Πέμπτη, 23 Ιουνίου 2011

Ναι?


Ήταν απομεσήμερο όταν κατέβηκε ο άγνωστος απ’ την κορφή του λόφου. Φορούσε λευκό πουκάμισο και παντελόνι με σηκωμένα τα τελειώματα μέχρι κάπου λίγο πιο κάτω απ’ τα γόνατα. Μέχρι τις γάμπες, θα μπορούσα να πω, μα είναι φορές που περιφραστικά η πρόταση γεμίζει το βλέμμα. Θα μου πείτε, γιατί το γέμισμα να σημαίνει και πληρότητα? Ω, μα γιατί να υπάρχουν πάντα ερωτήσεις?
Τον έβλεπα να κατευθύνεται προς το μέρος μου και σκέφτηκα πως αυτό που πιθανόν του έλειπε, ήταν κάτι κόκκινο στο πέτο. Γαρύφαλλο? Τριαντάφυλλο? Μαντίλι? Μια σταγόνα αίμα? Κι ύστερα σκέφτηκα μα γιατί πάντα να θαρρώ πως κάτι λείπει? ΄Ετσι είναι η πραγματικότητα γλυκέ μου Ισπανέ? Όλο σκέψεις? Ή μήπως εξακολουθώ να αρέσκομαι στο βύθισμα της ρουφήχτρας μου? Ξέρεις, είναι φορές που βλέπω τα δόντια της. Άλλες, πάλι, γυμνώνομαι και την αφήνω να με γλύφει με το καθάριο της βλέμμα. Ναι, αγαπημένη. Έχει βλέμμα η ρουφήχτρα. Μ’ αρέσει που έτσι τερατόμορφη μπαινοβγαίνει στις πτυχές μου.
Σου έλεγα για τον άγνωστο του λόφου και ως συνήθως παρασύρθηκα στην παρόρμηση των περι-γραφών. Ο άγνωστος, άγνωστος θα παραμείνει και θα με προσπεράσει. Θαρρώ πως ούτε κι αυτή τη φορά θα του απλώσω το χέρι γιατί θα φοβηθώ μήπως κοντοσταθεί. Κι αν του αρέσω πώς θα ανταπεξέλθω στην έλλειψη που κατασκεύασα? Πάλι θα μείνω στην άμμο με τα δάχτυλα ξυπόλητα και την καρδιά να καίει. Με ξέρω, δα. Δήλωσα βροχή και πνίγηκα στη λέξη.
Φεύγει ο Ιούνης. Ε, και? θα αναφωνήσει ο πραγματιστής. Αλήθεια? κιόλας? θα μου πει ο χρονοφοβισμένος. Ωραία, θα ψιθυρίσει ο χάρος. Σκασίλα σου, θα φωνάξει η χαρά.
Μόλις σκέφτηκα πώς να αποχαιρετήσω τον λευκοντυμένο. Τον έκανα να υπάρχει στο πριν, τον έφερα και στο εδώ. Νομίζω πως του πέφτει πολύ να τον αφήσω και για αύριο. Υπάρχουν φαντάσματα που ξεθωριάζουν ακόμη και τη νύχτα. Και δεν αντέχεται η νύχτα χωρίς φόβο. Ή χωρίς ελπίδα.
Αντίο σου, λοιπόν.

Ναι?

.