Δευτέρα, 4 Οκτωβρίου 2010

Απάντηση


Κι ανάμεσα σε νότες ηχηρές, σέρτικους καπνούς και βαριά καμένα φαγητά, άλλο ένα απομεσήμερο φωνάζει πως θέλει να πνιγεί. Εκεί, ανάμεσα απ’ του στήθους μου τον καταρράκτη να κλειστεί και να ουρλιάξει. Σύννεφο να γίνει να χυθεί μέχρι τη χαραμάδα από τα απόκρυφά μου. Με χίμαιρα πάθους να λουστεί να γίνει χθες. Κι ύστερα, μου λες πως ένα ρίσκο είναι η ζωή και να τη ζήσω. Και με στολίζεις σύννεφα που μεθούν με άγρυπνο χυμό και στύβουν έναν ακόμη μύθο.

Ρωτάς πώς πορεύομαι και μου βγαίνει εκείνη η χλεύη, ο κυνισμός ο άτρωτος που μ’ έχει αιωνίως στημένη στο ένα πόδι κι αυτό που θέλω να ξεράσω είναι ένα ζεστό ημέρωμα που δε βρίσκει αναπαμό. Πώς να ξορκίσω την ίδια τη λεπίδα όταν με ηδονή χαράσσω τα αρχικά του Φθινοπώρου? Κάθε ουλή κι ένας αναστεναγμός. Κάθε ρούφηγμα κι ένας οργασμός ανομολόγητος.

Δεν γίνεται ξέγνοιαστη να φύγω απ’ το κόμικ ετούτο. Καουμπόισσα μελαγχολική σε άμαξα δίχως άλογα. Ασκιτσάριστο μελάνι ενός ντυμένου με ομίχλη ομοιώματος του μεταφυσικού μου εαυτού. Ναι, πλάνη μου. Ακονίζοντας ακόμη μια αλόγιστη εποχή, γδύνομαι νωχελικά μπροστά σου. Μια τιράντα για το σήμερα. Μία για εκείνο που ήμουν και δε γνώρισες. Μια πτυχή για το εντάξει. Κι άλλη μια για τα όχι μου. Αν μ’ αγγίξεις θα πεθάνεις. Αν σ’ αγγίξω, δεν θα έχω λόγο να σιωπώ. Μη μου ζητάς βροντή να γίνω αν χειμώνα δεν έχεις στην καρδιά.