Κυριακή, 2 Μαρτίου 2008

Δεν κάνω χάρες εύκολα

Να γράψω λέει κάτι τρυφερό και αέρινο. Κάτι παραμυθένιο και κάτι πορτοκαλί. Κάτι κόκκινο και λίγο από γαλάζιο. Γιατί τελευταία γράφω σκληρά, αδιαπραγμάτευτα, ψυχρά και θυμωμένα.
Να του κάνω τη χάρη για να αλαφρώσω. Να μην είναι πλάκωμα, να μην είναι βαρύ, να μην είναι όπως είναι.
Χα!
Εντάξει. Θα το κάνω και γράφοντάς το θα κόβω αντιδράσεις μου. Θα το κάνω, ρε. Κοίτα.
...Σηκώθηκε και άνοιξε το παράθυρο. Κοίταξε τον ήλιο που καθρεφτιζόταν στην απέραντη θάλασσα. Γυμνή ανοιγόκλεινε τις βλεφαρίδες της χαμογελώντας και η λευκή απαλή κουρτίνα να χαϊδεύει το κορμί της έτσι όπως ο πρωινός απαλός άνεμος την έσπρωχνε πάνω της. Το στήθος της στητό με τις ρόγες της να σκληραίνουν στο φιλί του αέρα. Το σώμα της σφιχτό και τα μαλλιά της ξέμπλεκα, αφημένα έτσι όπως μόλις είχε σηκωθεί απ’ το κρεβάτι. Τίποτα δεν την ένοιαζε. Απολύτως τίποτα. Και γιατί να την νοιάζει άλλωστε; Είχε τίποτα να κρύψει; Είχε για τίποτα ν’ αναρωτηθεί; Είχε για τίποτα να κλάψει; ΄Οχι αυτή. Όχι η συγκεκριμένη. ΄Αλλοι μπορεί να έχουν ένα σωρό αιτίες, ή στο τίποτα να βρίσκουν λόγους να σπαράζουν. Εκείνη ουδέποτε έκανε κάτι τέτοιο. Ακόμη και μες το μαύρο έβρισκε την γραμμή που θα της δείξει το φως.
Ο ήλιος σηκωνόταν αργά αργά και ανέβαινε ψηλά. Κι εκείνη καρφωμένη να τον κοιτάζει χωρίς να στρέφει το βλέμμα της από πάνω του. Εκεί έβλεπε τους τόπους που ήθελε να πάει και ήξερε πως με τον ένα ή τον άλλο τρόπο θα ’βρισκε ευκαιρία να τους βρει και να τους περπατήσει.
Γιατί; Γιατί σαν είσαι ερωτευμένος, μάτια μου, δεν έχεις να σκεφτείς το πώς. ΄Εχεις να σκεφτείς το «θα». Θα κάνω αυτό και θα κάνω το άλλο, και θα γίνει ετούτο και θα γίνει και το παραπέρα. Χωρίς όχι. Μόνο ναι. Ναι! Ναι! Ναι!
Μυρωδιά από Μάρτη και κείνη στο παράθυρο ακόμη. Γιατί να φύγει σήμερα από τούτο το παράθυρο; Είναι τόσο όμορφα τα χρώματα. Χρώματα που αντικατοπτρίζουν την ψυχή της. ΄Εχει σημασία η ηλικία της; ΄Εχει η ψυχή ηλικία; ΄Οχι δα! Σαν ξέρεις να γελάς, ξέρεις και να φτιάχνεις τον κόσμο. Αυτόν που ζεις,ναι. Οι ουτοπίες είναι γι’ αυτούς που τους πέφτει βαριά η ανατολή. ΄Οσοι μπορούν να την κοιτούν κατάματα, τι να κάνουν το πέταγμα στο αλλού;
Χάιδεψε τους ώμους της κι έπιασε το στήθος της. Μια ηλιαχτίδα το φίλησε. Την άφησε να την ζεστάνει. Σαν το άγγιγμα που της κάνει εκείνος όταν βρίσκονται μαζί. ΄Η κι ακόμα όταν δεν βρίσκονται. Γιατί το άγγιγμα έχει τη μοναδική ικανότητα να υπάρχει και πριν ακόμη το νιώσεις και να μένει κι αφού το γευτείς.
΄Εβγαλε μιαν ανάσα. Λεπτή, απαλή, ήσυχη. ΄Ανοιξε διάπλατα την κουρτίνα κι έκλεισε τα μάτια. Ο Μάρτης υπάρχει ακόμη και με τα μάτια κλειστά. Είν’ όμορφα όταν...
Θα μπορούσα να το συνεχίσω. Μα ξέρεις κάτι φιλαράκο; Κατά βάθος είμαι Απρίλης!