Δευτέρα, 24 Δεκεμβρίου 2007

Νύχτες...

Μια νύχτα ως το ξημέρωμα. Γιατί κάθε νύχτα έχει κι ένα ξημέρωμα. Λίγο πριν. Λίγο μετά. Δεν μετράει ο χρόνος πάντα. Ξημέρωμα μπορεί να ’ναι και χωρίς τον ήλιο να βγαίνει. Ξημέρωμα μπορεί να ’ναι και χωρίς να χτυπήσουν οι καμπάνες του σώματός σου που σου λένε ξύπνα. ΄Η κοιμήσου. Ή πέθανε. Ή αναστήσου.
Και συ να μην ξέρεις τι απ’ όλα αυτά θες να κάνεις αυτή τη βραδιά. Να πεθάνεις στα χέρια του ή να αναστηθείς μες απ’ το βλέμμα του; Να κλάψεις μόνη σου ή να γελάσεις αντρόπιαστα ανοίγοντας το παράθυρο στον άνεμο; Να τον αφήσεις να μπει να σου χαϊδέψει τα σωθικά και μετά να τον αφήσεις να φύγει ξανά; ΄Η να του πεις να ξεμακρύνει και να μην σ’ αγγίξει αυτή τη φορά;
Δεν ξέρεις αν θες να του δοθείς. Μα ξέρεις πως θα σε χαρακώσει. Είναι βοριάς και πνεύμα μαζί. Λύκου άγριου με ψυχή παιδιού. Συνδυασμός που σου κόβει την ανάσα μα δεν θες να το δαμάσεις. Γιατί σαν σε κυριεύσει, ξέρεις πως θα κυριευθεί κι αυτός. Γιατί το θέλει. Γιατί το ’χει ανάγκη. Γιατί το λέει πίσω απ’ τις λέξεις του, πίσω απ’ τις ανάσες του, πίσω απ’ τις σιωπές του, πίσω απ’ το ειρωνικό του χαμόγελο.
Θα του πεις να φύγει και θα φύγει. ΄Η δεν θα του πεις τίποτα γιατί ξέρεις πως λόγια δεν χωράνε στο παντού. Το ξέρεις πως θα ξανάρθει να σου χτυπήσει την πόρτα ίδιος μα διαφορετικός. Και συ εκεί με δυο χαρακιές πάνω στο στήθος που τις έφτιαξες για να τις βλέπει εκείνος. Σαν νύχια θεριού που στάζουν αίμα. Σαν δόντια θύελλας που σε μαστίγωσε. Σαν άγγιγμα καταιγίδας που σε σάρωσε.
Κοιτάζεσαι στον καθρέφτη και σπας τα ρολόγια σου. ΄Ασε τους άλλους να μετρούν. Χαμογελάς και δαγκώνεις τα χείλια σου με δύναμη. Νιώθεις την γεύση τους που την μοιράζεις σε όσους θες. Που την κάνεις να είναι σαν και σένα κάθε φορά. Με χρώμα, με άρωμα, με ήχο. ΄Εχει η γεύση ήχο; Δεν τον ακούνε όλοι και το ξέρεις. Γι’ αυτό γυρνάς πάντα με το κεφάλι σκυφτό. Επειδή κανείς τους δεν ξέρει ν’ ακούει. Κι αν λεν πως ξέρουν, τους σαρκάζεις βουβά.
Θες και δε θες. Φοβάσαι και δεν φοβάσαι. Τολμάς και δεν τολμάς. Ψάχνεις για μια ουσία μες το αποτέλεσμα. Μια σταγόνα ύπαρξης ανάμεσα στην σκόνη. Ένα κάτι στο τίποτα. ΄Η ένα τίποτα στο κάτι. Υπάρχει; Υπάρχουν αλήθειες; Υπάρχουν βλέμματα που τις λένε. Διαφορετικές κάθε φορά. Καλυμμένες αλλιώς. Σερβιρισμένες με έναν καινούργιο εαυτό κάθε φορά. Τις αντέχεις; Ναι. Όχι. Ίσως.
Κι άλλο ποτό αυτή τη νύχτα. Ρακή. Κρασί κόκκινο. Γλυκό. Να καίει τα σωθικά. Να γίνεται αντάρα. Να γίνεται ηφαίστειο. Κρύο στην αρχή, φωτιά στην κατρακύλα του. Λάβα σαν βγαίνει απ’ τους χυμούς σου. Λάβα που σε εξαγνίζει. Λάβα με χρώμα κόκκινο. Λάβα με κλάμα. Κι ένα δάκρυ ασημένιο. Σαν τρίχωμα αγριμιού…

Σάββατο, 15 Δεκεμβρίου 2007

ΟΛΑ ΕΙΝΑΙ ΤΙΠΟΤΑ

Παραδομένη ξανά σε μια ουτοπία διαλυμένη. Ένα όνειρο που γνωρίζοντας πως το δημιουργώ άρχισε να με τρώει χωρίς να το καταλαβαίνω. Και ’γω πλέκοντας τον ιστό του, αράχνη και ζωύφιο μαζί, να θέλω να ελευθερωθώ και ολοένα να χώνομαι μέσα του περισσότερο.
Ποιος ο σκοπός και ποιο το νόημα αφού εκ των προτέρων γνωρίζεις ότι το τέλος πλησιάζει; Και γιατί η απογοήτευση να είναι τόσο έντονη αφού την αισθανόσουν πως θα ’ρθει; ΄Ισως γιατί όταν αποφασίζει να έρθει τη στιγμή που δεν την ορίζεις και δεν την περιμένεις τότε να σου κακοφαίνεται. ΄Ισως επειδή όταν ο άλλος διαλέξει τι τίτλους θα της φορέσει και εσένα δεν σου κάνουν, γι’ αυτό και να χτυπιέσαι.
Κι όμως ξέρεις πολύ καλά πως στην ουσία όλα είναι τίποτα. Είναι στρόβιλος και κύμα και γαλάζιος κεραυνός που χτυπά απροειδοποίητα. Και συ θύτης και θύμα μένεις να τη βλέπεις να έρχεται πάνω σου και να σε παρασύρει ανήμπορος να κάνεις το παραμικρό για να την αποφύγεις. Είτε γιατί δεν έχεις τη δύναμη να το κάνεις, είτε επειδή έχεις αυτήν την μαζοχιστική τάση να τη δεις να σε διαλύει. Και να κάθεσαι ακούνητος, ακλόνητος μ’ ένα χαζό χαμόγελο περιμένοντάς τη. Να σε χτυπήσει και να σε τσακίσει. Να σε τσαλαπατήσει και να σε λιώσει. Να σε κάνει να υποφέρεις και να γίνεις ένα με το χώμα. Και να μην θες να σηκωθείς. Και να μη θες ν’ αναθαρρήσεις. Και σαν αρχίσεις κάποια στιγμή την διαδικασία του να σταθείς ξανά, να ξαναμπείς εν γνώσει σου στο ίδιο τρυπάκι για να νιώσεις και πάλι χαμένος και αδύναμος. Ελπίζοντας πως κάποτε θα γίνεις πέτρα, μα γνωρίζοντας πως αυτή η στιγμή δεν θα ’ρθει ποτέ…

Τρίτη, 11 Δεκεμβρίου 2007

Νοητικές μεταμορφώσεις

΄Ηπιε την άνοιξη γιατί ποτέ δεν την χώνεψε. Δεν ήθελε να την βλέπει γιατί του έριχνε ήλιο στα μάτια. Και αυτός τον ήλιο τον μισούσε. Η αύρα η ψυχρή που έπνεε το χάραμα τον έκανε να θυμάται πως ακόμα υπάρχει. Μα σαν σουρουπώνει, τότε είναι που ανασταίνεται και πάλι. Γιατί πλησιάζοντας η νύχτα φέρνει μαζί της τον χιτώνα που της άφησε απ’ τα χθες. Και λυτρωτικά τον φοράει, τον ντύνεται, τον κουμπώνει και τον αφήνει να τον μεταμορφώσει σ’ αυτό που μόνο εκείνος ξέρει πως είναι. ΄Ενας ξεχασμένος ήρωας του σκότους, ένας ζητιάνος της μαυρίλας, ένας εξερευνητής του μυστηρίου και της σαγήνης. Και με την φορεσιά του απλώνεται στα στενά και φωνάζει χωρίς τους ήχους να ακούγονται και να προδίδουν την ύπαρξή του. Μόνο τα πλάσματα που τον νιώθουν μπορούν να τον πλησιάσουν μα κι εκείνα δεν είναι πάντα τόσο τολμηρά. Γιατί η φρόνηση τα κάνει να σκέφτονται και δυο και τρεις φορές πως με την καταιγίδα παίζει κανείς δύσκολα παιχνίδια όταν εκείνη αποφασίζει να δείξει τη δύναμή της. Κι αυτός φοράει την καταιγίδα και σκορπίζεται χωρίς να υπολογίζει θεούς και δαίμονες. ΄Υστερα, με μια υποψία χαμόγελου να σκάει στο πρόσωπό του και μετά από ώρες περιπλάνησης που ούτε καν θυμάται τι μπορεί να έχει κάνει, γυρνάει την σελίδα του και νομίζει πως μπορεί να υπάρξει και αλλού. Μάταια όμως γιατί είναι καταδικασμένος να φορά παντού και πάντα τη νύχτα πάνω του…

Πέμπτη, 29 Νοεμβρίου 2007

ΠΑΙΧΝΙΔΙΑ ΤΟΥ ΜΥΑΛΟΥ

Παιχνίδια του μυαλού. Παιχνίδια στο χθες και στο τώρα. Παιχνίδια στο αύριο. Παιχνίδια με νικητές και ηττημένους. Παιχνίδια χωρίς νικητές και χωρίς ηττημένους. Στο κει, στο αλλού και στο δήθεν. Στο κάποτε στο πού και στο γιατί. Και συ ανάμεσα. Να παίζεις και να σε παίζουν. Να θες και να σε θέλουν. ΄Η να νομίζεις πως θες και να κάνεις και τους άλλους να νομίζουν πως θέλουν.
Μαριονέτα στα χέρια του άγνωστου, του αέρα και του ψίθυρου. Και να παραδίδεσαι γιατί έχεις καιρό να παραδοθείς. Γιατί αν σου φύγει το σκοινί θα βρεθείς να πετάς στο άπειρο. Και λοιπόν; Μήπως είναι καλύτερο το άπειρο; Εκεί που δεν σε ορίζουν και δεν πας πουθενά; Και γιατί είναι ανάγκη να πηγαίνεις; Θέατρο της φυγής και ηθοποιός και σκηνοθέτης εσύ. Με θεατή το είναι σου που συνεχώς αλλάζει. Κάθε φορά το έργο σου είναι αλλιώς. Πουλημένη παράσταση στα χέρια του κενού. Και να βαράς παλαμάκια γιατί δεν ξέρεις να κάνεις αλλιώς.
Μέχρι που σηκώνεσαι ένα πρωινό κι αρχίζεις να κλωτσάς τα άδεια καθίσματα. Και να φυσάς τη σκόνη απ’ το πάτωμα. Και να αλλάζεις ρούχα στο ανύπαρκτο κοινό σου. Με το ίδιο σου το πρόσωπο να χαμογελά και να κλαίει ταυτόχρονα. Με τον προβολέα πάνω σου και πάνω στη σκηνή. Και στη πλατεία. Με φορεσιές να αλλάζουν γιατί οι ρόλοι σου το απαιτούν. Ποτέ ο ίδιος ρόλος. Ποτέ η ίδια φορεσιά.
Κι ένα χαμόγελο να σκάει για καληνύχτα. Και μια σελήνη κίτρινη στο χρώμα που μισείς. Και τα σκοινιά να παίζουν ακόμη και να κρέμονται και συ να νομίζεις πως ακόμα σε ορίζουν. ΄Η έτσι να νομίζουν εκείνοι που τα κρατούν. Κι αναρωτιέσαι. Αλήθεια, τα κρατούσε ποτέ κανείς; Και πότε; Και για πόσο; Μα δεν θες να πάρεις ή να δώσεις απάντηση.
Φυσάς ένα φτερό από πάνω σου και ξέρεις πως δεν θα το δει κανείς. Γιατί κανείς δεν ενδιαφέρεται να το δει. Κι αν σου λέει πως το είδε, ξέρεις πολύ καλά πως δεν θα τον πιστέψεις. Και αν κάποιος σε μάθει, θα ξέρει πως τα ίδια πράγματα δεν πρέπει να τα κάνει ποτέ. Γιατί είσαι αλλιώς. Γιατί θέλεις να γίνεις κι άλλο. Γιατί τα αερικά δεν πατούν εδώ. Πετούν στο πέρα…

Κυριακή, 4 Νοεμβρίου 2007

Με αφορμή μια προσφώνηση

Νεράιδά μου…». Όμορφο ακούγεται! Έτσι με είπε σήμερα ένα ακόμη φάντασμα, μια ακόμη ανδρική ύπαρξη που αγνοώ και θα συνεχίσω να αγνοώ. Και ’γω να κοιτάω το κενό και να καρφώνομαι σε άδεια γράμματα. Τι θέλω; Επιβεβαίωση; Πόση ποια; Και γιατί;
Μετράω δευτερόλεπτα μπροστά στην άδεια οθόνη, μετράω στιγμές σ’ έναν κόσμο που δεν υπάρχει, προσθέτω λέξεις σε θαλασσί φόντο, φτιάχνω νοήματα, πλέκω ιστορίες με αγνώστους με σκοπό το τίποτα.
Λάθος σκέψη και λάθος πορεία ζωής, προορισμός για το πουθενά μέσα σε μια μαύρη θάλασσα χωρίς κύματα , χωρίς ανάσα και χωρίς ίχνος αληθινής ζωής. Πιάνομαι από λέξεις κι από ψεύτικες κουβέντες, από ιδρωμένα κορμιά κι από μάτια αόρατα, από κορμιά χωρίς ψυχή και από χαμόγελα ανύπαρκτα.
Προδομένη απ’ όλους και απ’ όλα μέσα στο άδειο δωμάτιο υφαίνω όνειρα, καβαλάω άλογα λευκά και πιάνομαι από κλωστές ενός υποτιθέμενου φεγγαριού. Ακτίνες ήλιου που μισώ έρχονται και καρφώνονται και τις αποδιώχνω ορίζοντας μια μουντή εικόνα από ανύπαρκτους εραστές. Και όλοι νομίζουν πως ξέρουν να επιβάλλουν και να επιβάλλονται, να ορίζουν και να καθορίζουν , να σταματούν και ξανά να προχωρούν. Και όλα είναι ψεύτικα, παράλογα και παρανοϊκά και το ξέρω πως τίποτα δεν γίνεται και δεν μπορεί ν αλλάξει και γι’ αυτό συνεχίζω και στροβιλίζομαι και σταματημό δεν έχω γιατί στην ουσία δεν θέλω να φύγω από πουθενά. ΄Η ξέρω πως δεν έχω την δύναμη να το κάνω, γι’ αυτό έμπλεξα σε έναν παράλληλο κόσμο που νομίζω πως με θέλει και τον θέλω , με αποζητά και τον αποζητώ, και είμαι δέσμια της φυλακής που μόνη μου έχτισα τα κάγκελα.
Δεν θα φύγω ποτέ, κι αν φύγω θα είναι για κάπου που θα μοιάζει με το τώρα, μόνο που θα το ονομάζω αλλιώς, θα του δώσω άλλη φωνή κι άλλη υπόσταση, μα στην ουσία θα είναι ίδιο κι απαράλλαχτο με τούτο το σάπιο πράγμα που με κατατρώει. Και θα πνίγομαι και θα φωνάζω, και θα ρουφιέμαι και θα αναστενάζω , πότε από ανεκπλήρωτα πάθη ή από υποτιθέμενους έρωτες και πότε από μίσος για τον ίδιο μου τον εαυτό και λατρεία για το άπιαστο.
Και θα μείνω έτσι να με θυμούνται σαν αυτόματο τρένο σε ράγες για το πουθενά, ένα εξπρές με ταχύτητα φωτός που τρέχει στην γη ενώ είναι πλασμένο για τον ουρανό…

Κυριακή, 9 Σεπτεμβρίου 2007

Καλύτερα ένα τρομερό τέλος, παρά ένας τρόμος χωρίς τέλος

Τρέμω. Τρομάζω και τραντάζομαι. Κουτρουβαλώ και χάνομαι. Σε μιαν άβυσσο χωρίς τέλος. Μες την άσπρη δίνη μιας άχρωμης πραγματικότητας, που φαντάζει τόσο χαώδης και κενή σαν τη ρουφήχτρα του κόκκινου άνεμου που σε σηκώνει και σε ταλαντώνει και σε κάνει να φωνάζεις και να χτυπιέσαι και να στριφογυρνάς χωρίς τέλος.
Στέλνω τη φωνή μου εκεί που δεν θα με ακούσουν. Γιατί δεν μπορώ να την στείλω εκεί που θα με ακούσουν. Γιατί δεν θέλω να με ακούσουν και αν τυχόν και μ ακούσουν πάλι θα φοβάμαι τι είναι αυτό που άκουσαν από μένα. Γι αυτό δεν θα τους κάνω τη χάρη να μάθουν τι χρώμα έχει η φωνή μου ούτε να ακούσουν τους ήχους που θα βγουν απ τις μωβ νότες που θα βγάλω. Πάντα μου έλεγες να μην μιλάω δυνατά και να μην φωνάζω μη τυχόν και μ ακούσουν και με δουν και μιλήσουν ύστερα για μένα και για τα κρυφά μου και τα απόκρυφά μου. Κι εγώ άκουγα και ήξερα πως πιεζόμουν και στένευαν τα όριά μου, τα όρια που είχα θέσει για τον εαυτό μου και που τώρα προσπαθώ να τα ανοίξω και να τα κάνω όσο πιο ελαστικά γίνεται μα και πάλι φοβάμαι πού μπορεί να πάει όλο αυτό και ποιος θα με δει και θα με γνωρίσει κι αν θα με αναγνωρίσει δεν θα θέλω να ξέρω τι θα σκεφτεί γι αυτό που θα δει.
Γι αυτό σιωπώ και βηματίζω, φωνάζω και τρέχω μες τη βροχή δίπλα απ τις γραμμές του τρένου περιμένοντας το σιδερένιο θεριό να περάσει και να μην μ ακούσουν που μιλάω, που παραμιλάω, που ουρλιάζω επειδή έφυγα και ίδια δεν θα γίνω και δεν θα ξαναείμαι αυτό που ήμουν αλλά θ αναρωτιέμαι γι αυτό που γίνομαι και αν μ αρέσει και αν το θες κι εσύ , αλλά δεν με νοιάζει τόσο για σένα πια κι ούτε για την άθλια τη γνώμη σου, αλλά αν θα το γουστάρω εγώ και κατά πόσο θα μπορώ να το δείχνω όπως και όποτε το θέλω.
Τρόμος συνεχής και σκέψεις ατέλειωτες, μες τη δίνη της ρουφήχτρας, αυτής της καθημερινής πραγματικότητας που με βουλιάζει και άπατη με πάει σε ορίζοντες μακρινούς και χαώδεις χωρίς επιστροφή, χωρίς γυρισμό και χωρίς μέλλον. Μέλλον για τι ; και με ποιον; Και πότε; Και με τι; ΄Εξω στο σύμπαν το καθάριο με τα δεκατέσσερα φεγγάρια και τους πέντε ουρανούς, εκεί στην άβυσσο της καυτής άμμου που αιωρείται και χύνεται και την πιάνω και φεύγει μέσα απ’ τα δάχτυλά μου σαν το νερό απ τη βρύση που στάζει θάνατο. Τρόμος χωρίς τέλος και τρέμουλο και ρίγος στην καρδιά και στις αισθήσεις και συ να χάνεσαι σε μια ωμή φαντασίωση και χαίρομαι που δεν θέλω να γυρίσεις.
Το τέλος θα έρθει με τρόμο ή χωρίς και θα το χαρώ πέφτοντας και σκίζοντας τις σκέψεις μου, ξεσκίζοντας το περιτύλιγμα που κουβαλώ χρόνια και με κούρασε και με βαρέθηκε, διαλύοντας ένα τίποτα μέσα στην έννοια του κενού. Κι αν σχηματιστώ ξανά θα είναι μέσα από όνειρο, από άσπρες κλωστές γαλαξία και φως από το απέραντο του πουθενά ή του κάπου. Αλλά σχηματισμένη ξανά , φωνή δεν θα χω για να σου πω τον τρόμο τον καινούργιο που θα γεννηθεί μαζί μου, κι ίσως έτσι είναι καλύτερα γιατί ως δικαιολογία θα έχεις τον κρότο της σιωπής μου και γω θα πετώ γύρω σε όλα, κυκλωμένη ξανά και ξανά από το τρέμουλο του απόλυτου σκορπίσματος που θα είναι γύρω μου και μέσα μου και πάνω μου και θα μοιάζω ΄Ανοιξη μες τον Χειμώνα, έτσι παράταιρη και κόκκινη χωρίς την αίσθηση του κρύου ή του μόνου…