Τρίτη, 29 Σεπτεμβρίου 2009

Ψευδ-αισθήσεις ερώτων




Άνοιξα…


…και εισχώρησες εξερευνητικά με κινήσεις αργές…προσεκτικές…


Υγρασία και σκοτάδι. Σα να ήξερες πού βαδίζεις. Σα να περίμενες αντιστάσεις, παρακάμψεις, εμπόδια…


Άναψες φωτιά όταν λιγόστεψαν οι αναλαμπές απ’ τις πυγολαμπίδες. Πυρσό που πέταγε τις φλόγες του λίγο πιο κάτω απ’ τα μάτια σου. Και προχώρησες αποφασιστικά…


…βαθύτερα…


Ένα βήμα πίσω να αγγίξεις τοίχωμα με ζωγραφιά. Μια στροφή γύρω απ’ τον εαυτό σου για να πιάσεις έναν απόηχο απ’ το κάπου…


…κι ύστερα μια ώθηση ξανά μπροστά με περισσότερη φόρα…για να δείξεις στον χώρο πως θέλεις να είσαι εσύ ο κατακτητής. Να βάλεις το στίγμα της παρουσίας σου. Να χαράξεις τα αρχικά σου εκεί που δεν έφτασε κανείς. Να δημιουργήσεις λάβα που κοχλάζει…μέχρι να εκραγεί με δύναμη και να φτιάξει καυτό καπνό…


΄Εκλεισα…


…κι έσταξε παλμική γαλήνη ποτίζοντας ράχες και κατηφοριές…πάνω σε άγραφες σελίδες μυστικού δείπνου με καλεσμένους δυο εφιάλτες σε τράπεζα στρογγυλή.


Προδότες του αδιόρατου, δήθεν υπηρέτες του κεκτημένου δικαιώματος του φανταστικού…


…που απελπισμένα εξυμνούν…


…ψευδ-αισθήσεις ερώτων…








.

Τετάρτη, 23 Σεπτεμβρίου 2009

Ένα τίποτα ακόμα





Είχε πάνω της αυτή τη ρόμπα απ’ το πρωί που σηκώθηκε. Μικρά μωβ λουλουδάκια ατάκτως ερριμμένα (φράση που χρησιμοποιούσε συχνά ο πατέρας της και της ερχόταν στο μυαλό σε άσχετες στιγμές), πάνω σε μπεζ απαλό ύφασμα, κοντό μέχρι λίγο πάνω απ’ τα γόνατα με κουμπάκια μπροστά. Τα τρία πρώτα ήταν ανοιχτά καθώς και τα τρία τελευταία κι έμενε κουμπωμένη από τη μέση του στήθους μέχρι λίγο κάτω απ’ την κιλότα της.

Δουλειές του σπιτιού με το ραδιόφωνο να παίζει πότε λαϊκά, πότε ροκ παλιές επιτυχίες και καμιά φορά τα αγαπημένα της τζαζ. Σταθμός για όλα τα γούστα θα ήταν φαίνεται κι ότι πρέπει για παρέα στο σκούπισμα, καθάρισμα και μαγειρική. Μυρωδιά καμένου σκόρδου στην ατμόσφαιρα με καπνό από ένα τσιγάρο που σιγόκαιγε στην άκρη των χειλιών της, έτσι από συνήθεια. ΄Ενας καφές παραπέρα, συμπλήρωνε το σκηνικό δίνοντάς του την πρέπουσα κοινοτοπία σε τέτοιου είδους καταστάσεις.

Μέχρι το βράδυ ότι ήταν να γίνει, είχε γίνει. Όποιοι ήταν να μπουν στο σπίτι μπήκαν. ΄Οποιοι φώναξαν, φώναξαν. ΄Οποιοι ήταν να φύγουν, έφυγαν. Όποιοι ήταν να ανακατέψουν, ανακάτεψαν. Οικογενειακές καταστάσεις. Καθημερινά πράγματα όμορφης ή βαρετής ρουτίνας. Ζωή σε χαμηλή ταχύτητα. Ώσπου, επιτέλους, ήρθε το αργά...

Ένα φεγγάρι άναψε, κάποιοι πήγαν για ύπνο, μερικά φώτα έσβησαν, μισές ανάσες καληνύχτισαν κι άλλες μισές ούτε που ανέπνευσαν. Δυο τριξίματα, ένα βήξιμο κάπου μακριά κι ένα κορνάρισμα ταυτόχρονα, έφτιαξαν μια στιγμή χρόνου ανάμεσα σε μια παρένθεση. Κι η ρόμπα με τα μικρά μωβ λουλουδάκια ήταν εδώ και ώρα κολλημένη με τον ιδρώτα του γυμνού κορμιού που τη δεχόταν κι αυτή τη μέρα. Μάλιστα, είχε ανοίξει σε δυο σημεία ακόμα. Να, κάπου εκεί στη μέση...λίγο πάνω απ’ τον αφαλό. ΄Ισως και λίγο πιο κάτω...

Κάθισε στην πολυθρόνα με τα φώτα σβηστά και τις περίεργες ακτίνες απ’ έξω να πέφτουν πάνω της και να της γλύφουν την ανάσα. Μερικές τούφες κατρακυλούσαν στο λαιμό. Η γλώσσα της χάιδευε τα δυο της χείλη που ήταν στεγνά εδώ και ώρα. Διψούσαν. Μα όχι για νερό. Ούτε για κάποιο φτιαγμένο ποτό κλεισμένο σε μπουκάλι. Δε διψούσαν καν για κάτι το χειροπιαστό. Διψούσαν...για μια εικόνα. Την εικόνα που θα άφηνε να την πλησιάσει απόψε. Την εικόνα που είχε διαλέξει να συντροφέψει και τούτο της το νύχτωμα...

Άνοιξε όσα κουμπιά είχαν απομείνει σφαλισμένα, με κινήσεις απαλές μουρμουρίζοντας κάτι ακατάληπτο. ΄Εφερε το ένα χέρι πίσω απ’ το λαιμό τρίβοντας απαλά το σβέρκο της που το ένιωθε πιασμένο. Κι έγειρε το κεφάλι ακουμπώντας στο προσκέφαλο της ανάπαυλάς της. Άνοιξε τα πόδια. Όμορφη σκηνή για κάποιον που θα την κοιτούσε από μπροστά. Ή από πάνω. ΄Η από πίσω. Ή από δίπλα...

Μα επέλεξε να την κοιτάξει εκείνος. Η μορφή του ήρθε άυλη μέσα απ’ τις αντανακλάσεις που έκαναν τα φώτα του δρόμου πάνω στη τζαμόπορτά της. Η μορφή του που χωρίς να είναι συγκεκριμένη (ίσως γι’ αυτό) την άναβε όποτε τον έφερνε στο νου. Και τον άφησε να της κάνει ότι εκείνος επιθυμούσε. Ότι εκείνος ήθελε. Ότι εκείνος λαχταρούσε. Κι έτσι άρχισε να τον νιώθει...

Πρώτα απαλά...ίσα να καταλαβαίνει την αύρα του να πλησιάζει τη δική της. Να ενώνεται σε μια ανατριχίλα που της σήκωνε τις απαλές τρίχες του κορμιού της, που την έκανε να ριγά σε κάθε κίνηση του λεπτοδείχτη απ’ το ρολόι του τοίχου, που της ξυπνούσε τη δίψα ακόμη περισσότερο. Που την έκανε να περνά τη γλώσσα της ξανά και ξανά πάνω στα σαρκώδη χείλη της που δεν είχαν ίχνος από κραγιόν μα που φάνταζαν προκλητικά και γεμάτα πόθο. Τον ένιωθε να έχει έρθει κοντά της γονατιστός και να της αγγίζει τα μπούτια μαλάζοντας με τα δάχτυλά του την καυτή της σάρκα. Κι ολοένα να τα ανεβάζει και πιο πάνω...

Έπιασε το ένα της στήθος και το ζούληξε με δύναμη. Κι άνοιξε τα πόδια της περισσότερο. Έβαλε το ένα πάνω στο ένα χέρι της πολυθρόνας και το άλλο επάνω στο άλλο. Κι έφερε τη λεκάνη της μπροστά...ξεδιάντροπα...προκλητικά. Να του δείξει ότι ήθελε να του δείξει όλο το πρωινό. Ότι ήθελε για να τον κάνει να την αγγίξει όπως μόνο εκείνος ήξερε να την αγγίζει. Να την κάνει να αισθανθεί τόσο γυναίκα όσο είναι στην πραγματικότητα και που δεν μπορεί να της το βγάλει άλλος κανείς...

Τον ένιωθε να την κοιτά, να την εξερευνά, να μη μπορεί να πάρει το βλέμμα του από πάνω της. Να της δίνει ηλεκτρισμό και να την κάνει να μουδιάζει απ’ το βάθος του μυαλού της μέχρι ίσαμε το βάθος του κόλπου της. Πόσο λαχταρούσε αυτό το άγγιγμα, αυτή τη μετάδοση, αυτή την κοινή ένωση όχι μόνο των σωμάτων μα και κάτι του απροσδιόριστου που φτιάχνει το σύμπαν όποτε θέλει να σου δείξει πόσο μηδαμινός είσαι μπροστά στη μαγεία της στιγμής...

Πήρε στις δυο παλάμες το άλλο της το στήθος κι έγειρε μπροστά. Σαν να τον έβλεπε ολοζώντανο μπροστά της, του έδωσε την σκληρή ρόγα της στο στόμα του. Και τον ένιωσε να τη γεύεται αχόρταγα, σα μωρό που παίρνει την πρώτη του τροφή απ’ το πρόσωπο που του έδωσε ζωή μέσα απ’ τη ζωή της. Τον ένιωσε να τη ρουφά, να την πιπιλά, να την δαγκώνει, να την παίζει με τη γλώσσα του, βγάζοντας ήχους ανυπόμονους, βιαστικούς κι άλλοτε πιο απαλούς σα το κύμα που κάνει πίσω μετά το άγαρμπο και ορμητικό ξέσπασμά του σε βράχο της στεριάς...

Κι ύστερα...έβαλε το χέρι της πάνω στην φουσκωμένη της κλειτορίδα, χαϊδεύοντάς την κυκλικά, στην αρχή αργά κι ύστερα πιο γρήγορα μεταφέροντας την υγρασία της πάνω στα δάχτυλά της. Του χαμογέλασε δίνοντάς του στο στόμα τη γεύση της και άκουσε την καρδιά του να χτυπά δυνατά καθώς της φιλούσε την παλάμη βάζοντάς την να του καλύψει όλο το πρόσωπο. Τα δάχτυλά του είχαν αρχίσει το δικό τους παιχνίδι στην υγρή της περιοχή, κάνοντάς την να βγάζει μικρούς ηδονικούς ήχους που θαρρείς πως έβγαιναν από όργανα που παίζουν οι νεράιδες στους καταρράκτες κάποιες νυχτιές με πανσέληνο...

Δεν άντεξε να καρτερά και του πήρε με μιας το κεφάλι ανάμεσα στα δυο της χέρια σπρώχνοντάς τον με δύναμη επάνω της. Εκείνος, σα να περίμενε την προτροπή της, έβαλε με σίγουρες κινήσεις τα χέρια του στους τροφαντούς της μηρούς και έχωσε τη γλώσσα του ανάμεσά της. Πινέλο ζωγράφου που βάφει καμβά με χρώματα άνοιξης. Βροχή που πέφτει σε λιβάδι διψασμένο για νάμα. ΄Ηλιος που απλώνει ακτίνες και καίει τις άσπρες πέτρες στα νησιά. Τυφώνας που κυκλώνει χωριά και τα σηκώνει στους πέντε ουρανούς. ΄Ενωση φθαρτών σωμάτων σε άφθαρτη ουσία. Χυμοί του παραδείσου με της κόλασης την κάψα. Σπασμοί ηφαίστειου σε δωμάτιο γεμάτο κόσμους...

Τον ένιωσε να βγάζει πίδακα καυτό και να της ποτίζει το κορμί. Να ξεσπάει φωνάζοντας το όνομά της. Να γίνεται ποτάμι ανάμεσα στις χαράδρες της. Του έδωσε το ξέσπασμα της μέρας της, φτιάχνοντας χώρο ανάμεσα σε δυο μέρες μιας ακόμη εβδομάδας. Ανάμεσα σε χρόνους που μετρούν οι άνθρωποι μα τις γεύονται οι αναλαμπές. Ανάμεσα σε ήχους χορών χωρίς καθορισμένα βήματα. Και έγιναν μια λίμνη κοινή που είχε νου, λαλιά και σιωπή όση αρμόζει στο τίποτα για να συνεχίσει να φτιάχνει...

...ένα τίποτα ακόμα...


.

Πέμπτη, 17 Σεπτεμβρίου 2009

Τα blues της καρδιάς σου...





Είμαι εδώ...


...στον φάλτσο ήχο του γαλάζιου σύννεφου που σε καλύπτει...

...στην καύτρα του τσιγάρου που κρέμεται απ’ των χειλιών σου την άκρη...

...στο καυτό υγρό που καταπίνεις γουλιά γουλιά...

...στης σκέψης σου τον γκρίζο αναστεναγμό...


Είμαι εδώ...


...χαϊδεύω ότι δεν μπορεί ο νους σου να αγγίξει...

...κοιτώ εκεί που το αχνό σου βλέμμα δεν φτάνει...

...λικνίζομαι στης μισής σκιάς σου το χάδι...


Είμαι εδώ...


...για να σου θυμίζω τις κόκκινες στιγμές που δεν ζεις...

...για να σου δείχνω μια χαραμάδα απ’ το παράνομο ξημέρωμά σου...

...για να σου δίνω λίγη γεύση από ένα παράλληλο «τώρα»...


Είμαι εδώ...


...για να εξακολουθώ να υπάρχω...σαν εικόνα φυγής των ήχων που ανέστησαν το πεπρωμένο σου...

...για να ανακατώνομαι μέσα στις προτροπές των καμένων «έλα» και των αδύναμων «φύγε» σου...

...για να γδύνομαι τους ρυθμούς των μονότονων ωροδεικτών σου...


Και θα εξακολουθώ να είμαι εδώ...


...χυμένη πάνω στο άμορφό σου τίποτα...


...ξαπλωμένη πάνω στην ανατριχίλα των ονείρων σου...

...ακουμπημένη πάνω στη ροή της ζωογόνας φλέβας σου...


...ώσπου να τελειώσουν τα blues που παίζουν οι χτύποι της καρδιάς σου...





.

Δευτέρα, 14 Σεπτεμβρίου 2009

΄Ενα φλαμέγκο ακόμα




Θα βάλω φόρεμα στο χρώμα της φωτιάς. Αυτό που μάταια προσπαθεί να κλείσει το στήθος μου σε δυο χούφτες, δίνοντάς του αιτία κι αφορμή να ξεχειλίσει ατίθασα απ’ όπου βρίσκει. Εκείνο το φόρεμα που ανοίγει στους γοφούς και σηκώνεται σε κάθε μου κίνηση. Σα να περιστρέφεται δορυφορικά γύρω απ’ τους πλανήτες μου. Σα να γλύφει δέρμα και να λούζεται με ιδρώτα. Σα να αναζωογονείται με το φύσημα του αγέρα.

Θα σηκώσω και τα μαλλιά μου ψηλά. Αφήνοντας μερικές τούφες να πέφτουν ανάκατα στους ώμους. Να μου μπαίνουν στα μάτια, να κυλούν στο λαιμό και να μπλέκονται στα χείλη μου. Και να τις αφήνω απείραχτες να κάνουν τα κόλπα τα δικά τους. Τα κόλπα που τους υπαγορεύει κάθε μου στεναγμός.

Θα βάλω και το σκούρο μου κραγιόν. Εκείνο που έχει το χρώμα του πηχτού αίματος. Που είναι σα να έχω δαγκώσει τα χείλη μου να βγάλουν το χυμό του πάθους. Κι από πάνω θα το περάσω με γυαλάδα από σιρόπι βύσσινο.

Και θα πάω ξυπόλυτη κάτω απ’ το φως του δέκατου τρίτου φεγγαριού. Εκείνου που αντανακλά τα βράδια μου. Τις σκιές μου. Τους ψιθύρους μου. Και κάτι πεταμένα μου κομμάτια.

Κι όταν όλα ησυχάσουν θα κάνω τα πρώτα βήματα ενός ακόμη φλαμέγκο. Που θα έχει κλεισμένο μέσα του δάκρυ αλατισμένο από θύμισες που ακόμα αιμορραγούν. Μα που σιγά σιγά ξεθωριάζουν. Ενός φλαμέγκο που στα επόμενα βήματά μου θα παίρνει ρυθμό αλόγιστο. Ανεξέλεγκτο. Ασχεδίαστο. Κι απρόβλεπτο. Και θα γίνεται στρόβιλος που παρασέρνει όλα μου τα πριν τα τώρα και τα μετά. Φτιάχνοντας μια καταιγίδα από γρήγορες ανάσες, ακατάληπτες φωνές και απότομες στροφές, παρασέρνοντας κάθε σωματίδιο που βρίσκεται κοντά μου να συμμετάσχει σε έναν χορό χωρίς λόγια. Σε έναν χορό που κάθε καινούργιο βήμα του...

...θα φτιάχνει ένα καινούργιο πεπρωμένο...

...μοναχικά δυναμικό...




.

Τετάρτη, 9 Σεπτεμβρίου 2009

Εγώ...εσύ...και κάτι ψιλά!





Όχι μάτια μου. Δεν αντέχω άλλο…

Μα…

Δεν έχει μα! Εσύ με έβαλες στη διαδικασία να κάνω σκέψεις. Να αρχίσω να ταξιδεύω. Να αρχίσω να θέλω. Δεν είχα πάει εγώ γυρεύοντας…

Ναι, αλλά…

Δεν έχει αλλά! Εσύ μου έστειλες λέξεις. Εσύ μου ζωγράφισες εικόνες. Εσύ μου χάρισες εκείνο το κόκκινο τριαντάφυλλο. Κι εγώ…χάιδεψα το νόημά τους. Και…διέκρινα το υπονοούμενό τους…

Όμως…

Δεν έχει όμως! Εσύ με κοίταξες όπως θέλω να με κοιτάζουν. Εσύ με πήγες βόλτα σε κείνο τον βράχο που ήξερες πως μου αρέσει. Κι εσύ ήσουν που χωρίς να στο ζητήσω μου έδειξες το φεγγάρι να κάνει νερά στην πανσέληνο του μυαλού μου…Κι εγώ τα δέχτηκα. Και σε άφησα να καταλάβεις πως έχω αρχίσει να νιώθω…

Εγώ δεν…

Δεν έχει εγώ δεν!

Αφού...

Δεν έχει αφού!

Θα με αφήσεις επιτέλους να μιλήσω;

Και να πεις τι; Τι μπορείς να...

Ποιος σου είπε πως εγώ ήθελα κάτι περισσότερο;

Μα...

Δεν έχει μα!

Ναι αλλά...

Δεν έχει ναι αλλά!

Όμως...

Δεν έχει όμως!

..............

...............

Δηλαδή...τώρα...τι;

Δε ξέρω...

...΄Ηξερες ποτέ;

Μυστήρια είσαι. Το ξέρεις;


Κυριακή, 6 Σεπτεμβρίου 2009

Φεγγαράκι μου λαμπρό




Τάπας. Ένα και τίποτα ανεβασμένος σε καφάσι του μισού μέτρου, πατώντας στα νύχια των ποδιών και κάνοντας τα μαλλιά καρφιά με σούπερ δυνατό τζελ. Μουσάκι γύρω απ’ το πιγούνι, και παντελονάκι λαμέ παρακαλώ. Πού πας μωρό μου μες τη νύχτα;


Τον έβλεπα να προχωρά προς το περίπτερο να πάρει τσιχλίτσες(;) και το κωλαράκι του να χορεύει πέρα δώθε. Μου το ’θελε και γι’ άντρας. Ναι, καλά. Από κει που κλάνουν τα ποντίκια ξεφύτρωσε μια νύχτα με θυσίες κι ο πάπας τονε βάφτισε σ’ ένα κιλό ουσίες (καλέ πώς μου ’ρθε τούτο;).


Έκανα πλινκ πλινκ τις στριφογυριστές μου βλεφαρίδες κοντά στο φατσουλίνι του και του ’στρωσα χαμόγελο με νόημα. Μου πρότεινε βολτίτσα. Και νόμισε πως το σκέφτηκε και μόνος του. Ας γελάσω. Μου άνοιξε και την πόρτα. Του αυτοκινήτου, ντε. Που ήταν κι αυτό στα μέτρα του. Θα έπρεπε να πιω το πράμα που ’χε πιει η Αλίκη κι έγινε σα μυρμήγκω στη χώρα των τραπουλόχαρτων για να χωρέσω εκεί μέσα. Άσε που δεν είχα όρεξη να καθίσω η μισή πάνω στο χειρόφρενο και να τρέχουν τα σάλια του χλεχλέ. Έτσι του είπα να περπατήσουμε στο σεληνόφως. Μου έριξε χαμόγελο λιγουράτο και έκανε ένα χαρωπό βηματάκι μπροστά. Μωρέ άχου το, να δεις που θ’ αρχίσω να το λυπάμαι. Έτσι κάνω εγώ με ότι απ’ την αρχή το κόβω για ξεγραμμένο.


Στο ξέφωτο μετά την πλατεία βαρέθηκα να είμαστε στη μούγκα κι άρχισα να ψιλογρυλίζω. Αστειευόμενη, εννοείται. Αγριεύτηκε όμως το ζουμπαδιασμένο. Με κοίταξε πατόκορφα κάνοντας μια γκριμάτσα ίδια με του αποτέτοιου όταν είδε τον φρέντι κρούγκερ να ξεπροβάλλει πίσω απ’ τον καυστήρα βγάζοντας τα ψαλιδοδάχτυλα. Ντυμένη ως συνήθως στα μαύρα, έτσι όπως με χτύπαγε η πανσέληνος κατακούτελα και μου έριχνε ανταύγειες στα μπροστινά μου κατάλευκα δοντάκια, προφανώς δεν έδινα θέαμα το οποίο θα μπορούσε να διαχειριστεί ο ζαχαρένιος μου. Και ως αναμενόμενο, έτσι ανυπεράσπιστο και χαζοκούρουπο που ήταν, του ήρθε ταμπλάς.


Δεν είχα άλλη επιλογή. Έπρεπε να κάνω την κίνηση αμέσως. Γούσταρα να τον άφηνα λίγο ακόμη ορθό, γιατί πρέπει να ομολογήσω πως ένιωθα μοναξιά εκείνο το βράδυ, αλλά τι να κάνουμε. Όλη η μακρόσυρτη ζωή μου έχει διδάξει ένα πράγμα. Πως αν δεν αρπάξεις την ευκαιρία όποτε σου παρουσιάζεται τότε θα την βλέπεις να απομακρύνεται υψώνοντάς σου το μεσαίο της δάχτυλο χασκογελώντας χαιρέκακα. Και δεν είχα καμιά όρεξη να έρθω σε αντιπαράθεση με κανένα κωλοδάχτυλο νυχτιάτικα.


Ο λαμέ μπιρμπιρίκος δεν πρόλαβε να αποκτήσει και δεύτερη γκριμάτσα. Του όρμησα ξεσκίζοντάς του αρχικά το παντελόνι. Όπως το περίμενα. Δεν θα ’χα επιδόρπιο να γλύφω στο δρόμο της επιστροφής. Είχα ακούσει πως ότι λείπει από μπόι σε μερικούς το εισπράττουν κομματάκι πιο κάτω. Αλλά ο φλουφλίκος μου ήταν σε όλα μάπας. Δε παραπονιέμαι όμως. Αχάριστη δεν ήμουν ποτέ. Ότι σου έρχεται το βουτάς. Ότι δεν σου κάθεται, ποτέ μη σώσει.


Μια άλλη παροιμία λέει, πως τα ακριβά αρώματα είναι κλεισμένα σε μικρό μπουκαλάκι. Και τούτη τη φορά έπεσε μέσα. Πριν αρχίσει ο πουπουλένιος μου να απορεί περισσότερο έμπηξα τα δόντια μου στο τριανταφυλλένιο του λαιμουδάκι. Κι άρχισα αργά...ηδονικά...απολαυστικά...να ρουφάω το γλυκό του λαχταριστό αιματάκι μέχρι τελευταίας σταγόνας. Κι είχε μια γεύση το άτιμο...μμμμ...


...μα μια γεύση...






.

Πέμπτη, 3 Σεπτεμβρίου 2009

Ζωγραφιά





Την είδα σκοτεινή και την πλησίασα. Σα να με καλούσε η άλλη μου φύση χωρίς να μπορώ ν’ αντισταθώ. Είχε τα μαλλιά κόκκινα. Στα δάχτυλα πετράδια. Ένα άστρο έλαμπε στο στήθος της που της έριχνε ανταύγειες στα μάτια βάφοντάς τα μωβ.


Στάθηκα μπροστά της και σήκωσα τα φουστάνια μου ψηλά. Αντρόπιαστα. Ασύνετα. Θαρρετά. Κι εκείνη έβγαλε έναν πλανήτη απ’ τον κόρφο.


Της γύρισα την πλάτη αφήνοντάς τη να μάχεται το σύμπαν. Κι εκείνη μου φώναξε σχεδόν βρίζοντάς με:


Καμιά δε θα νικήσει στη μάχη τούτη. Είδα στα χαρτιά πως είσαι ήδη χθες...


΄Εστρεψα πίσω το κορμί λικνίζοντας τη μέση. ΄Εφτυσα μια μια τις λέξεις μου κοιτάζοντάς την πρόστυχα στα μάτια:


Κι εμένα τα ζάρια μου ’παν πως μόνο σε φαντάζομαι. Αίμα δεν έχεις να σου ποτίζει την ηχώ...


Και πριν προλάβει τα χείλια της ν’ ανοίξει, έσκισα το τοπίο που μας είχε ζωγραφίσει εκείνο το σούρουπο…


Ύστερα ξέπλυνε το χρώμα η βροχή…







.

Τρίτη, 1 Σεπτεμβρίου 2009

Βρε βρε!





Ο υπερσυντέλικος έχει όνομα ηλίθιο. Απορώ ποιος φτιάχνει τις λέξεις και έχει και την ικανότητα να τις επιβάλλει. Μα να ήταν μόνο αυτή η λέξη; Σιγά. Υπάρχουν καν και καν κακόηχες. Κακόηχες για μερικούς, αδιάφορες για άλλους, θα μου πεις. Φου! Τι κουταμάρες λέω τώρα; Είμαι περίεργη πού θα καταλήξει τούτο το πόνημα. Μα έτσι συμβαίνει με μένα. Όταν με τρώνε τα δάχτυλά μου τα χτυπάω στα πλήκτρα και περιμένω να δω τι διάολος θα βγει αυτή τη φορά...


Επίσης, αυτό που δεν χωνεύω είναι τα πλάσματα με τα πέντε κέρατα. Δε ξέρω γιατί, αλλά με τα δύο είμαι πιο συμβιβασμένη. Ας κάνουν και παρακλάδια. Όλα κι όλα. Θέλω το αισθητικά καλαίσθητο. Καλαίσθητο για μερικούς, καρακιτσαριό για άλλους, θα μου πεις. Τα πλάσματα όμως αυτά μου τη δίνουν για ακόμη ένα λόγο. Φοράνε καλτσάκια μέχρι τα γόνατα. Ούτε μέχρι το μπούτι, ούτε καν μέχρι τον αστράγαλο. Το ντεμί, είναι κάτι που δεν χώνεψα ποτέ. Έτσι κάνω και με τις φούστες μου. ΄Η θα είναι μέχρι τα δάχτυλα των ποδιών μου, ή θα καταλήγουν μέχρι εκεί που τελειώνουν τα δάχτυλα των χεριών μου.


Αυτό που μ’ αρέσει όμως - για να πω και κάτι καλό - είναι το ροζ πλαδαρό χρωματιστό κάτι που τρέχει μπροστά μου. Εκεί, στη μέση του ουρανού όταν περπατώ για να πάω να συναντήσω το εκείνο μου. Μυρίζει καμένη καραμέλα και μου ερεθίζει την ύπαρξη. Κι όταν ερεθίζεται η ύπαρξή μου, θέλει λιωμένο σούρουπο σε σφηνάκι. Τρέλα σκέτη. Ψες μέθυσα μ’ αυτό. Γιατί είδα το ροζ πλαδαρό χρωματιστό κάτι κι ακολουθώντας το βρήκα μαγαζάκι τρέντι με ουσίες. Και πήρα ακριβώς τρεις. Κι όχι παραπάνω.


Επίσης μ’ αρέσει το άρωμα που παίρνει η φαντασίωσή μου όταν έρχεται και χώνεται μέσα μου. Και μιλάω για την αγαπημένη μου φαντασίωση. Εκείνης που το άρωμα σκορπίζει ανάσες γυμνές. Αισθαντικές. Πολύπλευρες. Υγρές. Άρωμα που το έχουν κάποιες υπάρξεις, ή ανυπαρξίες όταν καταφέρνουν να σε ταράξουν συθέμελα. Σκέφτομαι πως έχω καιρό να μυρίσω την αγαπημένη μου φαντασίωση με κορδέλα πραγματικότητας. Δίκοπο μαχαίρι αυτό. Την πραγματικότητα ουδέποτε την πήγα. Ίσως επειδή δεν με πάει κι εκείνη. Μα είναι φορές που όταν την στύβω στη χούφτα μου σκορπάει ήλιο.


Θέλω να καταθέσω ακόμη, πως μ’ αρέσουν τα διπλά. Διπλά φιλιά, διπλά κρεβάτια, διπλά ποτά. Θυμάμαι που αγόραζα και διπλές τυρόπιτες στην καντίνα του σχολείου για να είναι ζευγαράκι. Τις έτρωγα και τις δυο. Έκανα καλύτερες καύσεις τότε. Όχι περισσότερες. Καλύτερες μεταβολικά! Να ξηγιόμαστε. Έκτοτε τρώω μισά. Εκτός απ’ αυτά που θέλω να μου γεμίζουν το σύμπαν. Εκεί δεν τσιγκουνεύομαι. Ότι και να σκεφτείτε επ’ αυτού, μέσα θα πέσετε. Οπότε δεν χρειάζεται να αναφέρω λεπτομέρειες.


Παρεπιπτόντως, μιας και το ’φερε η κουβέντα, έφτασα τα 200 πο(υ)στάκια…





.