Παρασκευή, 11 Δεκεμβρίου 2009

Πορεία φθίνουσα





Ξαπλωμένη στην αρένα των λέξεων. Σκόρπια φωνήεντα σε μια ονειρική συμφωνία τετελεσμένων προορισμών. Με προσδιορίζεις. Με επίθετα, με συναίσθηση, με υφέρποντα στεναγμό. Επιθυμείς να οργώσεις το αλόγιστό μου. Εκείνο που σε καλεί, σαν άλλο ταυρομάχο, να ορμήσεις για ένα κάρφωμα ακόμη. Στις πτυχές μου. Στους ορίζοντές μου. Στα κρυμμένα και στα φανερά μου μονοπάτια. Με τα μαλλιά λυτά και τα μάτια δεμένα. Καρτερώ. Σε προκαλώ με χείλη μισάνοιχτα. Αιμάτινα. Σηκώνω τα φουστάνια δείχνοντάς σου ορίζοντες. Γραμμές πέρα από τις γραμμές. Κόσμους μέσα σε κόσμους. Εκεί που θέλεις να εξαφανιστείς. Να βουτήξεις και να κολυμπήσεις. Να μάθεις, να δείξεις, να ωριμάσεις, να καρποφορήσεις.


Ταυρομάχος των οδυρμών μου μέσα στην απερίγραπτη μετουσίωση μιας πανσπερμίας φρούδων ελπίδων. Κι όμως. Σ’ αυτή την αρένα γλιστράει ακόμη κι ο ουρανός. Που χύνει φωτιά υγρή. Από μέταλλο καρδιάς ενσταλαγμένη. Ξίφος από τριαντάφυλλα που στάζουν άνοιξη οδηγημένα απ’ την ορμή του πόθου. Εκείνου που ξέρει πως αν δοθεί τίποτα δε θα μείνει ίδιο. Τίποτα δεν θα φαίνεται ατσαλάκωτο. Κι ούτε συμπληρωμένο. Άλλος ένας εαυτός πεσμένος στο κέντρο του στόχου. Βορά στους μορφασμούς αόρατων θεατών. Που εξακοντίζουν βλέμματα πόρνης ευχαρίστησης, χειροκροτώντας ακόμη έναν έρωτα που ξεψυχά στάζοντας αγρύπνια. Ντυμένοι όλοι τους τη μάσκα της απόρριψης. Μιας οικείας αίσθησης που όσο τη σιχαίνονται τόσο την κάνουν σημαία σκορπίζοντάς την με κάθε ευκαιρία σε όσους αιμορραγούν. Μια χαρακιά παραπάνω. Ακόμη μια πληγή κι ακόμη μια αφορμή για ξέσπασμα. Όλε! Όλε! Όλε! Και τα γάντια τα πολύχρωμα να σφυροκοπούν με άγρια χαρά. Ρίχνοντας στα μούτρα εκείνων που τόλμησαν να εκτεθούν, τη δική τους αδυναμία να ζήσουν. Να νιώσουν. Να φθαρούν. Κι ύστερα να κομματιαστούν πανηγυρικά κάτω απ’ τους ήχους μιας ακόμη χιλιοπαιγμένης όπερας.


Δε θα σου πεθάνω στα χέρια. Δε θα χαθείς νικητής. Θα μείνουμε κι οι δυο πεσμένοι μέσα στα καλώδια της ανυπαρξίας ενός σύμπαντος φτιαγμένο από ονειρικές συνθέσεις. Μακριά και τόσο κοντά. Κοντά και τόσο μέσα. Βαθιά και τόσο παρθενικά. Αποκαμωμένος στα λευκά μου στήθη να σε βυζαίνω χυμό από σπανιόλες νότες. Κι εσύ να ρουφάς με λαχτάρα, αιώνια διψασμένος για ένα κάτι που θα σου δώσει ώθηση να ξεφύγεις απ’ αυτό που είσαι φτιαγμένος. Από σκόνη ενός άπιαστου μέλλοντος κυνηγημένος από πρωινές ονειρώξεις του κόκκινου, με μπέρτα καλυμμένος, έτοιμος να υποκλιθείς σε μια άνιση μάχη ψυχής. Ενάντια στης πραγματικότητας τη σάπια φυλακή.


Κι εγώ...γερμένη στην παλάμη του αλήτη χρόνου, χορτασμένη βελούδινες γητειές, αποκαμωμένη μα παντοτινά πεισμωμένη για όρθια εκπνοή, θα γνέφω στις καταιγίδες, δεμένη σε στύλους πάνω από λάμες αιχμηρές και άπατες χαράδρες. Χαράδρες του νου, που στάζουν στις γραμμές του πεπρωμένου μου...


...πορεία φθίνουσα...






.