Τρίτη, 8 Μαρτίου 2011

Θα τρελαθούμε στις πωλήσεις


Όταν τον εαυτό μου πιάνω να κλείνεται, υπάρχει λόγος ψιθυρίζω. Πρέπει να υπάρχει κι ας μη τον έχω δει. Ας μη τον έχω επεξεργαστεί. Ας μη τον έχω ορίσει. Κάπου εκεί αγρυπνά και προσμένει το σκοινί που θα με κάνει να τον τραβήξω απ’ το λαιμό. Για να τον φέρω πιο κοντά μου ή για να τον πνίξω. Εξαρτάται από το απότομο. Από το σκόρπιο. Από το μη αποφασισμένο.
Ακόμη μια φορά εν γνώσει μου παρασύρω και παρασύρομαι σε ξέφρενο ποτάμι που αλόγιστο χύνεται απ’ του βουνού τον βρυχηθμό. Σα να πέφτω επίτηδες για να νιώσω τον κρότο της σιωπής που μοσχομυρίζει πικραμύγδαλο. Να τεντώσω μια φλέβα παραπάνω και να σπάσει χύνοντας το άγραφο. Το μη επινενοημένο. Το ευγενώς παραδομένο.
Κι είναι οι λέξεις που συνεχίζουν να με καλούν τυλίγοντάς μου τη γύμνια. Είναι τα νοήματα και οι ανάσες που μες τη ζέστη τους ξεπαγώνουν κάτι ξεχασμένους χτύπους και μερικές χαμένες ανατολές. Είναι τα μικρά εκείνα αγριοπερίστερα ανάμεσα απ’ τις παύσεις που πετούν χτυπώντας τα υπονοούμενα νύχια-φτερά τους. Πάλι κυκλώνουν με φωτοστέφανο ξεφωνίζοντας ασύνδετα το άγριό μου. Και πώς να ξεφύγω απ’ το αναποφάσιστο?
Δεν εξηγώ και δεν εξηγιέμαι. Είμαι πεπεισμένη πως ουδείς προτίθεται να σκαλίσει την ξέρα γιατί βλέπει το άνθος στον αφρό. Μένει εκεί ως παραβάτης του δικού του εφιάλτη ελπίζοντας για τη γαλήνη του. Προχωρά βάσει των αφορμών και των επινοημάτων του δράττοντας τα δευτερόλεπτα που γυαλίζουν σα λέπια ζωντανού θεριού. Κι αφήνει το βάθος στο βάθος του.

Έτσι είναι μελλοντικέ πρώην αγαπημένε.

Ακόμη ένα τώρα που θα γίνει ύστερα και θα τελειώσει στο πριν σιγοβράζει στο ζουμί του περιμένοντας για μια τζούρα γεύση. Αυτή τη φορά…

…θα τρελαθούμε στις πωλήσεις…(?)

.