Κυριακή, 08 Νοεμβρίου 2009

Κρυμμένη...




Στην κρύπτη μου μέσα με χιλιάδες ξωτικά. Άφαντα. Απ’ αυτά που ξέρουν ότι τα νιώθω μα που καταλαβαίνουν πως δε θέλω να τα βλέπω...



Κλεισμένη σε νότες εκεί στα νοτισμένα μονοπάτια μου. Ξυπόλυτη κι αυτή τη φορά με φουσκάλες στα πόδια και σκισμένα γόνατα...



Ανάβω τα κεριά μου και παίζω την ταινία μου ξανά. Βλέπω πώς μου χαμογελούσαν. Μπορώ να σου πω και τι σκεφτόταν ο καθένας. Ήξερα και πού με κοιτούσαν. Και γιατί.



Άβολα; Όχι. Αν κάποτε ένιωθα άβολα, ούτε που θυμάμαι σε ποιο χωροχρόνο ήταν. Άδεια; Δεν χρειάζεται να το ομολογήσω. Πώς είναι δυνατόν, μου είπε, να νιώθεις έτσι; Εσύ το επιλέγεις, μου είπε κάποιος άλλος. Σ’ αρέσει να αυτοκαταστρέφεσαι, ε; μου λέει μια άλλη φωνή μέσα μου...



Δε χρειάζεται να δώσω απαντήσεις. Ακόμη μια φορά στάζω τις αλμυρές μου στάλες στα χείλη και τις καταπίνω. Αναμεμειγμένες με λίγο απ’ όλα. Και λίγο απ’ όλους. Έχει σημασία η γεύση;




Και γιατί κάτι πρέπει να έχει σημασία;









.




Πέμπτη, 05 Νοεμβρίου 2009

Όταν θα έρθεις κυρά μου στο παζάρι!


Θα πουλήσω άντρες στο παζάρι. Σκλάβους και ευγενείς. Άρχοντες και αλήτες. Καθαρούς και βρωμιάρηδες. Ψεύτες και λιγότερο ψεύτες. Θα διαλαλώ όμως, τις μεταχειρισμένες ορέξεις τους. Γιατί αυτό το παζάρι είναι ιδιαίτερο. ΄Εχει προϊόντα από δεύτερο χέρι. Θα πουλήσω τα θα, τα θέλω, τα ναι τους. Τα ότι, τα διότι, τα γιατί τους. Τα δήθεν, τα τώρα και τα πριν τους. Θα μοιράσω και μια υποψία από το αβέβαιο μέλλον τους, τριμμένο σε σκόνη με χρώμα μενεξεδί. Που θα μυρίζει νιρβάνα, μούχλα και λίγο από επιθυμία ανεκπλήρωτη.

Θα φτιάξω πάγκο με καρφιά και θα καρφώνω χαρακτηριστικά. Ένα βλέμμα σαγήνης, ένα στραβό χαμόγελο, μια μπάσα χροιά, ένα βήμα σταθερό. Μια τρύπα από σόλα, μισή τσέπη αδειανή, δυο τρίχες βαμμένες. Θα ρίξω σε τελάρο φυλλοκάρδια τους-κάτω τα σαπισμένα, πάνω τα πιο φρέσκα- θα βάλω σε μπολάκι τους χαμένους βόλους που έπαιζαν μικροί, θα κλείσω σε βαζάκι τους αγχωμένους οργασμούς τους.

Θα μοστράρω μια γεύση απ’ την κολόνια τους, μια αγαπημένη τους ανάμνηση και μια ζωηρή τους λέξη. Θα κρεμάσω απ’ τη σκεπή του πάγκου μου ένα ζορισμένο ξημέρωμα, μια κλαμένη νύχτα και κάτι παράνομες αγκαλιές. Κρυφά τηλεφωνήματα, εξαναγκασμένα λόγια, κινήσεις χωρίς νόημα. Και θα απλώσω με μανταλάκια δείγματα γραφής τους. Απ’ αυτή που ξέρουν να κάνουν όταν έχουν σκοπό να πηδήξουν μυαλά. Όσοι έχουν την ικανότητα να το κάνουν, δηλαδή. Κι ύστερα θα ανεμίσω τον αέρα που αφήνουν απ’ το φευγιό τους όταν αποφασίζουν χωρίς κουβέντα να εξαφανιστούν. Αυτόν, θα τον κλείσω σε πολύχρωμα μπαλόνια και θα στολίσω τη γωνιά μου. ΄Ετσι, για εφέ. Θα δίνω δώρο και καρφίτσες για να ακούγεται το λυτρωτικό μπαμ σε όσους κάνουν τέτοια αγορά. Σα τα χαστούκια που θα ήθελαν να ρίχνουν στο είδος που ονομάζεται είτε χέστης, είτε ανίδεος, είτε ανώριμος, είτε παρτάκιας, είτε οτιδήποτε άλλο που χαρακτηρίζει την μικροψυχία και την αδιαφορία τους.

Α, δεν θα είμαι ακριβή. Τα φτηνά χαρακτηριστικά, άλλωστε, είναι για μικρές τιμές. Και εγώ τους πελάτες μου τους σέβομαι. Εξάλλου, θα πουλάω αντικείμενα με ημερομηνία λήξης. Όχι υποκείμενα με εύρος ζωής. Γιατί κάποιος που θέλει να λέγεται υποκείμενο, σημαίνει πως θα έχει και υπόσταση. Και οι υποστάσεις, δεν πιάνονται. Οι ουσίες δεν εγκλωβίζονται. Η τιμή θέλει τιμή για να υπάρξει. Και τα προϊόντα μου, θα είναι για ακριβά γούστα. Ακριβά στα αισθήματα, στα συναισθήματα και στις αισθήσεις.

Θα μου πείτε και γιατί να μπει κάποιος στον κόπο να ρίξει έστω και μια ματιά στον πάγκο μου; Και γιατί να θελήσει να δώσει κάτι για να αγγίξει έστω και κάτι απ’ αυτά που πουλιούνται; Μα οι λειτουργίες μας μερικές φορές δρουν από μόνες τους. Χωρίς ιδιαίτερη σκέψη. Παίρνουμε πάντα ότι μας είναι χρήσιμο; Όχι δα. Πώς θα ζούσαμε κι εμείς οι μαζόχες που μαζεύουμε όλα αυτά απ’ τα ταξίδια μας για να τα πουλάμε ύστερα σε σκονισμένα παζάρια; Από άλλους μαζόχες που δεν θέλουν να ξεχνούν τα δικά τους και αρέσκονται στο να διαπιστώνουν πως υπάρχουν ομοιοπαθούντες. Λίγο είναι αυτό;


Δε λέω πως δεν υπάρχουν και πάγκοι που πουλούν γυναίκες και ότι αυτές ανάλογα αντιπροσωπεύουν. Σίγουρα θα υπάρχουν αντίστοιχα είδη προς πώληση καθώς και πελατεία. Οι πάγκοι έχουν απ’ όλα. Για όλα τα γούστα. Για όλες τις θλίψεις. Για όλους τους αναστεναγμούς. Για όλες τις μη εξηγήσιμες ορέξεις.

Το θέμα όμως είναι πως όσο και να ψάχνουμε, όσο χρόνο κι αν αναλώσουμε, όσο και να αναζητούμε, είτε ως πωλητές είτε ως αγοραστές, ένα πράγμα δεν θα υπάρχει στο παζάρι.


Αρχίδια! ΄Εστω και μεταχειρισμένα.


Είδος υπό εξαφάνιση βλέπεις…
.

Κυριακή, 01 Νοεμβρίου 2009

Λίγο πιο κει γιατρέ μου...







...Πιασμένη σηκώθηκα πάλι...





.

Πέμπτη, 29 Οκτωβρίου 2009

Φρικοβροχή



Θέλω να πιάσω το έψιλον απ’ το όνομά σου και να το ξεχειλώσω. Να το ξεχειλώσω τόσο πολύ που να το κάνω χτένα για να χτενίσω τα μπερδεμένα μου μαλλιά. Και σε όσους κόμπους σκοντάφτει να σπάνε και κάμποσα δόντια. Κι ύστερα να βάλω τη χτένα κάτω απ’ τη βρύση να της ξεπλυθούν οι σκόνες, με καυτό νερό και με σαπούνι. Να σκοτωθούν και τα μικρόβια. Και να την τρίβω γερά και δυνατά και με μανία και να την αφήνω μέχρι να κοκκινίζουν τα χέρια μου απ’ την τριβή και τη ζέστη του νερού. Ίσως έτσι σπάσει και κάνα δόντι παραπάνω. Ίσως την ακούσω να βγάζει κι ένα αχ!



Θέλω να πιάσω ένα χ από το αχ σου να ματαιώσω στο σκουριασμένο βλέμμα σου όλα τα πράγματα που σε τράβηξαν απ’ τον δρόμο σου και σου φώναζαν έλα και εσύ σαν κομπάρσος στην κωμωδία άλλων, σαν

καμαρότος στην περηφάνια της πλεύσης τους, άλλαξες χρώμα και γεύση ως την σκόνη σου.



Θέλω να φέρω μιαν ηχώ να δέσει στο στερέωμα των ματιών σου μια θαλασσιά κορδέλα και να σε γονατίσω δευτερόλεπτα μετά το ηλιοβασίλεμα σα θυσίας προσφορά σε άγνωστο θεό. Να σου λατρέψω το χαμόγελο μέσα απ’ των ματιών σου το δείλι φέρνοντας μια χούφτα άμμο από μέρη ξωτικά. Και να χωθώ στην άβυσσο του δικού σου τίποτα μέχρι να ξυπνήσει το τελευταίο πνεύμα του χθες μου.



Θέλω να πάρεις από το δέρμα μου όλα σου τα βλέμματα. Να κατρακυλήσει η μοναξιά σου στον ΑχέροντΑ να μην υπάρχει η φωνή , να μην υπάρχει η σιωπή. Και να κρατάς στα χέρια σου όλα τα εγκλήματα .Προσεκτικά. Μη σπάσει ο στεναγμός και ελευθερωθούμε αλλοτριωμένοι όπως είμαστε.

Γιατί τότε , θα μας ξεβράζει η θάλασσα στα ράμφη των πουλιών. Μπροστά από ένα αρχαίο και σαρακοφαγωμένο τοτέμ.



Θέλω...μια φρικοβροχή να καλύψει το είναι μου και το θα σου. Ξεπλυμένοι ναυαγοί σε πλανήτες με αρώματα. Να γυρνάς και να φέρνεις στη χούφτα σου άστρα. Να μένω και να πλέκω κορδέλες με φύκια και να στολίζω το σύμπαν σου. Θέλουμε. Ρήματα με υπόνοια του γίγνεσθαι. Κι όχι της αρπαγής.



Θέλουμε...



...στάλες αναρριχώμενες στα φεγγάρια των θέλω μας...














Νάδα (...ντυμένος στα λευκά...)



Νεράιδα της βροχής (...στα κόκκινα φτιαγμένη...)


.



Κυριακή, 25 Οκτωβρίου 2009

Δεν άντεξες...




Ίσως να νόμιζες πως θα ερχόμουν περπατώντας στα ψηλά μου τα γοβάκια. Εκείνα τα κόκκινα που σου είχα περιγράψει σε μιας ζωγραφιάς το θα. Πάνω σε πόντους δώδεκα να κουνώ και να λυγιέμαι και να τρίζει το πλακάκι απ’ του στεναγμού το λίκνισμα. Και να ανεμίζει το στρίφωμά μου στου αγέρα το αναφιλητό.


Ίσως να νόμιζες πως θα ’χα τα στήθη μου σφιχτά μέσα από το χι των δώδεκα λουριών μου που θα έκλειναν μπροστά ως την κοιλιά. Και θα πετάγονταν αιχμές που θα ξεχείλιζαν στο μάτι. Κι οι θηλές μου να διαγράφονται απ’ του υφάσματος την πτυχή, πάνω κει στο γυάλισμα απ’ το μετάξι.


Ίσως πάλι να νόμιζες πως φούστα κοντή θα φόραγα ή και παντελόνι τόσο στενό που να φαινόταν το σχήμα από τα απόκρυφά μου. Να πέφτει το μάτι στα σημεία που ποθείς και που θα ήθελες να είναι όπως τα περιμένεις. Κι όταν θα περπατώ να τρίβονται οι γοφοί μου και ν’ ακούς, θαρρείς, το αχ που βγαίνει ανάμεσα τους.


Ίσως ίσως να φανταζόσουν πως ψηλά θα είχα τα μαλλιά για να φαίνεται ο ατίθασος λαιμός μου που θα τον έγερνα νωχελικά προς το μέρος το δικό σου κάθε που θα έκανες και μια μικρή σιωπή. Και κάτι τούφες να πετάγονται ατίθασα, λες και να ήθελαν να ξεφύγουν απ’ το πρέπει της γραμμής τους. Και να ήταν αυτές που θα σου έδιναν το ερέθισμα που περίμενες για να μ’ αγγίξεις. Δήθεν πως πας το χτένισμα να μου διορθώσεις.


Κι ίσως να σκεφτόσουν περιμένοντάς με, πως θα ήμουν εγώ εκείνη που καρτερούσες να φανεί απ’ τη γωνιά του δρόμου. Μια γυναίκα, ένα κορίτσι, μια λαχτάρα μέσα στη γκρίζα τη βροχή. Του Μάη το κορίτσι με το πάμε στη λαλιά.


Κι όταν έπιασε το σούρουπο, μπροστά σου φανερώθηκα. Έτσι ξαφνικά. Πίσω απ’ τον κορμό του δέντρου που στεκόσουν. Φορώντας το γυμνό μου βλέμμα και περιττά μηδέν. Κι ήμουν εγώ που χαμογέλασα στα άδεια σου τα χέρια. Έχοντας κάτω τα μαλλιά, ξυπόλυτη...σα κόρη του Απρίλη...


Κι ήσουν εσύ που έφυγες χωρίς μιλιά να βγάλεις, ανοίγοντας τα χείλια σε σύμφωνα βροντής. Έχοντας κάτω τη ματιά και έναν πνιγμό στην τσέπη. Με δύο βήματα χωρίς κι ένα γιατί να πρέπει...


Τόσο πολύ δεν άντεξες τη γύμνια της ψυχής μου...



...τόσο πολύ δεν άντεξες το θέλω που διέκρινες στην άκρη της πνοής μου...







.

Τετάρτη, 21 Οκτωβρίου 2009

Σ’ αγαπώ γιατί είσαι ωραίος




Σου πάνε τα ρούχα που διάλεξες ψες. Ταιριάζουν με τη μάχη που δίνεις μέσα σου. Να δείχνεις σοβαρός μέσα σε πρόσωπο παιδικό.






Μη μου ανησυχείς. Θα λατρεύω πάντα την ηλιαχτίδα που φτιάχνει αυτή την ατίθαση ανταύγεια στα μαλλιά σου.





Και θα αφήσω για αργότερα τη σκέψη πως ίσως κάποτε με ξεπεράσεις…



.

Σάββατο, 17 Οκτωβρίου 2009

Απότομα



Βροχή και σοκολάτα ρόφημα. Ζεστό, ενισχυμένο με baileys. Να ακούγεται η γεύση. Και να αχνίζει η ομίχλη του.


Ένα μπαλκόνι, μισό σούρουπο και δυο πλατανόφυλλα να έχουν έρθει απ’ το πουθενά. Και από κάπου, μια μυρωδιά από αρωματικό τσιγάρο.


Βλέμμα ανάμεσα απ’ τις αισθήσεις που φέρνει ότι κρύβεται πίσω απ’ τα λόγια. Στο μυαλό εικόνες άσχετες μα και τόσο σχετικές μ’ αυτό που θα ήθελες. Κι είναι κάποιες φορές, που το μόνο που θέλεις, είναι απλά…να θέλεις.


Κάτι κάγκελα φτιάχνουν ρίγες στο τοπίο. Και πεταμένες σελίδες από ένα διήγημα που σταμάτησε στο κόμμα του. Είναι κάποιες ιστορίες, που το μόνο που χρειάζονται είναι η υπόνοια του ατελείωτου. Κι αν τις σκορπάς στον αέρα, είναι σίγουρο πως θα βρουν το δρόμο τους εκεί που πρέπει να ανήκουν.


Καλτσάκια κοντά με μαύρα παπούτσια. Κι οι στάλες να μπαίνουν ενδιάμεσα απ’ τις κλωστές. Αίσθηση ουρανού που φιλάει την κίνηση. Αστραπή. Μέσα. Ρούχα κάτι μεταξύ φθινόπωρου στο μισό του και μιας εποχής που δεν έχει ανακαλυφθεί ακόμη.


Να βάλεις στο κρεβάτι κι ένα αγόρι για το πρώτο σου παιδί. Να είναι αρσενικό. Πώς μου ήρθε αυτό τώρα στο νου; Και τρία κουφέτα κάτω απ’ το μαξιλάρι. Και δίχτυ με ψωμί κι ένα ψαλίδι πίσω απ’ τα στέφανα. Δεμένα, ε; Μα, πού τα έχεις ακούσει αυτά; Τα έχεις κάνει άραγε; ΄Εχει υπάρξει εποχή που τα έχεις κάνει; Δε θυμάσαι.


Να φύγεις, μωρέ. Δεν αντέχω. Θέλω έρωτες. Τα έχεις πει αυτά; Τα έχεις σκεφθεί όμως, έτσι δεν είναι; Κι ίσως…να τα έχεις κάνει, ε; Τα έχεις κάνει. Πουτανίτσα.


Ρίχνει βροχή. Και φέρνει αρώματα. Σταματάει και κάτι ήχους άγαρμπους. Όμορφο αυτό. Γιατί οι σταθμοί βάζουν μελαγχολικά τραγούδια όταν βρέχει; Γιατί όλοι κάνουν πράγματα που περιμένεις ότι θα κάνουν; Βαρέθηκα.


Το δεύτερο εναμισόλιτρο με νερό κοντεύει να έρθει στο μισό του. Διώχνει τις τοξίνες. Κάνει καλό και στο δέρμα. Φαίνεται να λάμπει. Και αργούν κι οι ρυτίδες. Κι απ’ την άλλη, πλακώνεσαι στα τσιμπολογήματα. Ωραία γεύση που έχει το φρεσκοξεφούρνιστο ψωμί με κόκκινη πικάντικη σπιτική σάλτσα, ε; Κατευθείαν απ’ την κατσαρόλα, όμως. Εκεί είναι όλη η ουσία. Στην κίνηση.


Κόκκινο κρασί με κανέλα. Γλυκό. Αχ! Και μια γλώσσα στα χείλη σου επάνω. Κι έρχεται και από μια ανοιχτή πόρτα ένα να έρθω κι εγώ αγκαλιά; Κι από μια άλλη πόρτα ακούγεται δυνατά ένα φεύγω χωρίς να περιμένει απάντηση. Χαμογελάς. Κι ύστερα σκέφτεσαι πως όλο αυτό…το σκέφτεσαι.


Η βροχή τελειώνει. Όπως και μια πτώση που βρίσκει έδαφος να σπάσει. Δε φταίει το έδαφος μωρέ.


Η βροχή ξανάρχεται. Και σου έρχεται να κάνεις όλα τα αντίθετα. Και κάνεις πάλι τα ίδια. Κι έχει το γούστο του.


Θέλεις να τελειώσεις κάτι απότομα και μετά σκέφτεσαι πως πρέπει το τέλος του να έρθει ομαλά. Γιατί; Για να μην αρχίσουν οι ερωτήσεις; Κι οι απογοητεύσεις; Γιατί; Μήπως όλοι οι θάνατοι έρχονται ομαλά; Σιγά. Έτσι θα το τελειώσω και τούτο εδώ δα.


Απότομα.








.