Παρασκευή, 12 Νοεμβρίου 2010

Ας ξημερώσει…

photo by ManRay

Φόρεσα της νυχτιάς το φόρεμα και άνοιξα το παραθύρι. Βασιλεμένα τα βλέφαρα του ουρανού από ώρα, μα εκείνη η αναλαμπή που δεν αφήνει το απόλυτο σκοτάδι να θεριέψει υπήρχε ακόμη εκεί. Άνοιξα το φύλλο στο μισό του και γρατζούνισα τις γρίλιες. Θόρυβος ανάσας στο γέρμα της μέρας μου. Εκπνοής σύννεφο σε τοπίο ξερό. Στροβίλισμα του απαλού μέσα στο άγριο. Ο αέρας μόνο με έκανε να νιώθω την κίνηση που κάνει το σύμπαν όταν προσμένει.

Χαιρέτησα τη χαραμάδα του ορίζοντα ψελλίζοντάς της μιαν ευχή. Και ξόρκισα από μέσα μου μια κατάρα. Έφερα τη γλώσσα πάνω απ’ τα χείλη κι έγιναν υγρά. Σα τα μάτια μου πριν την καταιγίδα. Σα τη γεύση μου πριν το ξέσπασμα. Σα το όνειρό μου πριν γίνει μπαλόνι κόκκινο στον ουρανό. Κι άνοιξα και το άλλο μισό του παραθυριού.

Τα χέρια έφερα στη μέση και σχεδόν με πίεσα. Να νιώσω του πόθου το άρωμα, μαντίλι να το κάνω. Κι ύστερα να το απλώσω στη φυγή μα γερά να το κρατώ. Σα να θέλω παιχνίδι να της παίξω που με περιγελά. Μια έρχεται και μια ξεμακραίνει. Μα γίνεται η φυγή να έρχεται; Κι όμως, θαρρώ πως γίνεται.

Αστραπής βάδισμα ακούστηκε από μακριά και ήξερα πως αυτή τη φορά θα την είχα. Στα χέρια μου, στο κορμί μου, στο χώμα μου. Στα μάγουλα, στην αφή, στο βουϊτό μου. Στα μέσα μου βαθιά, σημάδι για να γίνει. Στα δάχτυλα να την πλέξω και να την κάμω κρασί μελαγχολικό. Γουλιά γουλιά να πίνω την αντάρα, γουλιά γουλιά και το ήσυχο. Κοντά μου να τη γείρω και να αναστηθεί. Κομμάτι στο κομμάτι μου να νιώσει κι ύστερα…

…ας ξημερώσει…

.