Πέμπτη, 26 Νοεμβρίου 2009

Πολύχρωμοι ήρωες






Είναι μερικοί άνθρωποι που έχουν το σεισμό μέσα τους. Κουνιούνται και τρέμουν τα άστρα. Μιλούν και φέγγει ο ουρανός. Γελάνε και παίζουν ντόμινο οι πλανήτες. Είναι κάτι αερικά που φτιάχνουν αλυσίδες δεμένες με αόρατους παλμούς. Ζωντανούς. Που σε καλούν να μπλέξεις ανάμεσά τους. Και να μη θες να ξεφύγεις με τίποτα.


Είναι μερικοί του είδους των διπόδων που αξίζει να φέρνουν τον χαρακτηρισμό τους. Τινάζουν το μαλλί και σηκώνονται κύματα. Σηκώνουν τα χέρια και κατεβαίνει ο ουρανός. Ξαπλώνουν και προσκυνά η σελήνη. Στενάζουν τα σταυροδρόμια ανάμεσα στις πτυχές των αναστεναγμών τους. Φιλάει ο αυγερινός την πούλια αντρόπιαστα μέρα μεσημέρι.


Είναι κάποιοι που αλλιώς γεννιούνται κι αλλιώς μεταμορφώνονται. Είναι κάποιοι που αποδύονται τους χαρακτηρισμούς τους και πατούν στον ουρανοξύστη των θέλω τους. Κάποιοι που τολμούν να ξεσκίσουν τις πιτσιλωτές τους βούλες και να βάλουν φτερά ρουμπινί. Βελούδινα. Προκλητικά. Να βγάζουν μάτι.


Μ’ αρέσει. Μ’ αρέσει να κοιτώ το ναι που θέλει να βγει καθαρό και να τραντάξει. Να γελάσει. Να απλωθεί. Να υπάρξει. Μ’ αρέσει να χαίρομαι το είμαι αυτό που είμαι που θέλει να περπατήσει στο θα γίνω ακόμα περισσότερο. Και το κάνει. Μ’ αρέσει το έλα που λέγεται με πάθος. Με πίστη. Με δύναμη. Με προοπτική. Και μ’ αρέσει που ορισμένοι χαρακτήρες, όσο και να είναι καθ’ υπερβολήν αποτυπωμένοι σε έναν κόσμο φανταστικό…


…κάπου σου υπενθυμίζουν ότι η πραγματικότητα ζητά ήρωες για να φτιάχνει ιστορίες που αξίζει να είσαι μέρος τους…











(Το βίντεο είναι για την προώθηση του βιβλίου με τίτλο Οριάνα εξπρές που κυκλοφορεί απ’ τις εκδόσεις Πολύχρωμος Πλανήτης, με συγγραφέα την Αγγελίνα Ρωμανού. Το είδα…μου άρεσε…το διαδίδω…)

.

Κυριακή, 22 Νοεμβρίου 2009

Εξπρές...






Είναι κάτι θεριά που έχουν μέσα τους το φως. Κάτι άνοιξες και φθινόπωρα λίγο πριν τη μεταμόρφωση. Κάτι αναλαμπές που ψάχνουν διέξοδο προς το άγνωστο, το κάτι, το πουθενά. Και θέλουν να εμφανίσουν το δικό τους τίποτα σε ένα τίποτα ακόμη. Έτσι. Για πλάκα. Για ανουσιότητα. Για μηδενισμό εις το πηλίκον. Για την καύλα της προσπάθειας.


Κι έρχονται στιγμές που εξαφανίζονται σε ένα άπειρο από βρόμικες ανάσες, χαριεντισμένα βλέμματα, ανείπωτες αναστολές. Φορούν δερμάτινα και βάζουν κρίκους στα στήθη. Ξυρίζουν τ’ απόκρυφα σε σχήμα κωλοδάχτυλου και εξανεμίζονται στα ουράνια βάθη. Αχ, εραστές της λήθης μου πόσο δίκιο είχατε που κρυβόσασταν κάτω από ματωμένα σεντόνια μη λάχει και δείξετε τον πόθο του τρόμου σας.


Είναι όμορφο να βλέπεις σούρουπα σε μάτια λάγνα. Ακόμη πιο όμορφο να αγγίζεις ερεθισμένες ανατολές που βγαίνουν πίσω από λόφους χαμένης ύπαρξης. Ω...δείξτε μου έναν γκρεμό ακόμη να με δείτε να τον διαβαίνω αγέρωχα και γελάστε με την πτώση της ανηθικότητάς μου. Πόσο γουστάρω να ντρέπεστε βλέποντας ακόμη έναν εαυτό που φανερώνεται μπροστά σας χωρίς να ξέρετε πώς να τον διακορεύσετε.


Μη ζητάτε ανάλατες φυγές. Μπορείτε άραγε να παρακολουθήσετε δυο κουνήματα ολογραμμάτων χωρίς ν’ αγγίξετε τη στύση σας; Θα ήθελα να παίξω με τα βασανίσματά σας. Μα θα σας τρομάξω ξανά. Και δεν ξέρω αν ακόμη ήρθε ο καιρός να κυνηγήσω...


...ακόμη μιαν ανέραστη ομίχλη...









.

Δευτέρα, 16 Νοεμβρίου 2009

Ρουά Ματ





Με ρούχα βασιλικά στέκομαι και περιμένω. Η σειρά μου δεν αργεί. Πτώση μετά τη σφαγή. Μια πτώση θεαματική την ώρα της πρώτης αστραπής. Την ώρα που οι ουρανοί ανοίγουν για μια συναυλία κρουστών στους χτύπους του φθόνου. Της εκδίκησης. Της αέναης θέλησης της επικράτησης. Και της επικρότησης. Σε λασπόνερα θα χώσω τα διαμάντια μου. Να λάμπουν σα σημάδια, σα μάτια γάτας σε δρόμους δύσβατους για τους επόμενους εξερευνητές. Για τους επόμενους μαχητές. Για τους μελλοντικούς κατακτητές των χωμάτινων λόφων μου.


Πύργοι γκρεμισμένοι, στρατιώτες λιποτάκτες, άλογα κουτσά. Κραυγές και σύντροφοι πεταμένοι σε κομμάτια μέσα σε τοπίο καταχνιάς. Θόρυβος απόκωφος και μυρωδιά καπνίλας. Ψημένα κορμιά μέσα στα στρατόπεδα του πόθου. Πνιγηρές ορμές πιεσμένες σε ρημαγμένο παρελθόν. Το μέλλον αόρατο. Στραγγαλισμένο μέσα στην ομίχλη. Φόβοι παντού. Άντρες διαμελισμένοι. Τρομαγμένοι. Οπλίτες που καταπίνουν κεραυνό ξερνώντας ανείπωτες κραυγές.


Τους κοιτώ από ψηλά έτοιμη για ένα γονάτισμα ακόμη. Έτοιμη να ρίξω ένα κορμί στη λύσσα του χρόνου. Να δώσω τη θέση μου σε μια ακόμη στημένη παρτίδα. Κάτω από προβολείς θανάτου. Μέσα σε στάλες κόκκινες. Δίπλα σε απονενοημένες ψυχές που κουράστηκαν να διαβαίνουν μονοπάτια. Ψυχές μόνες σε άλογα λειψά. Γραφές ξεθωριασμένες σε πλάκες με κάρβουνο. Εξαντλημένες από μια συνεχή κατρακύλα σε ποτάμια παραμελημένης μέθης.


Θα εκπνεύσω και θα εκπληρώσω τον σκοπό μου. ΄Ηρθε η ώρα που θα αποδυθώ τον ποτισμένο με λαγνεία μανδύα μου. Τρελή μορφή ενός τόπου στο ενδιάμεσα του νου. Ξιπασμένη πόρνη μιας περασμένης καταιγίδας. Μάρτυρας των παθών δυο στρατοπέδων παρατεταγμένων πάνω σε ξύλο γδαρμένο με σουγιά. Βασίλισσα χωρίς υπηκόους. Χωρίς υπηρέτες. Χωρίς βασίλειο. Χωρίς τιμές. Από καιρό νεκρή μέσα σε κόσμο χωρίς όραμα με καθάριο στόχο. Πότε μαύρη, πότε άσπρη, μια σκιά που χάνομαι…


… σαν ανατέλλει το απόλυτο σκοτάδι…

.
.

Κυριακή, 8 Νοεμβρίου 2009

Κρυμμένη...





Στην κρύπτη μου μέσα με χιλιάδες ξωτικά. Άφαντα. Απ’ αυτά που ξέρουν ότι τα νιώθω μα που καταλαβαίνουν πως δε θέλω να τα βλέπω...


Κλεισμένη σε νότες εκεί στα νοτισμένα μονοπάτια μου. Ξυπόλυτη κι αυτή τη φορά με φουσκάλες στα πόδια και σκισμένα γόνατα...


Ανάβω τα κεριά μου και παίζω την ταινία μου ξανά. Βλέπω πώς μου χαμογελούσαν. Μπορώ να σου πω και τι σκεφτόταν ο καθένας. Ήξερα και πού με κοιτούσαν. Και γιατί.


Άβολα; Όχι. Αν κάποτε ένιωθα άβολα, ούτε που θυμάμαι σε ποιο χωροχρόνο ήταν. Άδεια; Δεν χρειάζεται να το ομολογήσω. Πώς είναι δυνατόν, μου είπε, να νιώθεις έτσι; Εσύ το επιλέγεις, μου είπε κάποιος άλλος. Σ’ αρέσει να αυτοκαταστρέφεσαι, ε; μου λέει μια άλλη φωνή μέσα μου...


Δε χρειάζεται να δώσω απαντήσεις. Ακόμη μια φορά στάζω τις αλμυρές μου στάλες στα χείλη και τις καταπίνω. Αναμεμειγμένες με λίγο απ’ όλα. Και λίγο απ’ όλους. Έχει σημασία η γεύση;



Και γιατί κάτι πρέπει να έχει σημασία;









.


Πέμπτη, 5 Νοεμβρίου 2009

Όταν θα έρθεις κυρά μου στο παζάρι!


Θα πουλήσω άντρες στο παζάρι. Σκλάβους και ευγενείς. Άρχοντες και αλήτες. Καθαρούς και βρωμιάρηδες. Ψεύτες και λιγότερο ψεύτες. Θα διαλαλώ όμως, τις μεταχειρισμένες ορέξεις τους. Γιατί αυτό το παζάρι είναι ιδιαίτερο. ΄Εχει προϊόντα από δεύτερο χέρι. Θα πουλήσω τα θα, τα θέλω, τα ναι τους. Τα ότι, τα διότι, τα γιατί τους. Τα δήθεν, τα τώρα και τα πριν τους. Θα μοιράσω και μια υποψία από το αβέβαιο μέλλον τους, τριμμένο σε σκόνη με χρώμα μενεξεδί. Που θα μυρίζει νιρβάνα, μούχλα και λίγο από επιθυμία ανεκπλήρωτη.

Θα φτιάξω πάγκο με καρφιά και θα καρφώνω χαρακτηριστικά. Ένα βλέμμα σαγήνης, ένα στραβό χαμόγελο, μια μπάσα χροιά, ένα βήμα σταθερό. Μια τρύπα από σόλα, μισή τσέπη αδειανή, δυο τρίχες βαμμένες. Θα ρίξω σε τελάρο φυλλοκάρδια τους-κάτω τα σαπισμένα, πάνω τα πιο φρέσκα- θα βάλω σε μπολάκι τους χαμένους βόλους που έπαιζαν μικροί, θα κλείσω σε βαζάκι τους αγχωμένους οργασμούς τους.

Θα μοστράρω μια γεύση απ’ την κολόνια τους, μια αγαπημένη τους ανάμνηση και μια ζωηρή τους λέξη. Θα κρεμάσω απ’ τη σκεπή του πάγκου μου ένα ζορισμένο ξημέρωμα, μια κλαμένη νύχτα και κάτι παράνομες αγκαλιές. Κρυφά τηλεφωνήματα, εξαναγκασμένα λόγια, κινήσεις χωρίς νόημα. Και θα απλώσω με μανταλάκια δείγματα γραφής τους. Απ’ αυτή που ξέρουν να κάνουν όταν έχουν σκοπό να πηδήξουν μυαλά. Όσοι έχουν την ικανότητα να το κάνουν, δηλαδή. Κι ύστερα θα ανεμίσω τον αέρα που αφήνουν απ’ το φευγιό τους όταν αποφασίζουν χωρίς κουβέντα να εξαφανιστούν. Αυτόν, θα τον κλείσω σε πολύχρωμα μπαλόνια και θα στολίσω τη γωνιά μου. ΄Ετσι, για εφέ. Θα δίνω δώρο και καρφίτσες για να ακούγεται το λυτρωτικό μπαμ σε όσους κάνουν τέτοια αγορά. Σα τα χαστούκια που θα ήθελαν να ρίχνουν στο είδος που ονομάζεται είτε χέστης, είτε ανίδεος, είτε ανώριμος, είτε παρτάκιας, είτε οτιδήποτε άλλο που χαρακτηρίζει την μικροψυχία και την αδιαφορία τους.

Α, δεν θα είμαι ακριβή. Τα φτηνά χαρακτηριστικά, άλλωστε, είναι για μικρές τιμές. Και εγώ τους πελάτες μου τους σέβομαι. Εξάλλου, θα πουλάω αντικείμενα με ημερομηνία λήξης. Όχι υποκείμενα με εύρος ζωής. Γιατί κάποιος που θέλει να λέγεται υποκείμενο, σημαίνει πως θα έχει και υπόσταση. Και οι υποστάσεις, δεν πιάνονται. Οι ουσίες δεν εγκλωβίζονται. Η τιμή θέλει τιμή για να υπάρξει. Και τα προϊόντα μου, θα είναι για ακριβά γούστα. Ακριβά στα αισθήματα, στα συναισθήματα και στις αισθήσεις.

Θα μου πείτε και γιατί να μπει κάποιος στον κόπο να ρίξει έστω και μια ματιά στον πάγκο μου; Και γιατί να θελήσει να δώσει κάτι για να αγγίξει έστω και κάτι απ’ αυτά που πουλιούνται; Μα οι λειτουργίες μας μερικές φορές δρουν από μόνες τους. Χωρίς ιδιαίτερη σκέψη. Παίρνουμε πάντα ότι μας είναι χρήσιμο; Όχι δα. Πώς θα ζούσαμε κι εμείς οι μαζόχες που μαζεύουμε όλα αυτά απ’ τα ταξίδια μας για να τα πουλάμε ύστερα σε σκονισμένα παζάρια; Από άλλους μαζόχες που δεν θέλουν να ξεχνούν τα δικά τους και αρέσκονται στο να διαπιστώνουν πως υπάρχουν ομοιοπαθούντες. Λίγο είναι αυτό;


Δε λέω πως δεν υπάρχουν και πάγκοι που πουλούν γυναίκες και ότι αυτές ανάλογα αντιπροσωπεύουν. Σίγουρα θα υπάρχουν αντίστοιχα είδη προς πώληση καθώς και πελατεία. Οι πάγκοι έχουν απ’ όλα. Για όλα τα γούστα. Για όλες τις θλίψεις. Για όλους τους αναστεναγμούς. Για όλες τις μη εξηγήσιμες ορέξεις.

Το θέμα όμως είναι πως όσο και να ψάχνουμε, όσο χρόνο κι αν αναλώσουμε, όσο και να αναζητούμε, είτε ως πωλητές είτε ως αγοραστές, ένα πράγμα δεν θα υπάρχει στο παζάρι.


Αρχίδια! ΄Εστω και μεταχειρισμένα.


Είδος υπό εξαφάνιση βλέπεις…
.