απαλό της στρώμα...


Άνοιξε απότομα τα μάτια σαν κάποιος να την έβγαλε απ’ την ύπνωση. Τρεις εικόνες πρόλαβαν και πέρασαν από μπροστά της. Απ’ το πουθενά. Από κει που δεν το περίμενε...


Η πρώτη ήταν του πρώτου που ήρθε στη ζωή της. Που την άγγιξε απαλά μες τα δυο του χέρια και της έδωσε χάδι και ανάσα. Που την προστάτευε σαν πολύτιμο αντικείμενο. Που φοβόταν μη του σπάσει. Της χαμογέλασε κι έφυγε όπως ήρθε. Ξαφνικά και δυνατά...


Η δεύτερη ήταν του δεύτερου. Η αίσθηση που έχει απ’ αυτόν είναι ένα φιλί στα γρήγορα την ώρα της προσευχής στα σκαλιά του σχολείου. Την άλλη μέρα εκείνος άλλαξε περιοχή. Και σχολείο. Από τότε έπαψε να προσεύχεται...


Η τρίτη ήταν του τρίτου. Ένας έρωτας που την έκανε γυναίκα. Πού και πού τον σκέφτεται. Μα είναι απ' τους έρωτες που δεν σε καθορίζουν. Ούτε και σε ορίζουν. Είναι από εκείνους που σηματοδοτούν όμως μια απ' τις αρχές που ξεκινάς...


Έκλεισε τα μάτια και σηκώθηκε. Τα άνοιξε και πάλι. Το αποφάσισε. Σήμερα δεν θα πήγαινε πουθενά. Ξάπλωσε στο κρεβάτι ξανά. Δεν χαμογέλασε. Αίματος δεσμοί. Αθωότητα. Μετάβαση. Οι λέξεις που της ήρθαν στο μυαλό...


Τις έδιωξε αμέσως και σκέφτηκε μια καινούργια. "Λαγνεία". Και μ' αυτή...



...άρχισε ακόμη ένας εφιάλτης της...





εμπνευσμένο από ένα σχόλιό μου στην ανάρτηση του sdryche



Κυριακή, 8 Φεβρουαρίου 2009

Από άλλο ανέκδοτο





Ξέφυγα απ’ των χειλιών σου την άκρη. Την ώρα που χαμογέλασες. Από άκουσμα που σου ξύπνησε θύμηση.


Απλώθηκα στον αέρα σαν ήχος. Από κάτι πρωτόγνωρο που σε έκανε να τρανταχτείς.


Κρύφτηκα πίσω από μια κουρτίνα βυσσινί. Μη χάσω της πρωτοτυπίας τη μορφή.


Έκλεισα το βλέμμα μου σε ενός ονείρου παγίδα. Και φυλακίστηκα σε μιας εικόνας την υπογραφή.


Γδύθηκα το υπονοούμενό μου και το άφησα να πλανηθεί. Και έπεσα σε ακόμη μια πλάνη.


Γήτεψα στεναγμό και τον καρφίτσωσα στο στήθος. Και γητεύτηκα σε μιας βροχής την καταιγίδα.


Ήπια εξήγηση βουβή. Και σου έδωσα να δοκιμάσεις δάκρυ με γεύση πορτοκάλι.


Κι ύστερα χαμογέλασα κι εγώ.


Έχεις δει αστείο να χαμογελά;


Κοίτα με.


Και ξέχασέ με.


Γιατί δε θέλω να με διαδώσει κανείς.


Γιατί...είμαι ένα αστείο...


... από άλλο ανέκδοτο...


.





.

Κυριακή, 1 Φεβρουαρίου 2009

Χύνομαι...




Με κίνηση στο κοντά. Με την αίσθηση του «ναι», του «θέλω», του «μετά», του «τώρα», του «ξανά». Μπλούζα ανοιχτή με τους ώμους έξω, μαύρο στοιχειό που έφυγε απ’ της πέτρας το χτίσιμο. Γδαρμένο ξωτικό του όχι με τσαλαπατημένο μη και θαμμένο στις τρύπες μιας αρχαίας αγοράς. Γύρω ρολόγια χωρίς χρόνο. Τίποτα τυχαίο όταν δεν πιστεύεις στην τύχη...


Σταυροπόδι. Καπνός με ομίχλη και άρωμα αγγίγματος. Κόκκινο. Και λευκό. Με δυο πάγων ήχο...


«Μεθάς εύκολα...»


«Μεθάω εύκολα...»


Ημίφως. Αίσθηση αντανάκλασης. Χροιά τελετής. Τι λένε οι λέξεις όταν ιστορούν; Πώς ακούγονται όταν η τονικότητα αναστενάζει; Τι χρώμα βάζεις στον κάθε πίνακα που σχηματίζεται μπροστά σου; Ένα; Πολλά; Ξέρεις από χρώματα. Κι από σκιές. Κι από συνδυασμούς. Όπως ξέρεις πως δεν είναι ανάγκη να ρίξεις πινελιά για να φτιάξεις εικόνα. Αφού μπορείς να είσαι η ίδια η εικόνα...


Άγγιγμα. Κι άλλο. Και κάτι χωρίς. Κι ένα φεύγα μες το φεύγα. Είσαι ειδική στο φεύγα. Ευτυχώς που μερικοί καταλαβαίνουν. Και δεν χρειάζεται να δίνεις εξηγήσεις (και πότε έδινες;)...


Χαμόγελο. Μισόκλειστα βλέφαρα. Κι ένα αγκάθι που προσπαθείς να μη του δίνεις σημασία. Πότε έρχεται πότε φεύγει. Ίσως κανείς να μη καταφέρει να στο βγάλει. Ίσως επειδή δεν αφήνεις κάποιον να στο βγάλει. Το σκέφτηκες αυτό; Γιατί σ’ αρέσει να αγγίζεις τις πληγές σου και να τις κάνεις να αιμορραγούν; Τόσο πολύ γουστάρεις το αίμα σου;


Ακούς κάτι; Ρέει. Εκεί στην παλιά τη βρύση. Κυλάει. Ανάμεσα απ’ τις χαραμάδες. Φεύγει. Στου αόρατου τα μονοπάτια. Έρχεται. Απ’ του πουθενά τα μέρη. Και χύνεται. Μέσα σου...έξω σου...δίπλα σου...πάνω σου...


Εσύ είσαι. Ακόμη δεν το πήρες είδηση; Χύνεσαι...


...χύνεσαι...







.