Παρασκευή, 9 Δεκεμβρίου 2011

Χωρίς επειδή



Να λοιπόν που το διπλό το ένα κοντεύει να βγάλει αέρα. Στης σπηλιάς την υγρασία, φτιάχνω τελετή προορισμού, αγναντεύοντας επιπόλαιες προςμονές. Είναι αλήθεια τελικά, πως τα βράχια στάζουν αλμυρό σκέπασμα όταν αφήνονται στον άνεμο της αγάπης. Όταν μεθούν με το ποτό του βάθους. Κι όταν ξαπλώνουν την υπόστασή τους χωρίς να αναρωτιούνται πώς κατάφερε ο χρόνος να καλύψει τις ρίζες τους.


Η υπεροχή, αγαπημένε μου ανέπαφε, έγκειται στην ουσία της διάστασης. Ενός σύμπαντος που φέρνει μέσα του τα γνωρίσματα της μετουσίωσης. Της λαχτάρας. Του ριζικού. Ερωτευμένοι με την απέθαντη γνώση της σπατάλης, ο δωδέκατος αυγερινός υποκλίνεται στην αλλαγή της πυγμής.


Αγαπώ σε, ανήθικε.


Χωρίς επειδή.


Ang.R


Παρασκευή, 11 Νοεμβρίου 2011

Ακόμη...


Και καθώς απλώνομαι αμέριμνη κάτω απ’ του ήλιου το χάλασμα, να αρχίζω να ξεφλουδίζω τις υπόλοιπες ζωές μου. Να πέφτουν σα του λεπρού τα κομμάτια ουρλιάζοντας αχνά κι ύστερα να φυτρώνουν μαύρα περιστέρια σε έδαφος χωρίς αλάτι. Στήθη γυμνά σε μιας άνοιξης το γητεμένο στρώμα, να ρίχνουν κεραυνούς που σφάζουν. Ναι, εκεί στην κόψη είναι η παρ-ουσία. Μια παρωδία σε θέατρο του μαύρου που τρίζει στη σκηνή η γεύση του κόκκινου θανάτου.

Φύση μου άγαρμπη, φανέρωσε ένα σου κομμάτι ακόμη. Και στύψε γέλιο παλιάτσου φιμωμένο στων ματιών του το αχ. Και δώσε μου να πιω για να ξεχάσω τι θα γίνω. Χωρίς να πω «επειδή το επιθυμώ». Χωρίς να ομολογήσω «αθώα μέχρι αποδείξεων». Χωρίς να κυλιστώ ξανά στις χίμαιρες του τιποτένιου (μου).

Μα το πιο ζουμερό απ’ τα κομμάτια μου, φύλαξέ το για το καινούργιο. Μαύρη κορδέλα να γίνω σε μάτια αστραπές για να ρουφήξω την εκβολή ενός ακόμη ποταμού που μένει, παραμένει και υπομένει της πηγής του την επίμονη φοβία που εκλιπαρεί στεγνά:
"μη βρεις τη θάλασσά σου...
...ακόμη"!


Τετάρτη, 19 Οκτωβρίου 2011

Κατακόκκινο



Να στάξει θέλω

Το κύκνειο άσμα μου

Κατακόκκινο

.

Πέμπτη, 22 Σεπτεμβρίου 2011

Ουδείς θνητός δεν αγαπά εκείνο που είναι ανίκανος να χαϊδέψει



Η μικρή ηλιαχτίδα έβαλε δυο φιόγκους κατακόκκινους στις μακριές της πλεξούδες και κύλισε στην πλαγιά του λόφου. Το γέλιο της αντηχούσε στη φύση και οι ανεμώνες σήκωσαν τα κεφάλια για να την υποδεχθούν. Εκείνη, χάρηκε που είχε για φίλες μερικές καλά ριζωμένες υπάρξεις με στέρεο χάδι. Πιο κει, η σκηνή εμπεριείχε και μια μορφή ακόμη. Του αόρατου στοιχειού που δίνει στη συνεύρεση την αφορμή για ερωτοτροπία. ΄Ισως να το ένιωσαν δυο περαστικές πεταλούδες που χωρίς να αναρωτηθούν για το φύλο τους, αμέσως έσπευσαν να ενωθούν.
Το παράτυπο χθες, αφοσιώθηκε στην ανάσταση του οφθαλμοφανούς. Κανείς περαστικός δεν επιτρέπεται να αναρωτηθεί το πώς όταν πρώτα δεν έχει ξεκαθαρίσει το γιατί. Το επειδή έτσι αισθάνομαι, επίσης είναι δυνατόν να γίνει αποδεκτό αφού στους παλμούς δεν μπαίνουν ίδια όρια.
Ο χορός της μέλισσας έσταξε υγρή μετενσάρκωση στην παρθένα νύμφη της πηγής. Ο διάφανος αναστεναγμός της θώπευσε τα σημεία που προσφέρθηκαν για δόσιμο. Εν τέλει, αν δεν ακουμπάς τις φωνές, πώς νομίζεις ότι θα καταλάβουν ότι υπάρχει και η τέταρτη διάσταση?
Δεν πιστεύω πως υπάρχει χρέος να εκθέτεις γραφήματα αν δεν δύνασαι να συνθηκολογήσεις με τα φαντάσματά σου. Έτσι κι αλλιώς, χορογραφώντας την άνοιξη, σπέρνει ο ουρανός την συγκατάβαση. Κι εκεί είναι η ουσία. Να είσαι ανοιχτός όταν ανοίγουν οι ώρες της ανά-παυσης.
Μετά από αυτό το συνονθύλευμα που σκορπίστηκε άνευ πρόθεσης, η μικρή ηλιαχτίδα έλυσε τα μαλλιά και έγινε καρδιοκλέφτρα. Ακόμη αναζητείται η διαπόμπευσή της στην αγενή τάξη των δίποδων. Βλέπετε…

…ουδείς θνητός δεν αγαπά εκείνο που είναι ανίκανος να χαϊδέψει.



Τρίτη, 13 Σεπτεμβρίου 2011

«Θάλασσα ψυχής», μου είπες. Μα προτιμώ την Παύλα.



Σ’ ένα δήθεν ξημέρωμα σέρνω βήματα λαχανιασμένα με χροιά αγγέλων. Ένα ύστερα κόβει δρόμο μα χαμογελώντας με λυσσασμένα δόντια, του κόβω το δρόμο. Πώς τολμούν κάτι σάπια ασφοδέλια να σέρνουν πτώματα λαχανιασμένα? Δίπλα στο λιμασμένο κύμα έρχεται ο αχινός που βρωμάει μεθύσι. Δεν θα πατήσω ετούτη τη φορά χωρίς παπούτσι. Θέλω να λιώσω κέρατα ξαναμμένα και να χυθεί λάσπη. Να την αλείψω στο λαιμό κι ύστερα να γλύψω πίκρα. Ποτέ δε μου άρεσε αυτή η επιφανής γλίτσα των μαλακίων. Ουδέποτε γεύτηκα μυξιάρικα παιδαρέλια σε γερμένους ευκαλύπτους. Ουδέποτε επιθύμησα να παραμείνω άνω της μισής φοβέρας σ’ έναν παλμό.
Η θάλασσα γνέφει θέμα ελεύθερο, αγαπητέ ιντριγκαδόρε. Το ξέρεις πως μέσα μου θα βουτήξω ξανά και ξανά για να αλιευθώ ως άλλη αναδυομένη αφροΔύση. Ανάμεσα στην τρικυμία και την ανάπαυλα, οι σειρήνες ξεσκίζουν τον ένα και μοναΔικό Οδυσσέα που τόλμησε να ενσκήψει. Δεν θα σου πω πού. Αν είσαι ξύπνιος, μονάχος θα το βρεις. Οι ανεμιστήρες φθονούν πιότερο από μένα την κάψα. Τα δώματα του ανέμου αναζητούν χέρια ανένδοτα. Ποιος είναι τόσο απελπισμένος ώστε να χαρεί ό,τι έχει αρπάξει?
Το νέφος παίζει φλογέρα ξετσίπωτη. Στήθη απογαλακτισμένα αφρίζουν αιμάτινες πενιές. Ατρύγητα αμπέλια ανοίγουν τα σκέλια για να παρθούν από Διόνυσους ηγέτες. Τα λάβαρα κονταροχτυπιούνται με το έβδομο κομμένο πλοκάμι του τέρατος. Η σπηλιά στο βάθος του ωκεανού γαργαλάει τα μπούτια της. Μη μου πεις τώρα πως σε ανύψωσε η αισθητική της πεταλούδας? Όχι, αγροίκε μου. Δεν πρόκειται να πεθάνω για σένα. Αντίθετα…
…θα επισύρω το ανεύρυσμα εκτός της κλίκας και θα γεννηθώ ως Αστείρευτο Ξεγέλασμα.

Χαμήλωσέ με!



Σάββατο, 27 Αυγούστου 2011

Πολλαπλασιάζομαι


Ήταν τότε που υπήρχε εκείνο το ξενύχτι. Αραλίκι στου ουρανού τα ντέρτια κι ένας ήλιος να παίζει ταμπούρλο. Η λιωμένη ζάχαρη κύλησε ως το γόνα και το φωτορυθμικό άλλαξε τροπάρι. Ντισκόβια φανερωμένη εποχή μείον μια μερίδα λύτρωση. Τα μπλουζ παίζουν καρμικό μεθύσι και η κατηφόρα ντύθηκε στα κόκκινα.
Ξημέρωσα άγαρμπα χωρίς σταματημό. Με δυο ώρες ζωγραφισμένες στης θηλής τους πόρους, σήκωσα έναν αετό/πνοή. Έδωσα ώθηση στη λεμονιά να μοσχομυρίσει τρέλα και γύρισα μια στροφή του καφέ το άρωμα. Ήπια ένα ολόκληρο μη εμφιαλωμένο οινο-πνευμα και ένιωσα δυο χρόνια αναταραχής να μου ζαλίζουν το στρίφωμα. Οι πιέτες μου ξεχύθηκαν από τη σήτα και διασπάστηκαν σε μικρούτσικες χαμογελαστές σερπαντίνες.
Ένα έντομο έτρεξε – βρεγμένο απ’ της απόψυξης τα «ύστερα» - κρύβοντας τις κεραίες του με ασημί βιολέτες. Χάζεψα τη διαφορετικότητα της εγκυκλοπαιδικής ακρόασης και έμεινα να παρατηρώ τα μπαλόνια του αιώνιου φευγιού μου. Υψώνονταν, θαρρείς και αποσκοπούσαν στην ολοκλήρωση του σχήματος μιας μεταφυσικής θεότητας που είχε βαλθεί να φορέσει τη γύμνια της επιβολής.
Βγήκα στον κήπο κι έκοψα αμήχανο γρασίδι / μόνο μια σπιθαμή ορθωμένο. Η ταπεινότητά του μου θύμισε έναν εαυτό παρατημένο σ’ ενός καθρέφτη την παγίδα. Γονάτισα κι έφερα στο πρόσωπο μια χούφτα ρίζες. Πλύθηκα με στάλες κέρινες. Βούρτσισα και μια τρίχα ανθισμένη τρεχάλα.
Η μέρα ερχόταν να αφήσει την πρώτη καλλιγραφική νότα της επαφής. Κάλυψα το πρόσωπο με μαντήλι διάφανο και με τα δυο μου δάχτυλα έκανα το σήμα του σταυρού. Ομολόγησα την αμφιβολία για την έναστρη πύλη της μετάβασης. Συνέχισα να ορειβατώ στη λίμνη της ερωτοτροπούσας μνήμης και μάτωσα μέσα από τα σκέλια του αστερισμού μου.
Ένιωσα να πολλαπλασιάζομαι.

Τρίτη, 16 Αυγούστου 2011

Επάνοδος


Άνοιξα την πόρτα και μπήκε μια θάλασσα φουρτούνα. Άσπρος γιαλός με υπόλευκα φτερά, η ξέρα ορθή κι ο άνεμος σταθερά αλήτης. Πήγαν τα μαλλιά μου μια πνοή πίσω κι εισέπνευσα την αίσθηση του αλμυρόγλυκου. Στο λιμανάκι προς τα αριστερά δυο βάρκες κορτάρουν με το φάρο. Σκέφτομαι πως θα ήθελα να γίνω φύλακας του σκοταδιού, της ώρας που ησυχάζουν τα νερά μουρμουρώντας ναυάγια. Να χύνομαι στο απέραντο. Ένα... να γίνομαι με την άχνη που αναδύεται απ’ τα κρυμμένα μυστικά. Γοργόνα – για λίγο – πριν πεθυμήσω το θνητό μου.

Φωνούλες πραγματικότητας ανακατεύονται με τη διαύγεια. Απροσδιόριστα φωνήεντα ( τα σύμφωνα κοιμούνται το πρωί ), μισονυσταγμένα μεθύσια (κυρ Νίκο μια ρακή ακόμη θα με κάνει να ξεχάσω την προηγούμενη τελεία-και-παύλα), δεσμοί αγιάτρευτοι. Ο βαρύ γλυκός επιθυμεί ανάγνωση μα προτιμώ να ξεπλύνω τα μελλούμενα. Φοράω τη φούστα την κοντή. Τα πόδια μου δεν είναι όπως ήταν μα τα αγαπώ. Όπως εξακολουθώ να αγαπώ και την αγάπη.

Δένω πρόχειρα ένα μαντίλι στο στήθος και κατεβαίνω ξυπόλητη απέναντι. Κολυμπώντας με γυμνή συνείδηση φτάνω στη γνώριμη οθόνη. Ένα κοχύλι ακουμπώ στις ψυχές πίσω απ’ τα καλώδια. Και σ’ ένα μπουκαλάκι, απόσταξη από δυο πανσέληνες γεύσεις

/ γιατρικό στις θλιμμένες καρδιές/

Γράφω: Με κάθε επάνοδο, τα όνειρα ζητούν ανανέωση. Λαχτάρα. Κίνηση.
Και ζωή απ’ τη ζωή μας.

Παρασκευή, 22 Ιουλίου 2011

Τ' αγρίμι μου


Σκεφτόμουν εκείνο το αγρίμι απόψε. Που είχε μπει –δειλά στην αρχή μα τόσο σταθερά- στη σπηλιά με τις χίλιες φλόγες. Που είχε προχωρήσει αφήνοντας στίγμα, άρωμα και μέθη. Που δεν είχε διστάσει να ξεδιψάσει απ’ τους υγρότοπους του κορμιού μου. Που του είχα προσφέρει νάμα απ’ τις πληγές μου. Νεράιδα, θαρρώ, με είχε πρωτοπεί και σα να μου άνοιξε την κλειδαριά του μεσονυχτίου. Σα να μου έβγαλε τα ρούχα της ντροπής και σα να με τύλιξε με την καυτή του ανάσα.

Ναι, έτσι μου είχε πει. Πως εμένα είχε λατρέψει. Και πως το ξεδίψασμα εκείνο, θα το αποζητά κάθε που χαροπαλεύει. Κάθε που θα τρομάζει. Και κάθε που θα είναι κυνηγημένο. Από τη νύχτα εκείνη, άναβα φλόγες στο μονοπάτι μήπως χάσει το δρόμο και δεν με ξανάβρει. Μα μες τον πανικό, είχα ξεχάσει πως το ένστικτο είναι που τα τραβά και όχι τα σημάδια. Περιπλανιόμουν μισοτραγουδώντας ευχές και κατάρες, ορκιζόμενη πως δεν θα υπάρξει υπόνοια εκ μέρους μου να το πλανέψω για να μείνει περισσότερο από όσο εκείνο είχε την ανάγκη. Φυλακτά έφτιαχνα με ανομολόγητη γητειά για να δρέψει χρόνο και να φανεί στην είσοδο. Κι έπλεκα άστρα για να είναι όμορφη η εστία μου. Είμαι σίγουρη πως θα καταλάβαινε πως αγρυπνούσα για την παρουσία του. Το άγγιγμά του. Την ησυχία που με έτρεφε με το ξαπόσταμά του.

Κι ήταν απόψε που άκουσα το γρύλισμά του. Μέχρι λίγο πιο κάτω απ’ την εξώπορτά μου. Στο ασημένιο μάνταλο ακούμπησε λίγο από το αίμα του με μια δόση εξάρτησης. Με μια ανάσα ανακούφισης. Με μια κίνηση καρδιάς. Άκουσε τον αναστεναγμό μου και πήρε το άρωμα. Εκείνο που αναδύθηκε απ’ την αγωνία μου αναγνωρίζοντάς το. Που βγήκε απ’ τα σωθικά μου όταν το ένιωσα. Που έφτιαξε η σιωπή μου όταν ακινητοποιήθηκα. Μη μου χαθεί. Μη με εγκαταλείψει. Μη και δε με θέλει ακόμα.

Ύψωσε στον άνεμο το βλέμμα και έφυγε έτσι ξαφνικά όπως μου ήρθε. Είχε όμως προλάβει να στείλει το μήνυμα πως εξακολουθεί να υπάρχει. Πως υπάρχει για μένα. Δε έβγαλα άχνα. Σκούπισα το αίμα και το έβαλα στα χείλη. Το άφησα πάνω μου να ξεραθεί για να έχω τη γεύση της πορείας του. Του τρέμουλου. Και του θυμού του. Μα πιο πολύ, για να στολίσω πάνω μου την αιώνια αγάπη του που ξέρω πια πως θα βρίσκει πάντα τρόπο να μου την κάνει…

…κόκκινο λουλούδι στην άκρη των ανεκπλήρωτων πόθων μου.

(αφιερωμένο)



Πέμπτη, 14 Ιουλίου 2011

«Μαζί»


Στα ακροδάχτυλά σου αλητεύω. Ανάμεσα στους πόθους αφήνω στεναγμό να γίνει θάλασσα. Να γίνει ουρανός με ροδοπέταλα. Λιβάδι με χυμένους λόγους και σκέψη ανήθικη. Να ξεδιπλώσω ανάμεσα απ’ το φθαρτό, της φοβέρας το σκέπασμα. Να περιτυλίξω τη φύση μου με άρωμα άγριο. Εκείνο της υποστολής του ηλιοβασιλέματος που διψά για το ανάσκελο χάδι.

Δε γίνεται να μην ονειρεύομαι τον υγρό σου μίσχο έτσι όπως ψάχνει στα σωθικά να βρει ξεδίψασμα. Δε γίνεται να μη λαχταρώ τη γάργαρη πεθυμιά που αγγίζει το ομοίωμά μου. Θεωρώ σχεδόν αδύνατο να φύγει απ’ τα μάτια μου το αντιφέγγισμα της φωνής σου όταν δηλώνεις πως σε κοντεύω. Φυλάω για το ύστερα, ένα χαρτί ακόμα. Αυτό που θα γίνει πυροτέχνημα πάνω στην ανατριχίλα που ακτινοβολούν τα στήθη μας λίγο πριν ακουμπήσουν μεταξύ τους. (Παρατήρησες τον μαγνήτη που ενώνει τα πάθη? Βγάζει απ’ τις άκρες τον καπνό της έξαψης).

Στην πλατεία που χτυπούσαν τα παιδιά ταμπούρλα, πέταξα στην άκρη την κοινωνιολογική προσέγγιση του θεάματος. Παίζουν αυτό που επιθυμούν χωρίς υπαγόρευση, υπέγραψε μια θεώρηση της πραγματικότητας και την πείραξε μια ουτοπία. Ευθύβολα πέταξα στο πρώτο κλαρί το σώμα μου και προσγειώθηκα με τα χέρια στο έδαφος. Η δική μου δράση ήταν να παρασυρθώ σ’ έναν χορό με εκείνο το σπάσιμο της μέσης που κορτάρει με το αντίθετό μου. Κι απροκάλυπτα να παίξω το παιχνίδι της γητειάς. Να γίνεις θέληση απρόσμενη με ρινίσματα αμαρτίας. Να γίνεις καβαλάρης της φλόγας με φτερά αγγέλου. Θεριό να χωνέψεις για να βγει η κρυμμένη σου δύναμη.

Έτσι επιθυμώ να σε φαντάζομαι μέχρι να σμίξουμε ξανά.

Λεύτερο, να διαλέγεις τα βήματα που οδηγούν το αλφάβητό σου να σχηματίσει τη λέξη: Μαζί.



Πέμπτη, 7 Ιουλίου 2011

Πριν την παράσταση


Καπνός απ' τα ρουθούνια σε μια ατημέλητη προσφορά του βόρειου ημισφαιρίου. Μυρωδιά ψημένης συνεννόησης σε μη ξεκάθαρη υπό-σχεση. Δροσιά από χαλασμένο μίγμα παγωτού. Μ' αρέσουν οι άντρες με αλήτρες φλόγες στα βλέφαρα που πίσω από παραπετάσματα καπνού συννεφιάζουν το ολόγιομο ερωτηματικό παίζοντας με τις πτυχές της φούστας μου.

Μα κοίτα ένα παράξενο σχέδιο, είπα κάνοντας την μικρότερη απ' τις τρεις κόρες του βασιλιά του παραμυθιού. Ταιριάζει με τις κάψες, γέλασα, μεταμορφώνοντας το άλλο μου μισό σε ανήθικη εικόνα.

Μεταξύ της σ/τροφής (από εδώ πάνε για το στρατόπεδο του γαλονά?) και της υπεκ/φυγής (δεν μ' αρέσει το μοσχολίβανο επάνω στην ντουλάπα), βγάζω τον στηθόδεσμο γιατί μου κόβει την ανάσα. Στο μαύρο σου μπεγλέρι κρεμάω την καδένα/πεταλούδα μου και τινάζω απ' το χαλί ένα ταρίχευμα - δεν πέτυχε ετούτη τη φορά η κλωνοποίηση και θα γυρίσω σκισμένη.

Θέλω να σε πάρω στα βράχια μωρή πουτάνα, μου στέλνει, και χαμογελάω. Βγάζω σε φωτογραφία τη γύμνια μου για απάντηση. Στης μελωδίας τη βουβαμάρα, ξέρω πως θα μείνεις στο μετέπειτα. ΄Εχεις μέσα σου συν-θήκες, σκέφτομαι. Κι ύστερα δείχνω τα οπίσθιά μου στο ταβάνι.

Η τάρτα από αγριοστάφυλλα ξεπάγιασε, αν-εραστή μου. Τόση ώρα ντρεπόμουν να την αγγίξω μη ξελογιάσω τους πόθους απ' το μπαλκόνι. Μα καθώς η ώρα γίνεται Τρίτη, λέω να κόψω τους δισταγμούς και να ξεριζώσω το άρα.

ΥΓ. Ο κόμης υποκλίθηκε στις υπηρεσίες μου. Ακόμη μια φλογέρα ξαγρυπνάει στο βουνό. (Πώς με είπες? αναμπουμπούλα?)

ΥΓ. 2. Αν μαγείρευες με άλλες λέξεις, θα λάτρευα τις τελείες σου.



Πέμπτη, 23 Ιουνίου 2011

Ναι?


Ήταν απομεσήμερο όταν κατέβηκε ο άγνωστος απ’ την κορφή του λόφου. Φορούσε λευκό πουκάμισο και παντελόνι με σηκωμένα τα τελειώματα μέχρι κάπου λίγο πιο κάτω απ’ τα γόνατα. Μέχρι τις γάμπες, θα μπορούσα να πω, μα είναι φορές που περιφραστικά η πρόταση γεμίζει το βλέμμα. Θα μου πείτε, γιατί το γέμισμα να σημαίνει και πληρότητα? Ω, μα γιατί να υπάρχουν πάντα ερωτήσεις?
Τον έβλεπα να κατευθύνεται προς το μέρος μου και σκέφτηκα πως αυτό που πιθανόν του έλειπε, ήταν κάτι κόκκινο στο πέτο. Γαρύφαλλο? Τριαντάφυλλο? Μαντίλι? Μια σταγόνα αίμα? Κι ύστερα σκέφτηκα μα γιατί πάντα να θαρρώ πως κάτι λείπει? ΄Ετσι είναι η πραγματικότητα γλυκέ μου Ισπανέ? Όλο σκέψεις? Ή μήπως εξακολουθώ να αρέσκομαι στο βύθισμα της ρουφήχτρας μου? Ξέρεις, είναι φορές που βλέπω τα δόντια της. Άλλες, πάλι, γυμνώνομαι και την αφήνω να με γλύφει με το καθάριο της βλέμμα. Ναι, αγαπημένη. Έχει βλέμμα η ρουφήχτρα. Μ’ αρέσει που έτσι τερατόμορφη μπαινοβγαίνει στις πτυχές μου.
Σου έλεγα για τον άγνωστο του λόφου και ως συνήθως παρασύρθηκα στην παρόρμηση των περι-γραφών. Ο άγνωστος, άγνωστος θα παραμείνει και θα με προσπεράσει. Θαρρώ πως ούτε κι αυτή τη φορά θα του απλώσω το χέρι γιατί θα φοβηθώ μήπως κοντοσταθεί. Κι αν του αρέσω πώς θα ανταπεξέλθω στην έλλειψη που κατασκεύασα? Πάλι θα μείνω στην άμμο με τα δάχτυλα ξυπόλητα και την καρδιά να καίει. Με ξέρω, δα. Δήλωσα βροχή και πνίγηκα στη λέξη.
Φεύγει ο Ιούνης. Ε, και? θα αναφωνήσει ο πραγματιστής. Αλήθεια? κιόλας? θα μου πει ο χρονοφοβισμένος. Ωραία, θα ψιθυρίσει ο χάρος. Σκασίλα σου, θα φωνάξει η χαρά.
Μόλις σκέφτηκα πώς να αποχαιρετήσω τον λευκοντυμένο. Τον έκανα να υπάρχει στο πριν, τον έφερα και στο εδώ. Νομίζω πως του πέφτει πολύ να τον αφήσω και για αύριο. Υπάρχουν φαντάσματα που ξεθωριάζουν ακόμη και τη νύχτα. Και δεν αντέχεται η νύχτα χωρίς φόβο. Ή χωρίς ελπίδα.
Αντίο σου, λοιπόν.

Ναι?

.

Τετάρτη, 1 Ιουνίου 2011

Ψέμα μου


Μια ιστορία, ένας έρωτας στα χρόνια του διαδικτύου, μια αφορμή για ανακάλυψη ενός καινούργιου εαυτού. Στην αρχή, το όνειρο. Εκείνο το σύννεφο που θέλεις να σε ταξιδέψει στα απάτητα και που το φτιάχνεις όπως το επιθυμείς. Κλείνοντας την κουρτίνα στην πραγματικότητα, η δική σου ψευδαίσθηση μεταμορφώνεται στο πρόσωπο που λαχταράς. Το σκηνικό βοηθάει σε μια κατασκευασμένη ουτοπία. Τι όμορφα που γνέφουν τα λάθη στην αρχή. Ύστερα η αποκάλυψη. Το πάγωμα. Εκείνος ο μικρός θάνατος που σου υπενθυμίζει πως τελικά εδώ είναι που ζεις. Εδώ που ανασαίνεις. Εδώ που σκορπιέσαι.

Ψέμα μου. Δικό μου. Δικό σου. Δικό μας.

Σας περιμένω...

.

Τρίτη, 24 Μαΐου 2011

Όπως δεν σ' αρέσει


Υπόσχεση φέρνω ηλεκτρισμένη καθώς το τραγούδι ακούω που σέρνει ξοπίσω του μετάξι ανατολίτικων χωρών. Καθώς ορίζομαι από σκεπασμένο χαμόγελο με μια υπόνοια κρύπτης ξεχασμένης σ’ ένα βάθρο. Στο ιερό των ημίγυμνων, γδύνω ακόμη έναν εαυτό και σκύβω απαλλαγμένη φθοράς. Προσφέρω ένα ακόμη τακ απ’ το ρυθμό γλύφοντας τα δάκτυλα. Πίνοντας μεθύσι. Ανασαίνοντας οριζόντιους θησαυρούς.
Πόσο με ερεθίζει ο ήχος της μεταλλικής σου ζώνης, καλέ μου Π? έτσι όπως ξεκουμπώνεις έναν έναν τους χορούς. Έτσι όπως δείχνεις το θέλω επιτακτικά. Έτσι όπως λάγνα κοιτάς το ομοίωμά μου. Έτσι όπως σκληρά υπογράφεις το μετέπειτά μου.
Πόσο μ’ αρέσει, αγαπημένε αόριστε, εκείνο το παφ του αναπτήρα σου όταν ανάβεις την αρχή του στριφτού. Την ανάσα μου σταματώ να σ’ ακούω να καταπίνεις θάνατο με κείνη τη σιγουριά του αρσενικού που δεν υποκύπτει. Που δε λογάει πιθαμές. Που σταυρώνει τα δαιμόνια για να τα έχει στόχο. Που με παίρνει ταξιδεύοντας χωρίς σταματημό.
Όσες φορές σκέφτομαι πως δεν σ’ έχω κοιτάξει όταν μου μιλάς, υγρέ μου κατακτητή, άλλες τόσες δε μετανιώνω που δεν επιθυμώ να αιωρηθώ σε ακόμη ένα εκ γενετής πνεύμα άυλο.
Αρέσκομαι, βλέπεις, στο παιχνίδι του χαμένου – εξ ορισμού – συνοδοιπόρου. Εκείνου που πετάει τη στάχτη με τον μη αρμόζοντα γυναικείο τρόπο.

Μαγκιόρικα. Όπως δεν σ’ αρέσει.



Τρίτη, 3 Μαΐου 2011

Το φιλί σου...


Θα μπορούσε να μου φέρει μια αγκαλιά αστέρια χωρίς να τα ζητήσω. Θα μπορούσε να αγρυπνήσει στο ξέπνοο κρεβάτι μου χωρίς ν' αγκομαχά. Θα μπορούσε, ίσως να εμφυσήσει μια αστραπή για τελευταίο αποχαιρετισμό στην γεννέθλια ώρα του. Πιθανόν να ήταν ικανό να μου χαρίσει κι ένα θαλασσί πετράδι. Φτάνει να του αφηνόμουν όπως ήξερα να αφήνομαι χωρίς να υπάρχει εκείνη η μεταλλική πρόκα που ορίζει συν-αισθήσεις.

Κι ίσως αν ξεχάσω κάποια φορά τι μπορεί να είναι αυτό που έχω γίνει, ίσως έτσι καταφέρω να υπάρξω μέσα του. Λαλεί ιστορία, φωνάζει παρελθόν, εκλιπαρεί για το τώρα, πατάει κι ένα βήμα προς το μετά. ΄Ισα για να μη φανεί τόσο περαστικό όσο πιθανόν να είναι. ΄Η όσο πιθανόν γίνει. Χείμαρρος ανείπωτων λέξεων που ζωγραφίζει εικόνες σπασμένες και ανασυντιθεμένες ως αυτοκόλλητες παραλλαγές ενός φορέματος που ράβεται στα μέτρα μου. Μιας ακάνθινης στεφάνης που σκορπίζει αόρατα ροδοπέταλα. Ενός σούρουπου που στάζει μελλωμένη παράνοια. Υγρό όσο πρέπει και πονεμένο όσο χρειάζεται. Βαθύ όπως περιγράφεται στα μυθιστορήματα και δευτερολεπτούμετρο όσο να κόβεται από σφαγμένους ήχους μιας καμπάνας που παίζει μεσάνυχτα. Ζεσταμένο χωρίς το ξανά να του ορίζει το παρόν. Αντρικό όσο και θηλυκό συνάμα σε ένα σύμπλεγμα άφυλο,ομοιογενές και αυθύπαρκτο. Γεννημένο με υπόσταση. Φτιαγμένο με φωτιά. Μεγαλωμένο με εκ των έσω γνώση.

Το φιλί σου, μάτια μου, αρχίζει με Ω.

Παρασκευή, 22 Απριλίου 2011

Παρα-δίδομαι!



Είναι λένε, κάποιες σκιές που σε έρωτα μεταμορφώνονται. Κι αγρυπνούν στη φλέβα του λαιμού, στολίζοντας δροσοσταλίδες τους παλμούς. Κι ύστερα χύνονται σε στήθη καυτά από ιδρώτα και πόθο. Χορεύουν χορούς αλήτικους σε ξυπόλητες φωτιές ανάμεσα στα δέντρα. Κι ύστερα πέφτουν σα πυγολαμπίδες στα ερωτηματικά. Χάνονται με το πρώτο φως της ημέρας και γίνονται σκόνη.
Είναι λένε, κάποιες πεθυμιές που χαϊδολόγημα φέρνουν. Σε ανάστατα κορμιά που αποζητούν το διότι. Που αναμένουν επαφή με ρίμα. Που διαδέχονται τους χρόνους χωρίς να σέρνουν ξοπίσω τους αποκαΐδια. Κι αυτές οι πεθυμιές σα λατρευτούν, γίνονται ηφαίστειο έτοιμο να λαβώσει τους ευτελείς παράγοντες του ασύνδετου. Χαλάλι φωνάζουν οι φωνές στη γνώση της συνοχής.
Είναι λένε και κάποιες οπτασίες που γδύνονται οραμάτων. Που επαφίενται στη χάρη του μυστικού. Του ασύμφωνου. Και του υπέρτατου. Που εξανεμίζονται ανάμεσα απ’ τη φωτιά των σωθικών και βγάζουν φτερά προς το φευγιό. Μετά, πεταρίζουν στο φυσικό εκείνο περιβάλλον που ξέρει να δέχεται την έμπνευση. Και γίνονται καρδιές. Πεταλούδες. Κόκκινες κορδέλες σε μαλλιά. Χρυσόσκονη σε βλεφαρίδες που στάζουν μύρο.
Κι όλοι οι μύθοι, λες και συγκλίνουν στο να φτιαχτεί ξανά και ξανά μέσα από το ανελέητο, το απείθαρχο και το αναγκαστικό, καινούργιο ξεδίψασμα που έρχεται μ’ ένα απαλό αγέρι μέσα από του ασυνείδητου το θέλω. Και γίνεται φωτοστέφανο που ραίνει βροχή υφαίνοντας μανδύα συνενοχής σ’ ένα καινούργιο όνειρο.
Έτσι είναι, καινούργιε αγαπημένε. Ασπάζομαι τον ερχομό σου και ιχνηλατώ τα πρέπει σου.

Παρα-δίδομαι!

(δικό σου. δικό σου. δικό σου)




Δευτέρα, 4 Απριλίου 2011

Όσο και αν με ερεθίζουν!



Στης υγρασίας την υφή ξανά αναστημένη μ’ ένα δίχτυ για του κάτι μου την ανάδειξη χωρίς προστασία στης γης το άγριο. Κρέμομαι από την γωνιά αγναντεύοντας το βάθος, κοιτώντας για σκόνη αστερισμών και αλήτικες ακτίνες. Χαζεύω τους χορούς των αοράτων και γνέφω σε ακόμη ένα γύρισμα της πεθυμιάς. Υπάρχω για να σέρνω ξοπίσω μου καπνούς, ομίχλη κι ανάθεμα. Ανάβω λιβάνι και ξορκίζω τις κατάρες. Πίνω στην υγειά των όσων, των πολλών και των τίποτα.

Ρίχνω μια στάλα ηδονής στο κέντρο της σπηλιάς να γίνει καταρράκτης. Να ξεχειλίσει ποτάμι που πνίγει φόβους, δισταγμούς και σταματήματα. Να γίνει ατίθασος βόμβος σαν από μέλισσας πέταγμα που ξέφυγε από το σμήνος να βρει αγάπη. Να μεταμορφωθεί σε πεταλούδα με σπείρες για στολίδι. Νεράιδας γύμνια να απλώσει στης φύσης το ολόκληρο, να αποτινάξει τα απεγνωσμένα μονοπάτια του αδιέξοδου.

Μαζί με το αγρίμι που καραδοκεί ανακατεύω εκ μνήμης λόγια αιώνων. Φύσα με, Πάρε με, Λάτρεψέ με, Μείνε. Και πώς να φτιάξω τους ωροδείκτες όταν στέκομαι στο Αμήν? Το παραπέρα αποζητά να αφήσω το σκοινί και να γίνω βουτιά στο κύμα. Να ρουφηχτώ στο συν επί πλην χωρίς να υπάρξω αποδεκτό γινόμενο. Να ορίσω ένα ακόμη θέλω με γράμματα αναστενάρικα. Και να το αφήσω να με παρασύρει σε μεθυσμένο ξενύχτι. Χωρίς ξ-ημέρωμα.

Μέχρι να συμπληρώσω το Ω της αρχής, ψεκάζω με αγίασμα τα βλέφαρά μου. Για ανταύγειας μετάξι μεταξύ των χρόνων μου. Για δροσιά στα ξυπόλητα βαδίσματά μου ανάμεσα απ’ τις σκιές. Για ορμή στο πέταγμα ανούσιων παρασκευασμάτων με ημερομηνία θλίψης. Για γύρισμα ανάλαφρων σελίδων χωρίς νούμερα. Δεν υπάρχουν τα δευτερόλεπτα στο κενό κι ούτε στου μυαλού τις χαρακιές. Γι’ αυτό απο-φεύγω τα εκ των προτέρων ψεύτικα.

΄Οσο και αν με ερεθίζουν!



Τρίτη, 22 Μαρτίου 2011

Επειδή το έχω ανάγκη!



Θα ήθελα να σου μιλήσω για τα σύννεφα. Για εκείνα τα άσπρα ταξιδιάρικα πουλιά που περνούν τους ουρανούς όποτε τους το καλεί η φύση, η αγρύπνια, η ανάγκη, η αφοσίωση και το φεύγα τους. Όποτε νιώθουν πως το μοιράζομαι έχει την ανάγκη να απλωθεί και σε έναν ουρανό πιο κάτω. Οποιουδήποτε χρώματος. Οποιασδήποτε σημαίας. Όποιας ηθικής. ΄Η ανηθικότητας.
Τα σύννεφα που φθονούν και περιστρέφουν ό,τι σαπίζει στου ορίζοντα το χαμόγελο. Που σβήνουν της σκιάς το κακότροπο φωνήεν, χαράζοντας ένα Ω με θράσος και δύναμη. Που ορθώνουν ανάστημα μπροστά σε εμπόδια του μυαλού, του όχι και του μη. Που τολμούν να ξεπερνούν εαυτούς αλλάζοντας σχήματα, ανάγκες, θέληση και γραφή. Που χωρίς τεχνασμάτων το ανυπόγραφο, ξεπερνούν τους χρόνους με περισσή αντάρα στροβιλίζοντας λαμπυρίσματα επιθυμιών.
Τα σύννεφα που υπάρχουν επειδή ανασχηματίζονται. Που φορτώνουν και ξεφορτώνονται. Δέχονται και αποδέχονται. Απορρίπτουν και επιρρίπτουν. Στάλες, κατακλυσμούς, βροντές και αστραπές. Που χαμογελούν στην ύπαρξη του ανύπαρκτου ξεδιπλώνοντας την υφή της μεγαλοπρέπειας. Που αντιστέκονται στο πρέπει του σταματημού, στης στιγμής το ξέφτισμα και στου χάροντα το έλα.
Θα ήθελα να σου μιλήσω και για εμάς. Που ως τίποτα μπροστά στα θαύματα γονατίζουμε αντοχές και ξεχύνουμε φαρμάκι από πληγές ανθισμένες αγριοτριαντάφυλλα. Που υποκύπτουμε βαστώντας την ανάσα μπροστά στο αθώρητο, το ανυποψίαστο, το καταταχθέν ως επί της ώρας του γεγραμμένο στα μητρώα των αέρων. Που ρίχνουμε ιμάτια σε ξέρες και στερεύουν πνοής. Για εμάς που χάνουμε το δευτερόλεπτο ανάμεσα σε δυο χτύπους καρδιάς χωρίς να το πάρουμε χαμπάρι. Ή ακόμα χειρότερα, χαρακτηρίζοντάς το ως μηδέν γενόμενο.
Θα ήθελα να συγκρίνω και το επάνω με το βαθειά. Μα δε γίνεται να προσομοιώσω έτσι αζημίωτα τα φαινόμενα. Δε γίνεται να συνεισφέρω ως στοιχείο το αστοιχείωτό μου. Δεν υφίσταμαι αν νιώθω πως γκρεμίζεται το άστρο που ήδη έχει έλθει για να αφήσει το τελευταίο του χαμόγελο στα πόδια μου. Δεν αντέχω να οσφραίνομαι τις άγευστες και απειθάρχητες ηλιαχτίδες του ανάστατου πεπρωμένου μιας εκπεσούσας γέννησης. Μα ως μη υποκύπτουσα στο απόκρυφο, ξεδιπλώνω ακόμη ένα όριο, βαφτίζοντάς το ίσως έρωτα.

Επειδή το έχω ανάγκη!






Πέμπτη, 17 Μαρτίου 2011

Αχ!




Βέεεεεεεβαια! Μισή ουγκιά πιο πέρα απ’ τη θάλασσα εκεί που λαλούν τα αγριοπερίστερα βρίσκεται η σκούνα του Λάμπρου του τσίφτη του καραμπουζουκλή. Εκεί που ξεπετάγονται οι κόκοροι μετά τον αναπαφλασμό του ασυμπούρμπουλου που εξοστρακίζει το παρελθόν (σου). Κι αφού δεν μπορείς να το διακρίνεις, θαρρείς πως δεν υπάρχει κιόλας. Βρε κοίτα κάτι μηχανές που το θέλουν για μαριονέτες. Βρε κάνε χάζι κάτι κουμπότρυπες που θαρρούν πως ξέρουν και να σκίζουν κολοσφυριχτρόνια τύπου Γάμα.

Απονενοημένο μου σήμερα, πάρε μάτι το ξενέρωτο και ρίχτου φόλα. Κρέμασε και στον τοίχο δυο καρφούμπες αναμαλιάρες μπας και δω το φως μου η μουσουλμάνα. Και ρίξε στάχτη στο ανακούρκουδο για να χαράξει με μαχαίρι τη λεμονόπιτα της μικρής σειρήνας. Δυο φεγγάρια παρακεί είναι το γκλάμορους οκταπόδι με την τρελή ρίγα κι εσύ ζητάς επεξηγήσεις? Αγάπη μου (εσύ) που σκοταδιάζεις το σύννεφο, παραμέρισε το σώβρακο μπας και δούμε τη λαγάνα. Ωωωω μα πόσο γραμμένη έχεις τη σιωπή και φωνάζεις το ρο έτσι μασημένα? Ωωωω άγρυπνό μου-νιάτο ου φοβού και ξεπηδήξου.

Αχ!

.

Τρίτη, 8 Μαρτίου 2011

Θα τρελαθούμε στις πωλήσεις


Όταν τον εαυτό μου πιάνω να κλείνεται, υπάρχει λόγος ψιθυρίζω. Πρέπει να υπάρχει κι ας μη τον έχω δει. Ας μη τον έχω επεξεργαστεί. Ας μη τον έχω ορίσει. Κάπου εκεί αγρυπνά και προσμένει το σκοινί που θα με κάνει να τον τραβήξω απ’ το λαιμό. Για να τον φέρω πιο κοντά μου ή για να τον πνίξω. Εξαρτάται από το απότομο. Από το σκόρπιο. Από το μη αποφασισμένο.
Ακόμη μια φορά εν γνώσει μου παρασύρω και παρασύρομαι σε ξέφρενο ποτάμι που αλόγιστο χύνεται απ’ του βουνού τον βρυχηθμό. Σα να πέφτω επίτηδες για να νιώσω τον κρότο της σιωπής που μοσχομυρίζει πικραμύγδαλο. Να τεντώσω μια φλέβα παραπάνω και να σπάσει χύνοντας το άγραφο. Το μη επινενοημένο. Το ευγενώς παραδομένο.
Κι είναι οι λέξεις που συνεχίζουν να με καλούν τυλίγοντάς μου τη γύμνια. Είναι τα νοήματα και οι ανάσες που μες τη ζέστη τους ξεπαγώνουν κάτι ξεχασμένους χτύπους και μερικές χαμένες ανατολές. Είναι τα μικρά εκείνα αγριοπερίστερα ανάμεσα απ’ τις παύσεις που πετούν χτυπώντας τα υπονοούμενα νύχια-φτερά τους. Πάλι κυκλώνουν με φωτοστέφανο ξεφωνίζοντας ασύνδετα το άγριό μου. Και πώς να ξεφύγω απ’ το αναποφάσιστο?
Δεν εξηγώ και δεν εξηγιέμαι. Είμαι πεπεισμένη πως ουδείς προτίθεται να σκαλίσει την ξέρα γιατί βλέπει το άνθος στον αφρό. Μένει εκεί ως παραβάτης του δικού του εφιάλτη ελπίζοντας για τη γαλήνη του. Προχωρά βάσει των αφορμών και των επινοημάτων του δράττοντας τα δευτερόλεπτα που γυαλίζουν σα λέπια ζωντανού θεριού. Κι αφήνει το βάθος στο βάθος του.

Έτσι είναι μελλοντικέ πρώην αγαπημένε.

Ακόμη ένα τώρα που θα γίνει ύστερα και θα τελειώσει στο πριν σιγοβράζει στο ζουμί του περιμένοντας για μια τζούρα γεύση. Αυτή τη φορά…

…θα τρελαθούμε στις πωλήσεις…(?)

.

Κυριακή, 27 Φεβρουαρίου 2011

Χωρίς γιατί



Και πώς να μην απογοητεύομαι αφού ανακαλύπτω πως όλα ίδια αποκαλύπτονται στην κόψη? Και πώς να μη ξεσκαρτάρω μνήμες αλλόκοτες όταν σαν απολειφάδια χαμένων εαυτών εμφανίζονται ξανά και ξανά φορώντας το ίδιο το φουστάνι? Και πώς να μην αλλάζω πλευρό στο ασύμφορο όταν βλέπω πως πάει να με τυλίξει?

Παραλίγο να σε καλέσω όταν μου είπες πως έχεις αποστηθίσει τα λόγια εκείνου που κρυφοκοιτάζω. Και ευτυχώς κάθε φορά που σε ακούω, το μετανιώνω. Δεν υπάρχει έλεος όταν αφήνομαι. Δεν υπάρχει λογική στο ίδιο παίξιμο. Δεν υπάρχει καν φωνή ηδονική χωρίς φκιασίδια.

Παρόλα αυτά με ακολουθώ.

Χωρίς γιατί.
.

Κυριακή, 13 Φεβρουαρίου 2011

Ονειρεύθηκα...



Ονειρεύθηκα χθες ένα δράκο. Από κείνους που έχουν μάτια φλόγες και σωθικά που σα προχωρούν παίζουν ταμπούρλο. Που με ένα βήμα τους βυθίζουν πολιτείες ολάκερες. Και μ’ ένα βρυχηθμό γυρνούν στροφές σε δώδεκα πλανήτες.

Είχε μαύρες φολίδες σε όλο του το σώμα κι έναν κεραυνό για ουρά. Έσερνε μαζί του ολάκερο, θαρρείς, το παραμύθι. Στάθηκε στα σκεπάσματά μου και ίσιωσε τις ζάρες. Ξεσκόνισε και ένα κόκκο ζάχαρης απ’ τα νυχτερινά μου πέρα δώθε.

Και άφησε δίπλα μου ένα πιατάκι λέξεις.

Ψιθύρισε έναν σκοπό, γιομάτος σιγουριά πως σα ξυπνήσω θα ξέρω τι να κάνω.

Έκτοτε, σα μεθυσμένη, σκαλίζω την αφρόκρεμα απ’ το χυμό των πικραμύγδαλων. Την ακουμπώ στα χείλη και ψελλίζω προσευχές. Και τάματα κάνω σ’ ένα ξέμπαρκο τοτέμ που μου γελάει κατάφατσα. Μια λέξη μου μένει ακόμη να στολίσω για στεφάνι κι απαλά να την αφήσω πριν χαθώ.

Της λείπουν όμως τα φτερά.
Κι ακόμη δε θέλω να ξυπνήσω...


.

Τρίτη, 1 Φεβρουαρίου 2011

Ποιος αντέχει να ξεφύγει?



Βλέπω το μήνυμα ξανά και ξανά. Απόηχος μιας άλλης γνώσης τόσο κοντινής στων βλεφάρων μου το χρώμα. Αναμένω ένα πλησίασμα ακόμη. Εκείνο που θα με κάνει να θελήσω. Εκείνο που θα με κάνει να αποδυθώ. Εκείνο που θα με σύρει αυτάρκη μέχρι την άκρη του νήματος.

Στης καλημέρας το ανάγνωσμα, το σούρουπο εμφανίζει μια καλτσοδέτα από δαντέλα. Φέρνει στο νου εικόνες φύλλων που πέφτουν και μένουν στο λαιμό. Σαν περιδέραιο στην άκρη της θάλασσας, δίπλα από αποτυπώματα γυμνής μελωδίας. Μ’ αρέσει να τριγυρνάς στο νου και να μην αποτελειώνω τις δράσεις μου. Αγαπώ το θέλημά σου που μοιάζει με εκπλήρωση απωθημένου. Λατρεύω το βήμα που θα φέρει εκείνο το παιχνίδι των καημών.

Καθώς αλλάζουν οι εποχές, παραμένω κάτοχος της φανταστικής μου ασυνεννοησίας. Γι’ αυτό ερεθίζομαι ανάμεσα απ’ τα σκέλια. Επειδή το χάδι του ανέμου τρυπώνει στις μη αποκαλυπτικές μου πτυχές. Και έχει μάθει πού να μένει περισσότερο. Ίσως εκεί που δεν θα τολμήσει κανείς να αφήσει την υγρασία αυτή που θα χαράξει μια φυλακή ακόμη. Εκείνη της πεποίθησης, ότι το αύριο είναι εδώ.

Και ποιος αντέχει να ξεφύγει από αυτό που έχει ορίσει ο ίδιος να τον κυνηγά?


.

Τετάρτη, 19 Ιανουαρίου 2011

Ζήτημα φωτός


Στο μικρό μου δαχτυλάκι να τυλίξω το είναι σου. Γύρω γύρω σα κόκκινη κλωστή δεμένη να διπλώσω γύρω μου την πρώτη σου σελίδα. Κι ύστερα αργά, με κινήσεις νωχελικές να κάνω κουβάρι τα απωθημένα σου. Μέσα μου να κλειστείς σα παραμύθι παιδικό σε ενός ονείρου τίτλο. Ουραγός της απύθμενης πραγματικότητας να γίνεις σε καλά κλεισμένο βαζάκι. Σε απόσταγμα να μεταμορφωθείς του πιο γλυκόπιοτου αναστεναγμού.

Μπροστά σου θα λικνιστώ αφοριζόμενη τα όχι μου, βάζοντας φωτιά στα μη. Με λυτά μαλλιά θα γείρω μπρος στα χάδια σου. Σύννεφο θα στάξω να γίνει της ομίχλης σου το αποτύπωμα τατουάζ στα δυο μου χείλη. Με ένα φιλί να συνεφέρω τα ατοπήματά σου. Δικός μου να δηλώσεις σε μιας μάχης την ήττα με ιδία θέληση. Κι ύστερα να παραδώσω ακόμη ένα μου όπλο στα γυμνά σου πόδια.

Ψηλά τακούνια να γλύψεις, εραστή των φόβων μου. Λευκό λαιμό να δαγκώσεις στο όνομα της νιότης σου. Ρόγα να στύψεις στης γλώσσα σου το διάδρομο. Υγρής απόλαυσης το δόσιμο να ρουφήξεις μέχρι την τελευταία της σταγόνα. Με χορό άνευ πέπλων θα σου χαρίσω την αγρύπνια μου.

Αφρίζον νάμα σου προσφέρω, αγαπημένε, να μεταλάβεις το γιατί. Μονορούφι να καταπιείς τα χνάρια του τέρατος που σε έχει πάρει στο κατόπι κι ύστερα να εξατμίσεις της βροχής τους ψίθυρους. Στεφάνι να γίνουν πάνω στα βλέφαρά μας. Λέξη πηχτή με στάλες αίμα. Δεσμός ανεξίτηλος στου πόθου τα αγρίμια. Ναι, φαντασία μου. Δικιά σου μέχρι το ξημέρωμα μιας ακόμη περιέργειας. Έτσι κι αλλιώς θα συνεχίζω να σου λέω πως το αύριο…

…είναι ζήτημα φωτός…

.

Δευτέρα, 10 Ιανουαρίου 2011

Σπαρμένος άνοιξη



Στης γωνιάς την άκρη επανέρχομαι φορώντας τι σ’ αρέσει να κοιτάς. Στο μάκρος εκείνο όπου η κόψη του ματιού αγγίζει με μια υποψία σκισμένου αναστεναγμού. Στης θηλιάς μου το γιατί, ξεχειλώνω ακόμη μια αλλαγμένη χαραγματιά. Να γίνει μνήμη. Να γίνει θύμηση. Ανάμνησης πιοτό σε χείλη διψασμένα. Τα στήθη μου στων απολήξεών το άγγιγμα, πηλός έτοιμος για πλάση. Απόψε, θα φτιάξεις το άγαλμα του δικού σου ονείρου.

Χαμένη στης καρέκλας το μαντέμι, κρύο φαντάζει το κορμί μου στης αλλαγής το γέρμα. Ανατριχίλες διαπεραστικές οι πτυχές των βλεφάρων. Χαμένοι ορίζοντες που βυθίζεις τα ναυάγια των παθών. Κι ανοίγω δρόμο να διαβείς ως ιχνηλάτης σε τόπο ανεξερεύνητο. Θαρρείς δεν περίμενα τον ερχομό σου? Νομίζεις δεν αισθάνθηκα το ξύπνημα του αγγέλου σου? Πιστεύεις δεν αγωνιούσα για το τόλμημά σου? Έλα ως άρχοντας και φύγε σαν οδοιπόρος. Ακούμπα και οσμίσου. Και πάνω μου γείρε να ξαποστάσεις.

Τα πόδια ανοίγω σε μετωπική συνουσία με το χρίσμα σου. Θα διώξεις το χάλασμα που σ’ έφτιαξε αγρό ακαρποφόρητο? Θα αφήσεις πίσω το λιβάδι το ξέστρωτο ή θα πεθυμήσεις το μοναχικό? Θα θελήσεις να βάλεις το ένα βήμα μπροστά από το άλλο σε χορογραφία ανυπόγραφη? Ή θα διστάσεις να κοπείς και να ματώσεις? Η σκέψη μου, προδίδει την επιθυμία της αρπαγής. Κυρίευσέ με, σου φωνάζει. Και αναρωτιέμαι αν τα μάτια κλείνεις δήθεν για να ακούς λιγότερο.

Σαν έρθει η στιγμή που τα νύχια σου μπήξεις στο λευκό δέρμα των γοφών, ίσως και να τελειώσεις ετούτο το βιβλίο. Ίσως πάρεις στα χέρια τον τόμο με τις ζωγραφιές που σαν παιδί με τα κραγιόνια σου μουτζούρωνες. Κι ίσως έτσι διαπεράσεις τον κόσμο των στενάχωρων περιορισμών και μεταβείς άυλος και αυθύπαρκτος σε χώρο απλωμένο με χιλιάδες μυστικά. Μα όχι σαν αυτά που έχεις συνηθίσει να ακούς ως φωνές από το πουθενά. Ετούτα θα είναι ανασαιμιάς αναγεννημένος ψίθυρος…

… σπαρμένος άνοιξη…




Τρίτη, 4 Ιανουαρίου 2011

Εικόνα μου είναι



Τυλιγμένη με αποκαΐδια παραμένω στο ακίνητο. Δε γνέφω στο άπειρο ετούτη τη φορά, μα στεγνά αναμένω το απροσάρμοστο. Βουβά ωρύομαι χωρίς να αποτινάζω. Καινούργιες λαχτάρες φορτώνομαι κατασκευάζοντας άκοπες αναμνήσεις. Και προσπερνώ αυτό που λένε τώρα χωρίς καν να το αφήσω να υπάρξει. Ο δράκος μου γελά γιατί γνωρίζει πως έτσι τον θεριεύω και γίνεται φλογοβόλος εραστής της ανύπαρκτης πλέον πεθυμιάς μου.

Τι όμορφος που είναι με κείνες τις φτερούγες που σαν τις ανοίξει στάζει βροχή στα χρώματα του τόξου της αναλαμπής. Τι θεσπέσια τρομερός που γίνεται όταν με κοιτά με κείνους τους κεραυνούς που χορεύουν στα βλέφαρά του και τι δύναμη αποπνέει η στάση του. Ρωμαλέα και σταθερή. Βαριά και λάγνα. Κοφτερή ως αυθυποβολής τέχνασμα σε χρόνο γαλανό. Και εξακολουθώ να ανακυκλώνομαι, λες, για να τον κάνω περισσότερο θεριό.

Παρασυρόμενη σε μια καταδίκη άνευ προηγουμένου, χώρο του κάνω στο κρεβάτι. Εκεί, στη μέση που το ποτάμι είναι βαθύ. Εκεί που η μεσαία γραμμή ακόμη υπάρχει. Εκεί που είναι χαραγμένο το συναίσθημα της διαχωριστικής μετωπικής του ζεστού και του κρύου. Κι εκείνος απλώνεται κι αναστενάζει. Τεντώνεται και πλησιάζει. Περιμένει να αρχίσω το τρέμουλο. Και με κυριεύει. Το ξέρει καλά πως όταν επεμβαίνει την κατάλληλη στιγμή, με κάνει ό,τι θέλει. Χωρίς ανάσα αφήνομαι σε ένα βύθισμα που το ρουφά. Και ολοένα τον θεριεύει. Ζει απ’ τις πνοές, τους στεναγμούς, τα κλειστά τα μονοπάτια μου. Πίνει τους φόβους, τα ανείπωτα και τα παράλογά μου. Κι ύστερα κοιμάται ικανοποιημένος για το κατόρθωμά μου.

Δεν του έχω όνομα ετούτου του δράκου. Ενώ συνήθως ονοματίζω τα αποκτήματά μου, τούτο είναι αφημένο στο απροσδιόριστο. Ίδιο παραμένει χωρίς ν’ αλλάζει μορφές. Μόνο παίρνει μια φολίδα παραπάνω με κάθε νέα του κατάκτηση. Και σα ν’ αποκτά μια αστραπή καινούργια το βλέμμα του. Ναι, δεν έχει νόημα να του δώσω όνομα. Έτσι κι αλλιώς…

…εικόνα μου είναι…