Παρασκευή, 22 Απριλίου 2011

Παρα-δίδομαι!



Είναι λένε, κάποιες σκιές που σε έρωτα μεταμορφώνονται. Κι αγρυπνούν στη φλέβα του λαιμού, στολίζοντας δροσοσταλίδες τους παλμούς. Κι ύστερα χύνονται σε στήθη καυτά από ιδρώτα και πόθο. Χορεύουν χορούς αλήτικους σε ξυπόλητες φωτιές ανάμεσα στα δέντρα. Κι ύστερα πέφτουν σα πυγολαμπίδες στα ερωτηματικά. Χάνονται με το πρώτο φως της ημέρας και γίνονται σκόνη.
Είναι λένε, κάποιες πεθυμιές που χαϊδολόγημα φέρνουν. Σε ανάστατα κορμιά που αποζητούν το διότι. Που αναμένουν επαφή με ρίμα. Που διαδέχονται τους χρόνους χωρίς να σέρνουν ξοπίσω τους αποκαΐδια. Κι αυτές οι πεθυμιές σα λατρευτούν, γίνονται ηφαίστειο έτοιμο να λαβώσει τους ευτελείς παράγοντες του ασύνδετου. Χαλάλι φωνάζουν οι φωνές στη γνώση της συνοχής.
Είναι λένε και κάποιες οπτασίες που γδύνονται οραμάτων. Που επαφίενται στη χάρη του μυστικού. Του ασύμφωνου. Και του υπέρτατου. Που εξανεμίζονται ανάμεσα απ’ τη φωτιά των σωθικών και βγάζουν φτερά προς το φευγιό. Μετά, πεταρίζουν στο φυσικό εκείνο περιβάλλον που ξέρει να δέχεται την έμπνευση. Και γίνονται καρδιές. Πεταλούδες. Κόκκινες κορδέλες σε μαλλιά. Χρυσόσκονη σε βλεφαρίδες που στάζουν μύρο.
Κι όλοι οι μύθοι, λες και συγκλίνουν στο να φτιαχτεί ξανά και ξανά μέσα από το ανελέητο, το απείθαρχο και το αναγκαστικό, καινούργιο ξεδίψασμα που έρχεται μ’ ένα απαλό αγέρι μέσα από του ασυνείδητου το θέλω. Και γίνεται φωτοστέφανο που ραίνει βροχή υφαίνοντας μανδύα συνενοχής σ’ ένα καινούργιο όνειρο.
Έτσι είναι, καινούργιε αγαπημένε. Ασπάζομαι τον ερχομό σου και ιχνηλατώ τα πρέπει σου.

Παρα-δίδομαι!

(δικό σου. δικό σου. δικό σου)




Δευτέρα, 4 Απριλίου 2011

Όσο και αν με ερεθίζουν!



Στης υγρασίας την υφή ξανά αναστημένη μ’ ένα δίχτυ για του κάτι μου την ανάδειξη χωρίς προστασία στης γης το άγριο. Κρέμομαι από την γωνιά αγναντεύοντας το βάθος, κοιτώντας για σκόνη αστερισμών και αλήτικες ακτίνες. Χαζεύω τους χορούς των αοράτων και γνέφω σε ακόμη ένα γύρισμα της πεθυμιάς. Υπάρχω για να σέρνω ξοπίσω μου καπνούς, ομίχλη κι ανάθεμα. Ανάβω λιβάνι και ξορκίζω τις κατάρες. Πίνω στην υγειά των όσων, των πολλών και των τίποτα.

Ρίχνω μια στάλα ηδονής στο κέντρο της σπηλιάς να γίνει καταρράκτης. Να ξεχειλίσει ποτάμι που πνίγει φόβους, δισταγμούς και σταματήματα. Να γίνει ατίθασος βόμβος σαν από μέλισσας πέταγμα που ξέφυγε από το σμήνος να βρει αγάπη. Να μεταμορφωθεί σε πεταλούδα με σπείρες για στολίδι. Νεράιδας γύμνια να απλώσει στης φύσης το ολόκληρο, να αποτινάξει τα απεγνωσμένα μονοπάτια του αδιέξοδου.

Μαζί με το αγρίμι που καραδοκεί ανακατεύω εκ μνήμης λόγια αιώνων. Φύσα με, Πάρε με, Λάτρεψέ με, Μείνε. Και πώς να φτιάξω τους ωροδείκτες όταν στέκομαι στο Αμήν? Το παραπέρα αποζητά να αφήσω το σκοινί και να γίνω βουτιά στο κύμα. Να ρουφηχτώ στο συν επί πλην χωρίς να υπάρξω αποδεκτό γινόμενο. Να ορίσω ένα ακόμη θέλω με γράμματα αναστενάρικα. Και να το αφήσω να με παρασύρει σε μεθυσμένο ξενύχτι. Χωρίς ξ-ημέρωμα.

Μέχρι να συμπληρώσω το Ω της αρχής, ψεκάζω με αγίασμα τα βλέφαρά μου. Για ανταύγειας μετάξι μεταξύ των χρόνων μου. Για δροσιά στα ξυπόλητα βαδίσματά μου ανάμεσα απ’ τις σκιές. Για ορμή στο πέταγμα ανούσιων παρασκευασμάτων με ημερομηνία θλίψης. Για γύρισμα ανάλαφρων σελίδων χωρίς νούμερα. Δεν υπάρχουν τα δευτερόλεπτα στο κενό κι ούτε στου μυαλού τις χαρακιές. Γι’ αυτό απο-φεύγω τα εκ των προτέρων ψεύτικα.

΄Οσο και αν με ερεθίζουν!