Πέμπτη, 14 Ιουλίου 2011

«Μαζί»


Στα ακροδάχτυλά σου αλητεύω. Ανάμεσα στους πόθους αφήνω στεναγμό να γίνει θάλασσα. Να γίνει ουρανός με ροδοπέταλα. Λιβάδι με χυμένους λόγους και σκέψη ανήθικη. Να ξεδιπλώσω ανάμεσα απ’ το φθαρτό, της φοβέρας το σκέπασμα. Να περιτυλίξω τη φύση μου με άρωμα άγριο. Εκείνο της υποστολής του ηλιοβασιλέματος που διψά για το ανάσκελο χάδι.

Δε γίνεται να μην ονειρεύομαι τον υγρό σου μίσχο έτσι όπως ψάχνει στα σωθικά να βρει ξεδίψασμα. Δε γίνεται να μη λαχταρώ τη γάργαρη πεθυμιά που αγγίζει το ομοίωμά μου. Θεωρώ σχεδόν αδύνατο να φύγει απ’ τα μάτια μου το αντιφέγγισμα της φωνής σου όταν δηλώνεις πως σε κοντεύω. Φυλάω για το ύστερα, ένα χαρτί ακόμα. Αυτό που θα γίνει πυροτέχνημα πάνω στην ανατριχίλα που ακτινοβολούν τα στήθη μας λίγο πριν ακουμπήσουν μεταξύ τους. (Παρατήρησες τον μαγνήτη που ενώνει τα πάθη? Βγάζει απ’ τις άκρες τον καπνό της έξαψης).

Στην πλατεία που χτυπούσαν τα παιδιά ταμπούρλα, πέταξα στην άκρη την κοινωνιολογική προσέγγιση του θεάματος. Παίζουν αυτό που επιθυμούν χωρίς υπαγόρευση, υπέγραψε μια θεώρηση της πραγματικότητας και την πείραξε μια ουτοπία. Ευθύβολα πέταξα στο πρώτο κλαρί το σώμα μου και προσγειώθηκα με τα χέρια στο έδαφος. Η δική μου δράση ήταν να παρασυρθώ σ’ έναν χορό με εκείνο το σπάσιμο της μέσης που κορτάρει με το αντίθετό μου. Κι απροκάλυπτα να παίξω το παιχνίδι της γητειάς. Να γίνεις θέληση απρόσμενη με ρινίσματα αμαρτίας. Να γίνεις καβαλάρης της φλόγας με φτερά αγγέλου. Θεριό να χωνέψεις για να βγει η κρυμμένη σου δύναμη.

Έτσι επιθυμώ να σε φαντάζομαι μέχρι να σμίξουμε ξανά.

Λεύτερο, να διαλέγεις τα βήματα που οδηγούν το αλφάβητό σου να σχηματίσει τη λέξη: Μαζί.