Σάββατο, 28 Μαρτίου 2009

Παιχνίδια εξουσίας



Μου άνοιξε την πόρτα και μπήκα στο χώρο του. Είχε φτιάξει σκοτάδι κι η μπαλκονόπορτα του ρετιρέ του, έδειχνε τα φώτα που φαίνονταν από μακριά. Οι κουρτίνες επιμελώς ανοιγμένες η μια να είναι στη μια άκρη κι η άλλη κάπου πιο πέρα. Φαινόταν και το φως απ’ το φεγγάρι που λες και είχε συνωμοτήσει να ρίχνει τις ανταύγειες του ακριβώς εκείνη την ώρα στο κέντρο του δωματίου.



Γύρω κεριά. Μικρά, μεγάλα, μεσαία. Αρωματικά, λευκά, χρωματιστά. Ένα μπουκάλι κόκκινο κρασί με δυο ποτήρια ήταν στο κέντρο του χαμηλού τραπεζιού μπροστά απ’ τους δυο καναπέδες Απ’ ότι διέκρινα,ο χώρος ήταν ενιαίος, μα αυτό που δέσποζε ήταν η τεράστια βιβλιοθήκη του που έπιανε όλον τον τοίχο από πάνω ως κάτω. Ένα επίπεδο ψηλότερα απ’ τον υπόλοιπο χώρο, βρισκόταν ένα διπλό μεταλλικό κρεβάτι με απαλό κίτρινο πάπλωμα και πάνω του έπεφταν δυο διάφανα πέπλα που κρέμονταν με χάρη απ’ το ταβάνι ίσαμε το πάτωμα. Η κλασική μουσική που απλωνόταν συμπλήρωνε την καλοφτιαγμένη ατμόσφαιρα.«Σκηνικό αποπλάνησης», σκέφτηκα και προχώρησα πιο μέσα.



Τον είχα γνωρίσει σε μια εκδήλωση και με κάλεσε στο σπίτι του το οποίο χρησιμοποιεί και σαν γραφείο να μιλήσουμε για μια μου δουλειά. Ως ειδικός και «μέσα στα πράγματα», φαινόταν να ξέρει αρκετά, έτσι δέχτηκα να τον συναντήσω ιδιαιτέρως. Τύπος μποέμ, άνετος, σίγουρος για τον εαυτό του, με τα μαλλιά πιασμένα πίσω σε μικρή ουρά. Μ’ αρέσουν κάτι τέτοιοι. Εκπέμπουν οικειότητα.



Περίμενα πως θα έκανε κάποια κίνηση τύπου φλερτ, μα δεν περίμενα πως θα το προχωρούσε τόσο γρήγορα εξ αρχής. Μιλούσαμε και με κοιτούσε στα χείλη και μετά από λίγο το βλέμμα του έτρεχε πάνω του. Μου έβαλε κρασί και μου μίλησε για τη δουλειά του. Ομολογώ πως με εντυπωσίασε απ’ τα πράγματα που είχε κάνει, το πώς έγινε γνωστός τόσο γρήγορα καθώς και το ότι είχε ταξιδέψει σχεδόν παντού. Είχε τον αέρα του «διαλέγω αυτό που μ’ αρέσει και το έχω». Κι όταν ο άλλος σου δίνει αυτή την εντύπωση, αυτόματα νιώθεις πως έχει και το πάνω χέρι. Πράγμα που καμιά φορά είναι γοητευτικό. Όπως και στη συγκεκριμένη περίπτωση.



Καθόμουν σταυροπόδι και ύστερα από λίγο, με σταθερά βήματα, ήρθε προς τα πίσω μου κρατώντας το ποτήρι του. Σταμάτησε απότομα την κουβέντα και πέρασε το χέρι του απαλά γύρω απ’ τον λαιμό μου. Μου τράβηξε τα μαλλιά κάνοντάς με να τον κοιτάξω. Δεν αντιστάθηκα. Με μιας έχυσε από ψηλά το μισό του κρασί μες το στήθος μου, που διακρινόταν απ’ το ανοιχτό μου φόρεμα, κι άρχισε να μου το απλώνει στις ρόγες βάζοντας το χέρι του ολοένα και πιο μέσα.



Ένιωσα το κρύο υγρό να κυλάει ανάμεσα απ’ τις χαράδρες μου κι ύστερα τη ζεστή του παλάμη να με χαϊδεύει. Τον κοιτούσα χωρίς να μιλώ, ανήμπορη να κουνηθώ, παραδομένη σε ένα χέρι που πρώτη φορά το ένιωθα πάνω μου και χωρίς καμία διάθεση να τραβηχτώ. Ένιωσα πως και να ήθελα να σηκωθώ, εκείνος θα έβρισκε τρόπο να με κάνει να σκεφτώ πως δεν θα ήταν και τόσο καλή ιδέα. Δεν μ’ ένοιαξε διόλου που το κόκκινο ποτό είχε χρωματίσει το σουτιέν και το φόρεμά μου. Λεπτομέρειες άνευ σημασίας.



Ήρθε μπρος μου και γονάτισε ανάμεσα απ’ τα πόδια μου. «Ξέρεις μικρή», μου είπε, «είσαι απ’ τις γυναίκες που χρειάζονται κάποιον να υπηρετήσουν κι είμαι σίγουρος πως αυτό δεν στο έχει βγάλει κανείς». Απόρησα όχι μόνο με το ότι είχε πέσει μέσα σ’ αυτό, μα συγχρόνως θύμωσα και λίγο για την ιδέα που είχε για μένα. Τι θα πει να υπηρετήσω κάποιον δηλαδή; Στράβωσα όταν αναλογίστηκα κάτι τέτοιο.



Χωρίς να περιμένει να πω κάτι, άνοιξε το συρτάρι που ήταν κάτω απ’ το τραπεζάκι του σαλονιού. Έβγαλε ένα δερμάτινο λουρί με μιαν αγκράφα και μια μακριά ασημένια αλυσίδα. Με μια κίνηση, μου το πέρασε απ’ το λαιμό και πριν προλάβω να αντιδράσω με τράβηξε πάνω του. Τα χείλη του κόλλησαν στα δικά μου. Χάιδεψα το κολάρο στον λαιμό μου. Ένιωσα παράξενα. Περίεργα. Ηδονικά περίεργα. Ασκούσε μια εξουσία πάνω μου που την έβρισκα άκρως ερεθιστική μα προχωρούσε γρήγορα. Πολύ γρήγορα για τα δικά μου γούστα.



Την ώρα που έκανε να μου τραβήξει το κιλοτάκι κι είχε βάλει το χέρι μου στο φουσκωμένο του όργανο, τραβήχτηκα. Με κοίταξε με μάτια που πετούσαν φλόγες. «Δεν θα πας πουθενά γιατί σ’ αρέσει», μου είπε. Ναι, ίσως να μου άρεσε μα ταράχτηκα όταν ένιωσα πως θα μπορούσα να το συνεχίσω. «Μετά από λίγο καιρό που θα συνηθίσεις», συνέχισε, «θα έρχεσαι εδώ, και με το που θα μπαίνεις στο δωμάτιο θα γδύνεσαι, θα φοράς το λουρί και θα κάθεσαι στα γόνατά μου χωρίς καν να στο έχω πει. Και θα το θέλεις, μικρή. Θα το γουστάρεις πολύ».



Δεν ξέρω γιατί μα αυτά τα λόγια με αναστάτωσαν. Τον έσπρωξα και σηκώθηκα επάνω. ΄Εβγαλα το κολάρο και το άφησα στα μαξιλάρια του καναπέ. Έβαλα το παλτό μου και ψέλλισα κάτι. Ούτε που θυμάμαι τι. ΄Εφυγα κατεβαίνοντας απ’ τις σκάλες με την καρδιά μου να χτυπάει. Εκείνος κρατούσε την πόρτα και πρόλαβα να δω το χαμόγελό του που αγκάλιαζε όλο μου το κορμί καθώς ξεμάκραινα.



Έξω έβρεχε και γύρισα σπίτι μου με τα πόδια, σχεδόν μια ώρα δρόμο. Έγινα μούσκεμα και οι σκέψεις μου ήταν ανάκατες. Η καρδιά μου συνέχιζε τους γρήγορους κτύπους της. Δεν μπορούσα να εξηγήσω μα ούτε είχα και τη δύναμη να αναλύσω τα πολύπλοκα συναισθήματά μου. Είχα ριγήσει στην ιδέα πως αυτός ο άντρας θα μπορούσε να με κάνει ότι θέλει. Και ξέρω πως θα ζούσα μαζί του εμπειρίες που δεν είχα ως τα τώρα με κανέναν. Κι αυτό με φόβιζε. Μα...όμως...εγώ έρμαιο; Ποτέ!



Το άλλο βράδυ, μετά το μπάνιο μου, στάθηκα μπροστά στον καθρέφτη. Κοίταξα το σώμα μου αγγίζοντας τις καμπύλες μου. Φόρεσα τις μεταξωτές μαύρες κάλτσες μου με τη σιλικόνη. Έβαλα ζαρτιέρες και κούμπωσα το δαντελωτό μου σουτιέν. Χωρίς εσώρουχο. Έβαλα το στενό μου φόρεμα με το φερμουάρ και σήκωσα τα μαλλιά μου ψηλά. Λίγο άρωμα πίσω απ’ το λαιμό και ένα μπορντό μαντίλι περασμένο απ’ τον καρπό.



Βγήκα και πήρα ταξί. Κατέβηκα και κοίταξα προς το ρετιρέ του. Ημίφως και νότες κλασικής μουσικής που τις έφερνε ο άνεμος απ’ την ανοιχτή του μπαλκονόπορτα. Μου άνοιξε αμέσως όταν του χτύπησα την πόρτα έχοντας στα χείλη του ζωγραφισμένο το ίδιο χαμόγελο που είχε το προηγούμενο βράδυ όταν με έβλεπε να φεύγω. Προχώρησα με αργές κινήσεις στο δωμάτιο. Πήγα στο τραπεζάκι του σαλονιού κι άνοιξα το συρτάρι του. Έβγαλα το λουρί με την αλυσίδα και το πέρασα στο λαιμό μου. Κάθισα στο χαλί και έγειρα προς τα πίσω. Τον κοίταξα και χαμογέλασα.



Έκλεισε την πόρτα. Πλησίασε.



.

Πέμπτη, 26 Μαρτίου 2009

Σήμερα




Σηκώνομαι αργά. Νωχελικά. Με βήματα ξυπόλυτα προχωρώ. Πηγαίνω στην κουζίνα...



Το παραθύρι μου δείχνει συννεφιά. Ο αγαπημένος μου καιρός. Τραβάω την κουρτίνα και πιάνω μια ανάσα. Ανάσα του βορρά. Την φέρνω πάνω μου και τη ρουφώ. Την γεύομαι, την μυρίζω και την αφήνω να μου πάρει πίσω τα μαλλιά...



Τεντώνω τα χέρια ψηλά. Φέρνω την πλάτη πίσω. Μου βγαίνει ένας αναστεναγμός. Βάζω στην κούπα μου ζεστό μυρωδάτο καφέ και γυρνώ στο κρεβάτι. Ζεσταίνω τα χέρια μου στο καυτό μου το ποτήρι. Και φέρνω τα χείλη μου κοντά. Η γλώσσα μου καίγεται με την πρώτη γουλιά. Μ’ αρέσει να καίγομαι...



Φέρνω το πάπλωμα μέχρι επάνω. Να μου καλύψει το στήθος. Ακουμπισμένη σε δυο μαξιλάρια. Δεν ανάβω φως. Μ’ αρέσει να νιώθω την συννεφιά να σπάει ανάμεσα απ’ τις γρίλιες μου. Τις γρίλιες της ψυχής μου...



Σε λίγο η φύση ξυπνάει. Σε λίγο θα ακουστεί εκείνο το πουλάκι που έχει φτιάξει φωλιά στο δέντρο του κήπου μου. Θα ανοίξει τα πέταλά του κι ένα τριαντάφυλλο. Κι από κάπου θα ακουστεί μια πόρτα να ανοίγει. Ίσως ακουστεί και μια φωνούλα παιδική. Κι ένα τραγούδι από ένα ραδιόφωνο. Κι ένα κλάμα ίσως από μια άγρυπνη νύχτα. Η φύση σε λίγο, θα ξεκινήσει τους πρωινούς της ρυθμούς...



Σήμερα σκέφτομαι να αργήσω να κουνηθώ απ’ αυτή τη θέση. Θέλω να έχω την ζεστή μου κούπα κλεισμένη ανάμεσα απ’ τις χούφτες μου μέχρι να κρυώσει. Και μέχρι ο καφές μου να γίνει μόνο μια γουλιά. Κι αυτή τη γουλιά να προσπαθήσω να τη διασπάσω σε μικρές μικρές γουλίτσες για να καθυστερήσω κι άλλο στο να κάνω το καθετί. Σκέφτομαι πως μερικές φορές οι δικοί μου ρυθμοί θέλουν να ακολουθήσουν τη δική μου επιθυμία. Και σήμερα σκέφτομαι...



...να μη τους χαλάσω το χατίρι...



Καλημέρα...








.

Κυριακή, 22 Μαρτίου 2009

Θου Κύριε φυλακί τη μοναχή μου


"...Της τον έχωνε με δύναμη καθώς εκείνη ήταν σκυμμένη στα τέσσερα με τους αγκώνες στο πάτωμα. Το όργανό του σκληρό, όργωνε τα σωθικά της σκίζοντάς την από τις τρύπες που του πρόσφερε έτσι όπως είχε τουρλώσει τα οπίσθιά της. Μια φορά στη μια τρύπα, μια στην άλλη. Εναλλάξ χωρίς σταματημό. Κι αν στέγνωνε, την έφτυνε για να γλιστράει ευκολότερα. ΄Η ανάλογα, την πόναγε για να την ακούει να φωνάζει. Της τράβαγε τα μακριά μαύρα της μαλλιά φέρνοντας την πλάτη της κατά πίσω. Είχε πάρει μια έκφραση κατακτητή κι εκείνη ήταν η φοράδα που τον ταξίδευε ανάμεσα από φαράγγια ανεξερεύνητα.


Σε σκίζω μωρή πουτάνα, της φώναζε ενώ μπαινόβγαινε μέσα της με φόρα έχοντας τα μάτια του πότε κλειστά πότε ανοιχτά. Άλλοτε φανταζόμενος μάχες, κρατώντας το λάβαρο και οδηγώντας το πλήθος εναντίον αόρατων εχθρών, κι άλλοτε κοιτώντας την για να βλέπει να ανοίγουν οι ρωγμές της και να ξεχύνονται στάλες αίμα από τις πληγές που τις έκανε η αγριάδα του. Κι εκείνη να στήνεται, να ανοίγει τα κωλομέρια με τα δυο της χέρια και να κουνιέται πέρα δώθε.


Όταν της άφηνε τα μαλλιά, εκείνη έπεφτε με τα μούτρα στην γκομενίτσα που είχε από κάτω της. Με μιας, ξεδιψούσε απ’ την υγρασία που χυνόταν ανάμεσα απ’ το καλοξυρισμένο λοφάκι που έβλεπε μπροστά της και που ξεπρόβαλε από τα ορθάνοιχτα πόδια της ντελικάτης πεταλουδίτσας που ψάρεψαν πριν λίγο οι δυο τους απ’ το πεζοδρόμιο. Η γλώσσα της έφερνε κύκλους στην ερεθισμένη κλειτορίδα που είχε ανάμεσα απ’ τα χείλη της και που έκανε το σώμα της να τραντάζεται με κάθε άγγιγμα. ΄Εγλυφε με ορμή και συνάμα λυτρωνόταν από την ξηρασία που της προκαλούσαν οι επαναλαμβανόμενες γρήγορες ανάσες της, καθώς ο γαμιάς πίσω της εξακολουθούσε να την πηδάει ασύστολα στολίζοντάς την με ολοένα και περισσότερα κοσμητικά. Φάτον σκύλα γυναίκα, ξεσκισμένη πόρνη του κερατά. Πάρτον να τον νιώσεις μέχρι το λαιμό!


Είχε πάρει φωτιά από πίσω ενώ μπροστά στα μάτια της ήταν απλωμένη μια πεδιάδα που πάνω της κυλιόταν, την έπινε και τη λουζόταν. Κι όταν άφηνε τα χέρια απ’ τα κωλομέρια της, γράπωνε τα λεμονάτα στήθη που κουνιόντουσαν απέναντί της και τα τσίμπαγε, τα ζούλαγε, τα χούφτωνε και έπαιζε με τις ρόγες που της προκαλούσαν ανατριχίλα. Η άλλη φώναζε σα μικρό ζωντανό που το πιέζουν ανάμεσα σε δυο παλάμες και δεν το αφήνουν να ξεφύγει. Μα της άρεσε της καριολίτσας. Της άρεσε τόσο πολύ που έχυνε συνέχεια κάνοντας το κορμί της να χτυπιέται ολόκληρο και να λέει πως δεν θέλει να σταματήσουν να τη ρουφάνε..."



Η αδελφή Θεοδούλη τσάκισε τη σελίδα του βιβλίου αναστατωμένη. Δεν ήταν εύκολο να συνεχίσει άλλο την ανάγνωση. Ήδη τα χέρια της έτρεμαν εδώ και ώρα. Ανάμεσα απ’ τους μηρούς της ένιωθε μια μικρή ταραχή. Οι ρόγες της είχαν σκληρύνει και μια στάλα ιδρώτα χυνόταν απ’ το μέτωπό της προχωρώντας προς το λαιμό, αφού πρώτα είχε περάσει απ’ τα μισάνοιχτα χείλη της. Έκανε γρήγορα το σήμα του σταυρού, κοιτώντας στο ημίφως μήπως κάποιο αδιάκριτο βλέμμα την είχε δει να τρυπώνει κρυφά στη βιβλιοθήκη της ηγουμένης. ΄Ωστε γι’ αυτό ήταν απαγορευμένη η πρόσβαση σ’ αυτό το μέρος. Εδώ, υπήρχαν τα μυστικά του κόσμου...


Έφυγε στα γρήγορα τρέχοντας προς το κελί της. Διπλοκλείδωσε και άναψε ένα και μοναδικό κερί. Οι σκιές που σχηματίστηκαν στους πέτρινους τοίχους, κάθε άλλο παρά καθησυχαστικές ήταν. Είδε να σχηματίζονται μορφές που δεν είχε ξαναδεί. Μορφές που την καλούσαν να πάρει μέρος στα παιχνίδια τους. Μορφές που της έγνεφαν και την προέτρεπαν να παραδοθεί. Είδε και τον επιβήτορα του βιβλίου που διάβαζε πριν, να ορθώνει το τεράστιο όργανό του και να το προτείνει προς το μέρος της. Και μπροστά της, σαν να είδε ξαπλωμένη και με ορθάνοιχτα πόδια την μικρή πόρνη να περιμένει την δική της καυτή γλώσσα για να αρχίσει να χύνει το γλυκό της το ποτό.


Η αδελφή Θεοδούλη άνοιξε τα χέρια. Έφερε μια στροφή γύρω απ’ τον εαυτό της. Κι ύστερα κι άλλη μια. Κι άλλη. Έπειτα σήκωσε αργά αργά το ράσο της. Κατέβασε την κιλότα κι έσκυψε στο πάτωμα. Άνοιξε τα κωλομέρια της διάπλατα κι άρχισε να κουνιέται νωχελικά. Ο άνεμος έγλυφε τα απόκρυφά της και οι σκιές την πλησίασαν ακόμα περισσότερο...


Αύριο θα ορκιζόταν μοναχή...


...μα απόψε η νύχτα ήταν δικιά της...



.

Πέμπτη, 19 Μαρτίου 2009

Στιγμές σε μια παρένθεση




Να σας φτιάξουμε το δωμάτιο;



Όχι, δεν είναι απαραίτητο. Δεν θα φύγουμε από εδώ. Να πάμε πού; Δε χρειάζεται. Εδώ υπάρχουν όλα. Κι αν δεν υπάρχουν, φτιάχνουμε άλλα. Μα η αλήθεια είναι πως δεν χρειάζονται πολλά.



Σου τραβώ φωτογραφίες και παίρνεις πόζες. Καθισμένος στο κρεβάτι. Με μαύρα εσώρουχα. Μ’ αρέσουν τα μαύρα εσώρουχα.



Άνεση; Τι είναι η άνεση; Κάτι που την έχεις ή κάτι που την επιδιώκεις; Κι αν δεν σου βγαίνει εύκολα εξ αρχής; Μπορεί να έρθει στη συνέχεια; Ίσως...



Πρωινό μέχρι το απόγευμα. Γουλιά γουλιά. Οι σελίδες γυρνούν. Οι ανάσες έρχονται. Και φεύγουν. Μ’ αρέσουν αυτές που γίνονται βαθύτερες. Και υπάρχουν πολλές απ’ αυτές.



Φευγιό. Όμορφη αίσθηση. Εγκαταλείπεις κι εγκαταλείπεσαι. Βγαίνεις απ’ το σώμα σου και ξαναγυρνάς. Κι όχι ίδιος με πριν.



Άγγιγμα. Γέλιο. Κι ένα αχ. Εξερεύνηση εαυτού. Αποτέλεσμα; Δε ξέρω. Ίσως να μη ξέρεις κι εσύ. Ίσως να μη θες να μάθεις περισσότερα...



Κοντά και μακριά. Αίσθηση του μη. Αίσθηση του γιατί όχι; αίσθηση του θα ήθελα να. Αίσθηση του μ’ αρέσει όπως είναι. Πολλά μαζί. Και κάτι με. Και κάτι χωρίς. Ε, και; Δε χρειάζεται όλα τα χωρίς να γίνουν με. Έτσι δεν είναι;



Ένα κομμάτι μένει εδώ. Άλλο ένα γυρνάει πίσω. Κι άλλο ένα προχωράει. Τι είναι αυτό που διασπάται έτσι σε κομμάτια; Σίγουρα άυλο. Τι όμως;



Χάδι. Κι άλλο. Χαμογέλα μου. ΄Ετσι θέλω να σε θυμάμαι. Έτσι να σε σκέφτομαι. Κι έτσι θέλω να σε βλέπω.



Όποτε...



Όπου...



Για όσο...



...χαμογέλα μου...










Σάββατο, 14 Μαρτίου 2009

Ένα καράτι ακόμα!




Θα πατήσω πάνω στο δέκα με το ένα μου το πόδι και με το άλλο στο τέσσερα που βρίσκεται πιο πέρα. Στη μέση θα βλέπω το τρία και θα το κοιτάω από ψηλά.



Δεκατέσσερις τρίτου μου έλαχε να είναι η μέρα που η βροχή μου με έφερε σε τούτο τον τόπο και αποφάσισε να γίνω η νεράιδά της. Μοιραία λένε πως είναι όλα. Μοιραία λοιπόν είμαι κι εγώ.



Πορεύομαι με τα πέπλα μου, τα φτερά και τις αισθήσεις μου. Και κυρίως τις στάλες μου. Τις στάλες που χύνονται από πάνω μου, αναβλύζοντας εκ των έσω. Στάλες ηδονής, έρωτα, προσμονής, λατρείας, λαχτάρας, θλίψης, φόβου, σκότους. Στάλες σιωπής, φωνής, μαγείας, λάμψης, επιθυμίας. Στάλες ιδρώτα, άγχους, μελαγχολίας, καύλας, λαγνείας, χαράς, λύπης, ζωής.



Άλλοτε σταματώ. Κοιτάω το πριν. Αφουγκράζομαι το τώρα. Προσμένω το μετά. Ζωγραφίζω, γράφω, κλαίω, επικοινωνώ, γελώ, δημιουργώ. Χαϊδεύω, αγκαλιάζω, φιλώ, ερωτεύομαι, απογοητεύομαι, γοητεύομαι. Άλλοτε προχωρώ. Τρέχω, στρίβω, σκουντουφλώ. Πέφτω και τσακίζομαι. Μα σηκώνομαι ξανά. Κι άλλοτε πετώ. Ψηλά, χαμηλά, κυκλικά, στροβιλιστά, με ζικ ζακ, με προορισμό ή χωρίς.



Ακόμη ένας χρόνος στο εδώ και στο αλλού συνάμα. Άλλες φορές δύσκολο, άλλες φορές εύκολο. Πότε μόνη, πότε μαζί. Άλλοτε νηφάλια, άλλοτε θολή. Μα είμαι εγώ. Εγώ πολλές φορές. Και σήμερα,ακόμη μια παραπάνω.



Σήμερα που σβήνω ακόμη ένα κερί. Και που ανάβω ένα καινούργιο σ’ αυτό που θα έρθει. Με μια ανάσα. Με μια πνοή. Με μια ευχή. Στο τώρα μου. Στο σήμερά μου. Στο πάντα και στο ποτέ μου. Στο όλα και στο τίποτά μου. Σε μένα. Σ’ ότι κι αν είμαι...



...και στο ότι θα γίνω...









.

Τρίτη, 10 Μαρτίου 2009

Θα σε περιμένω απόψε...



Θα σε περιμένω απόψε...


Όταν όλα κοιμούνται. Όταν η ησυχία έχει απλώσει τα φτερά της κι η νύχτα έχει κατεβεί για τις βόλτες της. Θα σε προσμένω στο παραθύρι καθισμένη με τα παντζούρια ανοιχτά. Στο σπίτι του ανέμου. Εκεί που όταν ανοίγω την πόρτα έρχονται οι αέρηδες και παίζουν με το κορμί μου. Εκεί που όταν σβήνω τα φώτα μπαίνει το φως του φεγγαριού και τρέμει στην αναπνοή μου...


Θα σε περιμένω απόψε...


Με δυο νότες να ηχούν. Με δυο στάλες να πέφτουν στο ποτήρι και να φτιάχνουν μια λιμνούλα. Κόκκινη γλυκιά λιμνούλα. Απ’ αυτές που μεθούν μόνο και με τη σκέψη της μέθης. Και θα φορώ το μεταξωτό μου νυχτικό. Αυτό που είναι διάφανο. Που ακουμπούν τα στήθη μου επάνω του και το χαϊδεύουν. Που το κάνουν να κινείται με κάθε μου κίνηση. Που γλύφει κάθε μου ρίγος όταν σε σκέφτομαι...


Θα σε περιμένω απόψε...


Με τα σεντόνια μου στρωμένα για να υποδεχτούν εμάς. Για να αφήσουμε τα αποτυπώματά μας, την υγρασία και τους αναστεναγμούς μας. Να κρύψουμε στις πτυχές τους, τους ψιθύρους και τις σιωπές μας. Τα ειπωμένα και τα ανείπωτά μας. Τα θέλω και τα ναι μας. Τα τώρα και τα πάντα μας. Θα ανακατέψουμε τις ώρες να μπερδέψουμε τον χρόνο να μη βρει το ξημέρωμα τη θέση του...


Θα σε περιμένω απόψε...


Ιέρεια ναού έτοιμη για θυσία. Τη δική μου θυσία. Τη δική σου. Παράδοση κι εκπνοή. Εισπνοή και δρόμος. Φως και σκοτάδι. Ζωή και θάνατος. Κι ένα τιτίβισμα αηδονιού που προϋπαντά τον μήνα που με γέννησε. Με δίπλα μου εσένα. Και πάνω μου. Και κάτω μου. Και μέσα μου...


Μείνε...


Μείνε όσο θέλεις...


Μέχρι την επόμενη φορά που...


...θα αναστηθώ για να ζήσω μαζί σου ακόμη ένα βράδυ...









.

Σάββατο, 07 Μαρτίου 2009

Αμαρτίαν ουκ έχω



Ομολογώ.


Με τα χέρια σε ανάταση (έτσι όπως μου σηκώνεται η μπλούζα και φαίνεται λίγο δέρμα γυμνό) και με βλέμμα ατίθασο (πρόστυχα να σε κοιτάζω με αυθάδεια)...


Εγώ ήμουν που έφτιαξα κατόπιν εποχής χριστουγεννιάτικους κουραμπιέδες κι αντί να τους βάλω στην πιατέλα τίναξα την άχνη στην κουζίνα. Κι έτσι όπως έμπαιναν μερικές ακτίνες απ’ το παράθυρο που βλέπει στον κήπο, φτιάχτηκε μια λεπτή ομίχλη που έπαιζε με την ατμόσφαιρα (έκανε κόλπα τρυπώντας τη σκόνη και την έκανε να αποζητά την ένωση μαζί τους. Να γίνει κι αυτή λευκή). Κι έπαιζα κι εγώ παρέα...


Ομολογώ.


Εγώ ήμουν που περπάτησα ξυπόλυτη στην παχιά μοκέτα κι άφησα σημάδια απ’ τα πέλματά μου. Να τα δεις και να μου κάνεις παρατήρηση. Να μου πεις να σκύψω για να το καθαρίσω. Γιατί σ’ αρέσουν τα τακτο-ποιήματά μου. Μα πιο πολύ, σ’ αρέσει να με βλέπεις την ώρα που τα φτιάχνω (έτσι όπως νωχελικά βηματίζω κάνοντας κινήσεις για να καλέσω τα ένστικτά σου)...


Και να σε κοιτώ απ’ τον ώμο μου γελώντας σου πονηρά να δω τις αντιδράσεις σου, όταν μου πέφτει δήθεν τυχαία η τιράντα την ώρα που τραβάω την καρέκλα. Όχι...δεν θα καθίσεις εκεί. Πίσω μου θέλω να είσαι...


Παρατήρησες στον πάγκο της κουζίνας εκείνη την κόκκινη μικρή σαλτσούλα; Ομολογώ. Επίτηδες δεν την καθάρισα. Για να με κοιτάς να σκύβω και να την παίρνω με την γλώσσα μου, να την κάνω κύκλους γύρω απ’ τα χείλη μου, να στη δείχνω...κι ύστερα να την καταπίνω. Σου θυμίζει τίποτα αυτό;


Ομολογώ.


Δεν έστρωσα το κρεβάτι. Όχι γιατί θα αργούσα να πάω στη δουλειά, μα επειδή ήθελα να δεις τα υγρά μου σεντόνια. Ξέρεις τι έκανα εκεί μόλις ξύπνησα; Σου άφησα και κάτι κάτω απ’ το μαξιλάρι. Εκείνο που σου αρέσει να το τραβάς με τα δόντια πριν μου το βγάλεις...


Ομολογώ.


Θέλω να σε ερεθίζω κάθε ώρα και λεπτό. Να σε τσιγκλάω και να αντιδράς. Να σε τσιτώνω και να τσινάς. Να σε καλμάρω και να γελάς. Nα σε πληγώνω και να πονάς. Να σε ζουλάω και να βογγάς. Να μεταφράζομαι σαν...έμμονος μπελάς.


Ομολογώ.


Και αμαρτίαν ουκ έχω.




.

Πέμπτη, 05 Μαρτίου 2009

Ποιος ήρθε;




'' Έχω την εντύπωση πως σαν με δεις θα θελήσεις να ικανοποιήσεις τα ένστικτά σου πάνω μου...''




Άκου ρε κάτι τυπάκια τι ιδέα έχουν για την πάρτη τους!





...χαχχαχαχαχαχαχα...



...χαχαχαχχαχαχαχαχα....




Α πα πα πα πα... πρέπει να πάρω τις ουρές λιγάκι αυτές τις μέρες. Πολύ φλου μου βγαίνει το μαλλί....




.

Δευτέρα, 02 Μαρτίου 2009

΄Αχρωμες φωνές



Προχώρησε προς το πηγάδι του μετά. Σκηνικό γκριζαρισμένο με πινελιές βροχής. Μουντό απόγευμα, παγωμένης άνοιξης και ανάσα θλίψης. Σαν να ήξερε πως ότι πήγαινε να συναντήσει θα την έκανε ακόμη πιο σκυθρωπή. Μα δεν έρχονται όλα όπως τα περιμένουμε. Αυτό όμως, γιατί δεν το σκεφτόταν συχνά; Γιατί;


Φορούσε το φόρεμα εκείνο που το είχε ξεχασμένο στο ξύλινο μπαούλο της. Το είχε αγοράσει σε κάποιο πανηγύρι έτσι για πλάκα. Φορέματα απ’ τα πανηγύρια δεν αγόραζε ποτέ. Όμως αυτό το φόρεμα σαν να της μίλησε. Λιτό σχέδιο, μακρύ με κουμπάκια μπροστά ίσαμε κάτω. Ένα ελαφρύ κόψιμο στη μέση και μανίκια φουσκωτά. Σαν να βγήκε από παραμύθι. Παραμύθι σκοτεινό όμως. Από κείνα που προχωράς μέσα στο δάσος και τα κλαδιά των δέντρων θέλουν να κάνουν πλεξούδα τα μαλλιά σου. Κι αυτό που καταφέρνουν είναι να τα ανακατέψουν περισσότερο και να σε κάνουν να φοβηθείς.


Είχε ίσια παπούτσια. Ξεκάλτσωτη. Κάτι πληγές απ’ τα αγκάθα που προσπερνούσε στο διάβα της ήταν άνευ σημασίας. Είχε συνηθίσει να γδέρνεται στις βόλτες της. Έλεγε πως αν δεν κάνεις πληγές δεν προχωράς. Κι έμενε πιστή σ’ αυτή της την πεποίθηση. Χαμογελούσε μ’ ένα χαμόγελο παράξενο. Σαν τα χαμόγελα που ζωγραφίζονται στα πρόσωπα χωρίς να σκέφτεσαι κάτι το συγκεκριμένο. Μια απροσδιόριστη έκφραση που μπορεί να σημαίνει πολλά. Ή και τίποτα. Το βλέμμα της κοιτούσε μπροστά. Μα σαν να μην έβλεπε πού πηγαίνει. Ήξερε όμως η καρδιά της.




Το πηγάδι περίμενε στη θέση που ήταν πάντα. Σ’ ένα ξέφωτο με αγριόχορτα. Μ’ έναν τσίγκινο παλιό κουβά πεταμένο δίπλα του. Τι περίεργο. Αφού ήταν ξερό εδώ και χρόνια. Ο κουβάς έμοιαζε τόσο παράταιρος μα παρόλα αυτά δεν σου πέρναγε απ’ το μυαλό πως δεν ανήκε εδώ. Πλησίασε και κοίταξε μέσα. Σαν να έψαχνε μια αφορμή. Μια προτροπή. Μια ιδέα αστραφτερή που θα της υποδείκνυε την επόμενη κίνηση.


Και τ’ άκουσε. Αυτό που την καλούσε τόση ώρα και δεν μπορούσε να προσδιορίσει το τι, το πού και το πώς. Ψιθύρους πάντα άκουγε. Ψιθύρους απ’ το πουθενά. Μέσα απ’ τις σκιές, ανάμεσα απ’ τα σύννεφα, απ’ τ’ άστρα τη νύχτα, απ’ τις ακτίνες του ήλιου το πρωί. Τώρα άκουσε τον ψίθυρο απ’ το πηγάδι. Το ένιωθε πως σήμερα έπρεπε να πάει εκεί για κάποιον σκοπό. Τώρα θα ανακάλυπτε και το γιατί.


Έσκυψε λίγο περισσότερο. Στήριξε τα χέρια και κοίταξε μέσα. Ο ψίθυρος σαν να δυνάμωσε μα ακόμη δεν άκουγε καθαρά. Λίγο ακόμη. Λίγο ακόμη πιο μέσα για να δει τι θα συμβεί. Περιέργεια; Μπα. Ένστικτο; Ίσως. Το «έλα» ακούστηκε υπόκωφο. Μα ήταν ένα «έλα» γνώριμο. Κι ας μην το είχε ξανακούσει απ’ αυτή τη φωνή. Ήταν ένα «έλα» χωρίς μυρωδιά και γεύση. Ήταν ένα «έλα» κοινό. Ένα «έλα» που δεν ήταν τόσο δυνατό ώστε να την κάνει να το ακολουθήσει. Κι αυτή ήθελε μια έκπληξη να την ταρακουνήσει.


Μια ομίχλη απλώθηκε εκεί που ήταν οι μύτες των ποδιών της και άρχισε να την τυλίγει μέχρι τη μέση. Κι ένα αγέρι φύσηξε παγωμένο και της σήκωσε το φόρεμα μέχρι ψηλά. Τα μαλλιά της ξεδιπλώθηκαν και το βλέμμα της έγινε υγρό. Έκανε μια γκριμάτσα ξινή. Το ήξερε πως αυτό το πηγάδι δεν θα της έδινε κάτι το καινούργιο.


«΄Ελα...» ακούστηκε η φωνή ξανά...


Κι έκανε πίσω. Ακούμπησε τα πέλματά της στο υγρό χώμα και σήκωσε τα μαλλιά ψηλά. Άφησε τις στάλες να πέσουν στα αναμμένα της μάγουλα. Γύρισε την πλάτη κι έφυγε χωρίς να γυρίσει να κοιτάξει πίσω. Κι ούτε συνέχισε να δίνει σημασία στο κάλεσμα που εξακολουθούσε τον ψίθυρό του. Απογοήτευση. Ξανά απογοήτευση.


Κανείς σοβαρός λόγος να ακολουθήσει ένα ακόμη στοιχειό.



Πόσο μάλλον αν αυτό διαλέγει να μεταμφιέζεται ως συνηθισμένη άχρωμη φωνή...



.