Δευτέρα, 29 Νοεμβρίου 2010

Μια μορφή ακόμα


Διάβηκα τη χώρα του ανείπωτου με πόδια ξυπόλητα. Στης άκρης μου το βούρκωμα, ήρθε μια πυγολαμπίδα για συντροφιά. Και την άφησα πάνω στα βλέφαρα σαν προσευχή. Άγγιξα μια σταγόνα ανασαιμιάς και ψέκασα ό,τι έβλεπα από δρόμο. Κι έγινα σιωπή πιο βαθιά απ’ το κενό. Πιο κει το στεγνό, μου έκανε νεύμα αγρύπνιας. Το χαιρέτησα χωρίς να σταθώ. Προσπέρασα με σκυμμένο νου χωρίς να δώσω σκέψη. Δε ξέρω αν έπρεπε έστω να κοντοσταθώ για να γνέψω στο αφύσικο, μα η δική μου φύση είναι αντίθετη απ’ του σύμπαντος τις προσταγές. Κι έτσι, χάρισα στη μονοτονία της στιγμής ακόμη μια ελπίδα.

Ξεκρέμασα έναν ιστό και τον στόλισα σκουλαρίκι. Μεταξύ του λοβού και της μύτης, η απόσταση διαγράφει μισής ζωής ουσία. Και σκέφτηκα πως αν κάποτε γυρίσω προς τα πίσω, κάτι διαμάντια σκιές θα περιπαίξουν την απόφασή μου. Πάνω σ’ αυτό χαμογέλασα κι έκανα μια πρόποση νοερή. Στην υγεία του αόρατου, ψέλλισα καταπίνοντας ένα γραμμάριο φαρμάκι. Τι όμορφα που ξέρει να κάνει κόλπα ο ουρανός σαν είναι στα άγριά του. Κι έτσι, δέχτηκα την ανάμνηση.

Κλείνοντας την ομίχλη πίσω μου, διαπίστωσα πως δεν κρύωσα στιγμή. Οι ώμοι μου γυμνοί δεν θέλησαν να γίνουν πάχνη. Των μαλλιών μου η κίνηση έμεινε μετέωρη και το βήμα μου στένεψε. Μ’ αρέσει όταν με κόσμους μεταφέρω το φανταστικό μου νήμα. Σα να πλέκω ανάμεσα στα δάχτυλα δαντέλα με γαλαξίες. Σα να ρουφάω ζάλη και να μεταμορφώνεται σε αφή. Σα να ξαγρυπνάω στερνές ανάσες και να γίνονται φωτιά. Κι έτσι προχωρώντας στου άγνωστου τις λαβωματιές έγινα…

…μια μορφή ακόμα…

.

Σάββατο, 27 Νοεμβρίου 2010

Αντί πτυχίου


Πήρα κι ένα φόρεμα του γούστου μου. Στενό με τους ώμους έξω και ανοιχτό προς τα κάτω. Κοντό μπροστά και πίσω μακρύ. Στην πλάτη να δένει με σκοινάκια. Κι ένα μπολερό που κάνει κόμπο στο μπούστο. Σχήμα περίεργο με κάτι από μυστήριο. Δε το θέλω με στιλέτο τακούνι. Με μπότα θα το ταιριάξω ίσαμε πάνω απ’ το γόνατο. Κι ακόμη πιο ψηλά...

Το είδα πάνω μου για τα δικά μου μάτια μοναχά. Και ίσως έτσι μείνει για καιρό. Χωρίς να σιάξει δρόμο άλλο. Εκεί να σταθεί, να υπάρξει όσο πρέπει σε μια πνοή για να φτιάξει τραγούδι χωρίς να χαρίσει δικαίωμα. Χωρίς να παίξει σε κύματα που σκορπίζουν ηλεκτρολύτες. Χωρίς να χυθεί σε ξένα αυτιά. Άνευ ξεκλειδώματος, το μηδέν παραμένει νούμερο. Αλλιώς, ως σύμβολο διπλώνει. Όπως μ’ αρέσει δηλαδή…

Το κρέμασα μαζί με τα άλλα τα αφόρετα. Δίπλα στο μαντίλι που γελά. Κοντά στο άλαλο που μορφάζει. Πάνω από τη χάρτινη σακούλα με τις κλωστές. Κάτω απ’ το ζωγραφιστό φεγγάρι της κρεμάστρας. Θα ήθελα, ίσως, να το φορούσα την ημερομηνία που θα έπαιρνα και επίσημα μια ακόμη κορδέλα. Ίσως να με φαντάζομαι να διασχίζω την αίθουσα στο άκουσμα του ονόματός μου και να έχω σχηματισμένο ένα υγρό χαμόγελο στο πρόσωπο. Κι ίσως να περίμενα πως με το μαζί θα το χαιρόμουν πιότερο…

Μα όπου υπάρχει το δεν, το σκηνικό δε μένει ίδιο. Κι ας ξέρεις πως μέχρι την τελευταία στιγμή προσπάθησες για να αλλάξει η πιθανότητα του ίδιου σου. Του τάχα σου. Του τίποτά σου.

Έπαψες να ενθουσιάζεσαι, μου είχε πει το κάποτε. Κι άδικο δεν έχει. Υπάρχει λόγος να αστράψεις αν το σύμπαν είναι βουβό? Υπάρχει λόγος να ταιριάξεις αν το μόνο σου μοιάζει γεμάτο? Υπάρχει λόγος να ορθωθείς αν δε κοιτά ο ίδιος σου ο εαυτός? Τουλάχιστον υπάρχει το ρούχο μου το κρεμασμένο και φαντάζομαι. Αυτό, ίσως είναι και το μόνο που ξέρω να κάνω καλά.

Να φαντάζομαι…

.

Τετάρτη, 17 Νοεμβρίου 2010

Φύγε…

photo by Dimitris Apostolou

Στο δωμάτιο με τις πράσινες λειχήνες και πάλι ξάγρυπνη υπομένω. Ανάλαφρη ενοχών, ιδεών και προσμονών στέκομαι παραστρατώντας στο κενό. Με το ένα πόδι στον τοίχο και το άλλο στην όχθη την απέναντι, χαμογελώ στο τίποτα. Του νερού η κίνηση δε με τρομάζει. Δεν παρασέρνει η μια βροχή την άλλη. Μόνο ψίθυρους της δίνει. Κι αφήνομαι.

Τα χέρια πίσω από την πλάτη, σε μια ιστορία άνευ θρέψης. Σκισμένα τα σωθικά στο γλείψιμο του ανέμου, μα έτσι τους πρέπει. Να φωνάζουν λύτρωση και εκείνη να αλείφει ακόμη μια χαραγματιά με φλόγα. Έτσι μ’ αρέσουν οι αλλαγές των ορμών. Ξέσκεπες.

Κάτω μου ορυμαγδός. Χέρια αόρατα σε μια προσπάθεια να φέρουν το ανάλαφρο σε τούτη τη γη. Να το χαϊδέψουν, να το βαφτίσουν με μύρο κι ύστερα να το καταπιούν αμάσητο. Στης βαθιάς κάθαρσης το ύφος, κανείς δεν ταλαντεύεται. Μόνο, υποκλίνεται και γδύνεται εποχών.

Θα ήθελα να ψελλίσω ελεύθερη μα κάπου σκοντάφτει το ρο του έρωτα. Χαμένο μέσα σε θρόμβους ανυπαρξίας, ρουφιέται στου χρόνου τα τερτίπια. Και βάφεται με σιωπή. Λυμένη από παντού κατεβαίνω μισό μέτρο στο ανίδεο, κλωτσώντας τη στροφή να γίνει ίσιο. Κι ύστερα, με Χ χωράω στο άγραφο. Τι όμορφα που έφτιαξες τη μέθη μου, ουρανέ. Μα δε θα σε λατρέψω.

Στης σπίθας πάνω το τελείωμα, ραντίζω μέλι. Μεταμορφώνω το ανίδεο σε ουτοπίας πλεύση. Σε στάση απρόσεχτη. Με στήθη στητά και τόσο ξεπεσμένα. Με βλέμμα καθάριο και τόσο πονηρό. Με δέρμα πρόστυχο και τόσο αθώο. Τα χέρια φτύνω κι ένα νεύμα καταπίνω. Πνεύμα γίνομαι μέχρι να επιστρέψω. Εσύ…

…φύγε…

.

Παρασκευή, 12 Νοεμβρίου 2010

Ας ξημερώσει…

photo by ManRay

Φόρεσα της νυχτιάς το φόρεμα και άνοιξα το παραθύρι. Βασιλεμένα τα βλέφαρα του ουρανού από ώρα, μα εκείνη η αναλαμπή που δεν αφήνει το απόλυτο σκοτάδι να θεριέψει υπήρχε ακόμη εκεί. Άνοιξα το φύλλο στο μισό του και γρατζούνισα τις γρίλιες. Θόρυβος ανάσας στο γέρμα της μέρας μου. Εκπνοής σύννεφο σε τοπίο ξερό. Στροβίλισμα του απαλού μέσα στο άγριο. Ο αέρας μόνο με έκανε να νιώθω την κίνηση που κάνει το σύμπαν όταν προσμένει.

Χαιρέτησα τη χαραμάδα του ορίζοντα ψελλίζοντάς της μιαν ευχή. Και ξόρκισα από μέσα μου μια κατάρα. Έφερα τη γλώσσα πάνω απ’ τα χείλη κι έγιναν υγρά. Σα τα μάτια μου πριν την καταιγίδα. Σα τη γεύση μου πριν το ξέσπασμα. Σα το όνειρό μου πριν γίνει μπαλόνι κόκκινο στον ουρανό. Κι άνοιξα και το άλλο μισό του παραθυριού.

Τα χέρια έφερα στη μέση και σχεδόν με πίεσα. Να νιώσω του πόθου το άρωμα, μαντίλι να το κάνω. Κι ύστερα να το απλώσω στη φυγή μα γερά να το κρατώ. Σα να θέλω παιχνίδι να της παίξω που με περιγελά. Μια έρχεται και μια ξεμακραίνει. Μα γίνεται η φυγή να έρχεται; Κι όμως, θαρρώ πως γίνεται.

Αστραπής βάδισμα ακούστηκε από μακριά και ήξερα πως αυτή τη φορά θα την είχα. Στα χέρια μου, στο κορμί μου, στο χώμα μου. Στα μάγουλα, στην αφή, στο βουϊτό μου. Στα μέσα μου βαθιά, σημάδι για να γίνει. Στα δάχτυλα να την πλέξω και να την κάμω κρασί μελαγχολικό. Γουλιά γουλιά να πίνω την αντάρα, γουλιά γουλιά και το ήσυχο. Κοντά μου να τη γείρω και να αναστηθεί. Κομμάτι στο κομμάτι μου να νιώσει κι ύστερα…

…ας ξημερώσει…

.

Δευτέρα, 8 Νοεμβρίου 2010

Τ’ ακούς…


Σε ενός ουδετέρου την απόληξη καταρρίπτω ακόμη μια ενοχή. Αυτή της απρόσκοπτης περιέργειας που φέρνει το αδιάκριτο όταν αποφασίσει να ξεγυμνώσει ακόμη μια σελίδα του. Γραμμένη ή άγραφη, ιερή ή ανούσια. Χτυπημένη σε μιας μεσοτοιχίας το ανάγνωσμα, ξεσκίζω τη λεπίδα που κρεμιέται από ψηλά και ρίχνω στα μάτια τη στάχτη της απόστασης.

Ναι, αγαπημένο μου. Στου τζακιού σου τη ζέστη, φουρνίζω μια τρίχα σιωπής. Να ανεμίσει το ποίημα που κρατώ. Να γίνει ιδρώτας σε κορμί αλειμμένο νιότη. Να γίνει άνεμος σ’ ενός λουλουδιού το γέρμα. Να φέρει λατρεία μέσα από λιβάνι εξωτικό. Σπονδή να απλώσει στρωμένη για το χειμώνα. Να φτιάξει ανέμη να γνέθεις τ’ όνειρο.

Μη παραλογίζεσαι δική μου καρδιά μ’ αυτό το ανόητο που κουβαλάς. Μόνο έχε στο νου να μη κρυώνει εκείνο σου. Που ξεμακραίνει.

Τ’ ακούς, μάτια μου…

,το ξέρω…

Τ’ ακούς…

.

Σάββατο, 6 Νοεμβρίου 2010

Μια φορά...



Μια φορά ήταν ένα κορίτσι

που γέλαγε, λένε…
που χόρευε, λένε…
που πέταγε, λένε…
που κοιμόταν, λένε…
και που ξύπναγε, λένε…

Έναν καιρό έγινε γυναίκα

…λένε…

και έκλαψε, λέει…
και πόνεσε, λέει…
και φοβήθηκε, λέει…
και έλιωσε, λέει…
και χάθηκε, λέει…

Και ζήσαν όλοι τους καλά

…λέει…

Κι αυτή καλύτερα

…λένε…




Δευτέρα, 1 Νοεμβρίου 2010

Δευτέρα…

photo by Mamakos Antonhs


Κάποια στιγμή πρέπει να χτύπησε το ξυπνητήρι μα με διέκοψε από ονείρου δράμα. Το έκαμα σκηνικό και το προσάρμοσα στον ήχο της σκηνής φτιάχνοντας ένα ντριν πάνω στην αλλαγή της εικόνας. Και πετάχτηκα επάνω τρεχάτη..
Θυμόμουν με κάθε λεπτομέρεια αυτό στο οποίο συμμετείχα και μπορώ να πω πως είχε ενδιαφέρον. Αυτή τη στιγμή όμως, δε θυμάμαι τίποτα. Μόνο το χρώμα του ονείρου μου έχει μείνει. Καφέ και μαύρο. Με λίγες πινελιές πορτοκαλί κάπου στο κέντρο και στις άκρες…
Έφτιαξα έναν γρήγορο καφέ κι έβαλα ξανά τα ίδια ρούχα. Άργησα να πω μια καλημέρα κι ίσως να έχασα και τη στιγμή. Δε βαριέσαι. Κανείς δε καταλαβαίνει πως μερικές πιεσμένες καλημέρες είναι πιεσμένες επειδή δεν μπορούν να είναι κάπως αλλιώς. Και εισπράττεις ξινίλα. Δεν πειράζει; Κι όμως…είναι στιγμές που πειράζει…
Έφτασα καθυστερημένη σε ένα κάτι που απαιτεί ακρίβεια. Ξέρεις τι είναι να λες σε μια φύση που πετάει, για ακόμη μια πίεση; Πόσο να αντέξεις πια; Άνοιξα τον υπολογιστή και κοίταξα την αλληλογραφία της νύχτας. Και είδα…ανάγκη…είδα…σιωπή που ουρλιάζει…είδα δάκρυ που ήθελε να στάξει κι ας ένιωθε στερεμένο. Είδα μια νύχτα να ξημερώνει με θόρυβο. Μα στην τελευταία τελεία είδα και ελπίδα…
΄Ανθρωποι. Υπάρχουν. Ανασαίνουν. Παλεύουν. Παλεύονται. Χάνουν. Ζουν. Προσεύχονται. Ξέρεις…υπάρχουν κάποιοι που προσεύχονται ακόμα…Σε τι; Σε ποιον; Δεν έχει σημασία. ΄Οπου και να πιστεύει κανείς, είναι δικό του. Και δεν μπορεί να του το πάρει κανείς. Και έτσι πρέπει. Να μην του το αγγίζει κανείς.
Είναι απ’ τις φορές που θέλω να στείλω χάδι. Απ’ τις φορές που θέλω να αγγίξω με άγγιγμα μωβ. Ζεστό μωβ. Όχι θλιβερό. Να έχει θέλω, μια βελούδινη χροιά. Και μυρωδιά αγρού. Να το νιώσει. Κι ας μη χαμογελάσει. Ας το νιώσει κι ας το διώξει. Ας το δεχθεί κι ας το βάλει στο πέτο να το έχει για ένα βράδυ ακόμη. Για ένα βράδυ που θα χυθεί στον δρόμο.
Ένα μπουκάλι με νερό δίπλα μου. Θα τελειώσει σε μερικές ώρες και θα το γεμίσω ξανά. Σα να πίνω τους κόμπους μου. Σα να κατεβάζω τις ανάσες μου. Σα να ποτίζω τα σωθικά μου με ένα ξημέρωμα ακόμα. Έχω να διαβάσω και ένα βιβλίο. Το υποσχέθηκα. Να το δω. Να εισχωρήσω σε μια σκέψη ακόμα. Είναι όμορφο να ανακαλύπτεις σκέψεις. Είναι όμορφο να αγγίζεις σελίδες από ζωή. Είναι όμορφο κάποιος να θέλει να μοιραστεί κομμάτια του…
Είναι κι ένα απόγευμα που περιμένει. Που θέλει να χαράξω και μια γραμμή κάτω απ’ τα μάτια. Ασημένια βάζω αυτή την εποχή. Και μαύρη από πάνω. Και σκιά μαύρη. Στο μαύρο, μπορείς να βάλεις ό.τι χρώμα θες και να παίξεις μ’ αυτό απλώνοντάς το. Μα δεν απλώνω τίποτα. Παίρνει χρώματα το βλέμμα μου. Και κάνει τα δικά του.
Άλλη μια γουλιά νερό. Πάει κάτω αργά. Κι ένα τραγούδι στο ραδιόφωνο. Μελωδία βάζουν εδώ. Ας βάζουν. Είναι στιγμές που δεν ακούω τίποτα. Είναι στιγμές που δεν με βλέπει κανείς. Είναι στιγμές που τους έχω κάνει να πιστέψουν πως δεν είμαι εδώ. Μ’ αρέσει αυτό. Μ’ αρέσει…
Θέλω να βρω χρόνο σήμερα να φτιάξω μια καινούργια προσμονή. Να ρωτήσω και μια ψυχή αν είναι καλύτερα. Να πληρώσω και κάτι χρωστούμενα. Να πάρω και μια φωνή να της πω πως μου έλειψε επειδή έχω να τη δω καιρό. Α…να απαντήσω και σ’ ένα μήνυμα προχθεσινό. Κοιμάσαι; με ρώταγε. Δε ξέρω…Δε ξέρω αν εκείνη την ώρα κοιμόμουν…

Δευτέρα...

.