Παρασκευή, 6 Δεκεμβρίου 2013

..




Εισπνοή μία.
Βάθυνε η ανάμνηση με
νέφτι
και χάρισα εμού της
ιδίας
μια σβούρα ασέλγεια
έχοντας μοναχά
μια στάλα άρωμα στα
δάχτυλα.



.

Παρασκευή, 22 Νοεμβρίου 2013

ο



Ανέκαθεν έβρισκα στο μηδέν μια λύτρωση ορθολογιστική. Παρόλο που μπορείς να φτιάξεις τη διάμετρο όση και το μπόι σου ή ακόμη και τοσοδούτσικη σα ξωτικό κρυμμένο κάτω από δηλητηριώδες μανιτάρι, εκείνο το κυκλάκι ορίζει τη δική του ιστορία. Δεν έχει και γωνιές για να κάθεται κι η σκόνη. Λίγο είναι να μη σκέφτεσαι ακόμη μία υποχρέωση? 

Ανέκαθεν προσδοκούσα ανάταση μορφών. Σκεφτόμουν πως χωρίς το ουδέν, δεν υπάρχουν περιττοί. Μα ούτε και άρτιοι. Ουδέν κακόν, που λέει και ο ήλιος. Μηδένα προ του τέλους, απαντάει η βροχή. Ωστόσο, μαζί με τα καιρικά φαινόμενα οι κύκλοι επανέρχονται. 

_Να, κάπου εδώ ήρθαν στο νου τα μάτια σου.
_Σμαράγδια με κάτι από βυθό.
_Σ’ αγαπώ και θα.

Ανέκαθεν εκλιπαρούσα για βύζαγμα μαμής. Ήθελα να καταγράψω ακόμη μία παραμάνα. Να καρφώσω ένα σταυρό στα χείλη κι ύστερα να κοκκινίσω το πρώτο μου αυτοφυές τετράδιο. Σκούρο μπλε σα το εσώρουχο του αρραβώνα μας. Με ίσιες παραστάσεις, επειδή σου αρέσει η τάξη. Και μ’ ένα σκισμένο κομμάτι άκρης για να θυμίζει φαγωμένη πεθυμιά. 

_Ξεσκίσαμε τις σάρκες μας εν τέλει.
_Αντιλόπη και αγέρας σημειώσατε μηδέν.
_Πόσο λατρεύω το μηδέν.

Ανέκαθεν ζωήρευα την Άνοιξη. Να υποθέσω πως ό,τι αρχίζει ωραίο τελειώνει με φθόνο? 

Μπα. Θα αρκεστώ στο «ο» της λανθασμένης ορθογραφίας του «ω». 

Είναι κι αυτό μια από/φαση.

.

Σάββατο, 16 Νοεμβρίου 2013

α/



Μέρες τώρα αφήνεται σε ατυχείς συμπτώσεις ξεσκονίζοντας το «χωρίς» με το «επειδή». Την καλούν σε προσφερόμενες τάβλες με κρέας ωμό θωρώντας το «φεύγω» έτοιμο για κυνήγι προϊστορικό. Με τα μαλλιά τραβηγμένα απ’ το λαιμό και τη ζώνη χαλαρή στων μηρών τη μοιρασιά. Με τη γραμμή του εδάφους στρογγυλή σα τους αιώνες της. Με τον θόλο του ουρανού σε διοξείδιο. Και με τον Αχέροντα ακόμη ζωντανό.

Τ’ απόβραδο ξεφυλλίζει έναν μύθο για τα αερικά. Νιώθει το «ανήκω» να παίρνει ύψος και τα πέπλα να αναδεύονται μαζί με τα ασπρόρουχα. Δυο χελώνες καβαλούν η μία την άλλη αφήνοντας υπόνοιες ερμαφρόδιτης συνενοχής. Κάμουν θόρυβο σχεδόν ειρωνικό. Με μια δόση αηδίας για τον περίβολο πλανήτη. Πάνω στο κλαδί μια φωλιά ξεχασμένη. Πετεινών του βασιλείου των σκιών. Τίποτα δε πάει χαμένο στις αφηγήσεις. Ακόμη και το κενό τιμάει τη γυαλάδα του.

_ «Πριν φεύγεις να φοράς το φυλακτό», 

ακούει τη φωνή

και λογάται πως είναι ακόμη ετών τεσσάρων. Το κόκκινο βελούδο έχει τη χροιά της καταδίκης. Με μισό ποντάκι γάριασμα και κάτι από ξέφτι. Με άρωμα λιβάνι και ψίχα μυστική. Γύρω απ’ την παραμάνα κάμποσα χαστούκια με άρωμα σκουριάς. Στον ώμο μια ράγα «κορίτσι μου».

Τούτες τις μέρες δεν κλαίει πολύ. Αλμυρεύει όσο χρειάζεται για να κάνει το ένα βήμα ύστερα από το άλλο. Πού και πού χορεύει ανατολίτικους ρυθμούς. Εκεί που πάει να σκεφτεί το «με κοιτά», φωνάζει «σκάσε άγγελέ μου». Κι ύστερα ιδρώνει τόσο όσο να έχει ανάγκη να σκίσει από πάνω της το «ακόμα». 

Τούτες τις μέρες ψάχνει για ονόματα νεράιδων της βροχής.

Παράξενη γυναίκα.

.

Τετάρτη, 13 Νοεμβρίου 2013

.,.



Είναι τελευταίο της συνήθειας κόλπο, να καταστρέφει το πρόσωπό της όταν σκέφτεται, μιλά ή απλώς ανησυχεί. Είναι σημείο του ανάστατου να βγάζει ασυνείδητη παρεκτροπή μουτζουρώνοντας τα άλλοτε γλυκά, λεία, φωτεινά. Είναι, ίσως, θέλημα ναών να τσαλακώνει την επιφάνεια προς χάριν του παγκόσμιου κρωγμού.

Δε ξέρω. Άκουσα πως είναι και σημείο εξερεύνησης των βράχων. Όταν σκάβεις, βρίσκεις μικρά ξωκλήσια με φλογίτσες κιτρινωπές. Ανακαλύπτεις πεταλίδες που φουσκώνουν αμαρτία. Ξεπλένεις κάτι πετράκια που τρίζουν φοβισμό. Και φέρνεις προς το μέρος των χειλιών ένα γυαλάκι/λίμα. Τι να τα κάνεις τα όμορφα όταν μένουν μέρος συνηθείας?

Κάποιοι την βλέπουν τα πλένει τα δάκτυλα των ποδιών κάτω από φεγγαρόφωτους ρυθμούς. Να ράβει σωματόδερμα μη ξεφτίσει απ’ τις γωνιές. Να φωνάζει δυνατά στη γλώσσα των σιωπών. Και μετά και μετά, να ψήνει πορτοκάλια καρφωμένα στην καρδιά. Να χύνει ζουμιά στις γλάστρες και να φυτρώνουν σύμπαντα. Αόρατα. Μυστικά. Κι άγρια.

Μου είπαν πως έπαψε να περιμένει το θάνατο.

Μου είπαν πως ζει ανασαίνοντας ιβίσκους.

Μου είπαν πως ραγίζει τους καθρέφτες.

Μου είπαν πως θα μου λεν γι’ αυτήν κι ας μη ρωτώ.

Μου είπαν πως τη λεν αγάπη.


.

Δευτέρα, 11 Νοεμβρίου 2013

...



Θα μου πεις, υπάρχουν και τα όμορφα και τα μελένια καθώς και τα ζεστά. Τα καυτά, τα ζωηρά, τα φωτεινά. Εντάξει, δε λέω. Ακούγοντας κάποιες νότες μπουζουκιού, θες την τελευταία σου πνοή να την αφήσεις στην αλμύρα. Κι ας έχει και φουρτούνα. Κι ας μυρίζει ψαροκάικο. Κι ας νιώθεις πως έχεις να κλάψεις γοερά κάτι μήνες και βάλε.

Θα μου πεις, υπάρχουν κι αυτοί εκεί έξω. Με καρδιές σπασμένες σε κομμάτια της ουγγιάς. Της σήψης. Του παραμυθιού. Ξέρω πως θέλουν φίλημα. Γνωρίζω πως θεν το χάδι. Ελπίζω, να αναζητούν έναν έρωτα κι ας είν’ ο πιο αλήτης. Ο πιο μούργος. Ο πιο αγροίκος, βρε αδερφέ. Χατίρι δεν χαλούν οι χτύποι την τελευταία τη στιγμή. Αχ, πόσο αγαπώ το αγαπώ. Κι ας μη πιστεύω πια στις επιγραφές. Το στοίχημα είναι να φορέσω ακόμη ένα νούμερο μικρότερο. Να σφίγγει τα στήθια στο σημείο του πνιγμού. Κι αν έρθει να με λευτερώσει ο μονόκερος, να τον πάρω μαζί μου για ποτά. 

/αγρυπνώ με τις πηγές/

Θα μου πεις πως υπάρχεις κι εσύ. Που αργοκαταπίνεις το σάλιο μου. Που έχεις τη γεύση των σωθικών μου. Που δεν έχεις ακόμη μαγειρέψει τα μαχαίρια μου. Θα μου πεις πως δεν θες τα πολλά. Τα λίγα. Και τα τίποτα. Και θα σου πω.

Πως το τίποτα με τίποτα πεθαίνει. 

Κι είναι ευλογία να παραμένει μόνο, ανόητο και ευγενώς απωθημένο.

/γιατί εκεί πέρα θα ψάχνει ακόμη το γιατί/

Χάρισμά του.

.

Κυριακή, 10 Νοεμβρίου 2013

./.



Είναι ένα νησί που
(δεν θα πας ποτέ)
χτυπούν καρδιές μέρη
συλλέκτη
παρανοϊκού που ζει
την ώρα του καφέ
χαρτογραφώντας δρόμους
μέσα από τα πόδια
μου.
Εκεί
υπάρχεις (θα) εσύ
και κάμποσοι ακόμη
επαίτες
συνηθείας που πιάνουν το
πρωινό
από το πρώτο γράμμα του.
Το π
της παρεξήγησης.
 
.

Παρασκευή, 8 Νοεμβρίου 2013

..



Υπάρχουν κάτι χρώματα εκεί έξω. Που ’χουν αμαρτίες. Και ξεσκίσματα ακολουθούμενα με τηλεφωνήματα τύπου «άκουαγάπημου». Όπως επίσης και κεράσματα σε γιορτές χαρμόσυνες (?) – θα πάρετε ένα παραισθησιογόνο μανιτάρι, αγαπητοί? – συνοδευόμενα από τραγούδια της βροχής. Μου ’ρχεται να γελάσω σε κατάμουτρα απομεσήμερα που μυρίζουν τηγανόλαδο ανάμεσα απ’ τα αχαμνά κάποιων ξεπεσμένων ταραχοποιών. Κι ύστερα να φέρω δυο στροφές γύρω από το πολύφωτο λαλώντας ως απονενοημένη φουρνάρισσα:

/ το σταφιδόψωμο πωλείται μετρητοίς, ηλίθιοι /

Υπάρχουν κάτι Νοεμβριάτικες μπουγάδες εκεί έξω. Που έχουν τις ημέρες μία πριν τις εννιά. (Γαμήσου ρε, δεν θα σε σηκώσω ποτέ). Που έχουν αναμνήσεις από τούρτα φιστίκι. Κι έναν παππού με παλτό στο χρώμα του πούρου αλλά στο πιο μαύρο του. Χα! Θαρρείτε πως θα σας πω κι ευχαριστώ? Όχι δα! Δεν γουστάρω τα ήμερα θεριά που πάνε με το σύνηθες ημερολογιακό θανατερό. Δε θέλω χάρες από θνητές απολαύσεις που να ζητούν μερτικό σε επιτάφιους θρήνους. Δεν επιθυμώ καν να μου χαριστούν χνώτα που χειροκροτούν ανάσταση.

Και για να τελειώνουμε επιτέλους, ωραίοι ακόλουθοι:

Αφανιστείτε όσο προλαβαίνετε. Γλυκό δεν έχει για ντυμένους εραστές.

.