Πέμπτη, 9 Δεκεμβρίου 2010

Πού σάλιο για ξόδεμα?



Η κουνιστή αλογόμυγα έγειρε το μικροσκοπικό της κεφάλι και χώθηκε στο ντουλάπι με τις καλαμποκότρυπες. Μαζί με τα άλλα όρνια, έσκισαν το ξημέρωμα και εμφανίστηκε από μέσα ένα κουνουποειδές νταρνταριχτίρι χωρίς περικεφαλαία. Αυτά ήταν και τα πιο επικίνδυνα. Οι κεραίες του είχαν στρώσει κουβαρίστρα σε δώδεκα γωνιές και τσίριζε το τρίχωμά του στους εξινταδυό ανέμους. Έπρεπε οπωσδήποτε να έρθει το σουπερτέτοιο με την μπλε παρανυχίδα. Αλλιώς τη γαμήσαμε.

Δεν είναι εύκολο να επέλθει το κατάλληλο τάιμινγκ όταν ξερνάς σουβλακόπιτες με επίστρωση χρυσής ουτοπίας μετά την κραιπάλη από απανωτά σφηνάκια εκρήξεων αμφιβληστροειδών υπονόμων. Δεν είναι σαφές κατά πόσο θα μπορεί να ανταπεξέλθει το είναι σου όταν το τρίτο σου πόδι παρα-πέη σε καταναλώσεις άνευ φόβου. Δεν μπορείς καν να μιλάς όταν βαίνεις άπατος χωρίς καλτσάκια εμπριμέ. Γι’ αυτό και το σουπερτέτοιο ήταν αδύνατον να ανασηκώσει την κατσαροσύνη του έτσι πλέρια όπως το συνηθίζει σαν είναι νηφάλιο.

Η κουνιστή αλογόμυγα έπρεπε να αναλάβει δράση. Ποιος όμως θα της έλεγε πως η μιζαμπλί απέτυχε? Ποιος θα την ξεπροβόδιζε άλαλη χωρίς ένα ζητοκραυγάκι μες το βρακί? Και ποιος θα της έδινε εκείνο το φιλικό χτύπημα στην πλάτη που θα υπονοούσε το προχώρα? Κανείς, φίλε μου. Κανείς στον κόσμο εκείνο δεν είναι τόσο ύπουλος ώστε να λατρέψει τη συνάφεια του παραλόγου. Και κανείς δεν μπορεί να στραβώσει τον καθρέφτη για να σιάξει η φάτσα του οσονούπω. Κι έτσι βγήκε αχτένιστη.

Τα υπόλοιπα αποτελούν αναπόσπαστο κομμάτι του παρελθόντος. Η φύση στέγνωσε.

Και πού σάλιο για ξόδεμα?

.