Τρίτη, 22 Μαρτίου 2011

Επειδή το έχω ανάγκη!



Θα ήθελα να σου μιλήσω για τα σύννεφα. Για εκείνα τα άσπρα ταξιδιάρικα πουλιά που περνούν τους ουρανούς όποτε τους το καλεί η φύση, η αγρύπνια, η ανάγκη, η αφοσίωση και το φεύγα τους. Όποτε νιώθουν πως το μοιράζομαι έχει την ανάγκη να απλωθεί και σε έναν ουρανό πιο κάτω. Οποιουδήποτε χρώματος. Οποιασδήποτε σημαίας. Όποιας ηθικής. ΄Η ανηθικότητας.
Τα σύννεφα που φθονούν και περιστρέφουν ό,τι σαπίζει στου ορίζοντα το χαμόγελο. Που σβήνουν της σκιάς το κακότροπο φωνήεν, χαράζοντας ένα Ω με θράσος και δύναμη. Που ορθώνουν ανάστημα μπροστά σε εμπόδια του μυαλού, του όχι και του μη. Που τολμούν να ξεπερνούν εαυτούς αλλάζοντας σχήματα, ανάγκες, θέληση και γραφή. Που χωρίς τεχνασμάτων το ανυπόγραφο, ξεπερνούν τους χρόνους με περισσή αντάρα στροβιλίζοντας λαμπυρίσματα επιθυμιών.
Τα σύννεφα που υπάρχουν επειδή ανασχηματίζονται. Που φορτώνουν και ξεφορτώνονται. Δέχονται και αποδέχονται. Απορρίπτουν και επιρρίπτουν. Στάλες, κατακλυσμούς, βροντές και αστραπές. Που χαμογελούν στην ύπαρξη του ανύπαρκτου ξεδιπλώνοντας την υφή της μεγαλοπρέπειας. Που αντιστέκονται στο πρέπει του σταματημού, στης στιγμής το ξέφτισμα και στου χάροντα το έλα.
Θα ήθελα να σου μιλήσω και για εμάς. Που ως τίποτα μπροστά στα θαύματα γονατίζουμε αντοχές και ξεχύνουμε φαρμάκι από πληγές ανθισμένες αγριοτριαντάφυλλα. Που υποκύπτουμε βαστώντας την ανάσα μπροστά στο αθώρητο, το ανυποψίαστο, το καταταχθέν ως επί της ώρας του γεγραμμένο στα μητρώα των αέρων. Που ρίχνουμε ιμάτια σε ξέρες και στερεύουν πνοής. Για εμάς που χάνουμε το δευτερόλεπτο ανάμεσα σε δυο χτύπους καρδιάς χωρίς να το πάρουμε χαμπάρι. Ή ακόμα χειρότερα, χαρακτηρίζοντάς το ως μηδέν γενόμενο.
Θα ήθελα να συγκρίνω και το επάνω με το βαθειά. Μα δε γίνεται να προσομοιώσω έτσι αζημίωτα τα φαινόμενα. Δε γίνεται να συνεισφέρω ως στοιχείο το αστοιχείωτό μου. Δεν υφίσταμαι αν νιώθω πως γκρεμίζεται το άστρο που ήδη έχει έλθει για να αφήσει το τελευταίο του χαμόγελο στα πόδια μου. Δεν αντέχω να οσφραίνομαι τις άγευστες και απειθάρχητες ηλιαχτίδες του ανάστατου πεπρωμένου μιας εκπεσούσας γέννησης. Μα ως μη υποκύπτουσα στο απόκρυφο, ξεδιπλώνω ακόμη ένα όριο, βαφτίζοντάς το ίσως έρωτα.

Επειδή το έχω ανάγκη!






Πέμπτη, 17 Μαρτίου 2011

Αχ!




Βέεεεεεεβαια! Μισή ουγκιά πιο πέρα απ’ τη θάλασσα εκεί που λαλούν τα αγριοπερίστερα βρίσκεται η σκούνα του Λάμπρου του τσίφτη του καραμπουζουκλή. Εκεί που ξεπετάγονται οι κόκοροι μετά τον αναπαφλασμό του ασυμπούρμπουλου που εξοστρακίζει το παρελθόν (σου). Κι αφού δεν μπορείς να το διακρίνεις, θαρρείς πως δεν υπάρχει κιόλας. Βρε κοίτα κάτι μηχανές που το θέλουν για μαριονέτες. Βρε κάνε χάζι κάτι κουμπότρυπες που θαρρούν πως ξέρουν και να σκίζουν κολοσφυριχτρόνια τύπου Γάμα.

Απονενοημένο μου σήμερα, πάρε μάτι το ξενέρωτο και ρίχτου φόλα. Κρέμασε και στον τοίχο δυο καρφούμπες αναμαλιάρες μπας και δω το φως μου η μουσουλμάνα. Και ρίξε στάχτη στο ανακούρκουδο για να χαράξει με μαχαίρι τη λεμονόπιτα της μικρής σειρήνας. Δυο φεγγάρια παρακεί είναι το γκλάμορους οκταπόδι με την τρελή ρίγα κι εσύ ζητάς επεξηγήσεις? Αγάπη μου (εσύ) που σκοταδιάζεις το σύννεφο, παραμέρισε το σώβρακο μπας και δούμε τη λαγάνα. Ωωωω μα πόσο γραμμένη έχεις τη σιωπή και φωνάζεις το ρο έτσι μασημένα? Ωωωω άγρυπνό μου-νιάτο ου φοβού και ξεπηδήξου.

Αχ!

.

Τρίτη, 8 Μαρτίου 2011

Θα τρελαθούμε στις πωλήσεις


Όταν τον εαυτό μου πιάνω να κλείνεται, υπάρχει λόγος ψιθυρίζω. Πρέπει να υπάρχει κι ας μη τον έχω δει. Ας μη τον έχω επεξεργαστεί. Ας μη τον έχω ορίσει. Κάπου εκεί αγρυπνά και προσμένει το σκοινί που θα με κάνει να τον τραβήξω απ’ το λαιμό. Για να τον φέρω πιο κοντά μου ή για να τον πνίξω. Εξαρτάται από το απότομο. Από το σκόρπιο. Από το μη αποφασισμένο.
Ακόμη μια φορά εν γνώσει μου παρασύρω και παρασύρομαι σε ξέφρενο ποτάμι που αλόγιστο χύνεται απ’ του βουνού τον βρυχηθμό. Σα να πέφτω επίτηδες για να νιώσω τον κρότο της σιωπής που μοσχομυρίζει πικραμύγδαλο. Να τεντώσω μια φλέβα παραπάνω και να σπάσει χύνοντας το άγραφο. Το μη επινενοημένο. Το ευγενώς παραδομένο.
Κι είναι οι λέξεις που συνεχίζουν να με καλούν τυλίγοντάς μου τη γύμνια. Είναι τα νοήματα και οι ανάσες που μες τη ζέστη τους ξεπαγώνουν κάτι ξεχασμένους χτύπους και μερικές χαμένες ανατολές. Είναι τα μικρά εκείνα αγριοπερίστερα ανάμεσα απ’ τις παύσεις που πετούν χτυπώντας τα υπονοούμενα νύχια-φτερά τους. Πάλι κυκλώνουν με φωτοστέφανο ξεφωνίζοντας ασύνδετα το άγριό μου. Και πώς να ξεφύγω απ’ το αναποφάσιστο?
Δεν εξηγώ και δεν εξηγιέμαι. Είμαι πεπεισμένη πως ουδείς προτίθεται να σκαλίσει την ξέρα γιατί βλέπει το άνθος στον αφρό. Μένει εκεί ως παραβάτης του δικού του εφιάλτη ελπίζοντας για τη γαλήνη του. Προχωρά βάσει των αφορμών και των επινοημάτων του δράττοντας τα δευτερόλεπτα που γυαλίζουν σα λέπια ζωντανού θεριού. Κι αφήνει το βάθος στο βάθος του.

Έτσι είναι μελλοντικέ πρώην αγαπημένε.

Ακόμη ένα τώρα που θα γίνει ύστερα και θα τελειώσει στο πριν σιγοβράζει στο ζουμί του περιμένοντας για μια τζούρα γεύση. Αυτή τη φορά…

…θα τρελαθούμε στις πωλήσεις…(?)

.