Παρασκευή, 22 Ιουλίου 2011

Τ' αγρίμι μου


Σκεφτόμουν εκείνο το αγρίμι απόψε. Που είχε μπει –δειλά στην αρχή μα τόσο σταθερά- στη σπηλιά με τις χίλιες φλόγες. Που είχε προχωρήσει αφήνοντας στίγμα, άρωμα και μέθη. Που δεν είχε διστάσει να ξεδιψάσει απ’ τους υγρότοπους του κορμιού μου. Που του είχα προσφέρει νάμα απ’ τις πληγές μου. Νεράιδα, θαρρώ, με είχε πρωτοπεί και σα να μου άνοιξε την κλειδαριά του μεσονυχτίου. Σα να μου έβγαλε τα ρούχα της ντροπής και σα να με τύλιξε με την καυτή του ανάσα.

Ναι, έτσι μου είχε πει. Πως εμένα είχε λατρέψει. Και πως το ξεδίψασμα εκείνο, θα το αποζητά κάθε που χαροπαλεύει. Κάθε που θα τρομάζει. Και κάθε που θα είναι κυνηγημένο. Από τη νύχτα εκείνη, άναβα φλόγες στο μονοπάτι μήπως χάσει το δρόμο και δεν με ξανάβρει. Μα μες τον πανικό, είχα ξεχάσει πως το ένστικτο είναι που τα τραβά και όχι τα σημάδια. Περιπλανιόμουν μισοτραγουδώντας ευχές και κατάρες, ορκιζόμενη πως δεν θα υπάρξει υπόνοια εκ μέρους μου να το πλανέψω για να μείνει περισσότερο από όσο εκείνο είχε την ανάγκη. Φυλακτά έφτιαχνα με ανομολόγητη γητειά για να δρέψει χρόνο και να φανεί στην είσοδο. Κι έπλεκα άστρα για να είναι όμορφη η εστία μου. Είμαι σίγουρη πως θα καταλάβαινε πως αγρυπνούσα για την παρουσία του. Το άγγιγμά του. Την ησυχία που με έτρεφε με το ξαπόσταμά του.

Κι ήταν απόψε που άκουσα το γρύλισμά του. Μέχρι λίγο πιο κάτω απ’ την εξώπορτά μου. Στο ασημένιο μάνταλο ακούμπησε λίγο από το αίμα του με μια δόση εξάρτησης. Με μια ανάσα ανακούφισης. Με μια κίνηση καρδιάς. Άκουσε τον αναστεναγμό μου και πήρε το άρωμα. Εκείνο που αναδύθηκε απ’ την αγωνία μου αναγνωρίζοντάς το. Που βγήκε απ’ τα σωθικά μου όταν το ένιωσα. Που έφτιαξε η σιωπή μου όταν ακινητοποιήθηκα. Μη μου χαθεί. Μη με εγκαταλείψει. Μη και δε με θέλει ακόμα.

Ύψωσε στον άνεμο το βλέμμα και έφυγε έτσι ξαφνικά όπως μου ήρθε. Είχε όμως προλάβει να στείλει το μήνυμα πως εξακολουθεί να υπάρχει. Πως υπάρχει για μένα. Δε έβγαλα άχνα. Σκούπισα το αίμα και το έβαλα στα χείλη. Το άφησα πάνω μου να ξεραθεί για να έχω τη γεύση της πορείας του. Του τρέμουλου. Και του θυμού του. Μα πιο πολύ, για να στολίσω πάνω μου την αιώνια αγάπη του που ξέρω πια πως θα βρίσκει πάντα τρόπο να μου την κάνει…

…κόκκινο λουλούδι στην άκρη των ανεκπλήρωτων πόθων μου.

(αφιερωμένο)



Πέμπτη, 14 Ιουλίου 2011

«Μαζί»


Στα ακροδάχτυλά σου αλητεύω. Ανάμεσα στους πόθους αφήνω στεναγμό να γίνει θάλασσα. Να γίνει ουρανός με ροδοπέταλα. Λιβάδι με χυμένους λόγους και σκέψη ανήθικη. Να ξεδιπλώσω ανάμεσα απ’ το φθαρτό, της φοβέρας το σκέπασμα. Να περιτυλίξω τη φύση μου με άρωμα άγριο. Εκείνο της υποστολής του ηλιοβασιλέματος που διψά για το ανάσκελο χάδι.

Δε γίνεται να μην ονειρεύομαι τον υγρό σου μίσχο έτσι όπως ψάχνει στα σωθικά να βρει ξεδίψασμα. Δε γίνεται να μη λαχταρώ τη γάργαρη πεθυμιά που αγγίζει το ομοίωμά μου. Θεωρώ σχεδόν αδύνατο να φύγει απ’ τα μάτια μου το αντιφέγγισμα της φωνής σου όταν δηλώνεις πως σε κοντεύω. Φυλάω για το ύστερα, ένα χαρτί ακόμα. Αυτό που θα γίνει πυροτέχνημα πάνω στην ανατριχίλα που ακτινοβολούν τα στήθη μας λίγο πριν ακουμπήσουν μεταξύ τους. (Παρατήρησες τον μαγνήτη που ενώνει τα πάθη? Βγάζει απ’ τις άκρες τον καπνό της έξαψης).

Στην πλατεία που χτυπούσαν τα παιδιά ταμπούρλα, πέταξα στην άκρη την κοινωνιολογική προσέγγιση του θεάματος. Παίζουν αυτό που επιθυμούν χωρίς υπαγόρευση, υπέγραψε μια θεώρηση της πραγματικότητας και την πείραξε μια ουτοπία. Ευθύβολα πέταξα στο πρώτο κλαρί το σώμα μου και προσγειώθηκα με τα χέρια στο έδαφος. Η δική μου δράση ήταν να παρασυρθώ σ’ έναν χορό με εκείνο το σπάσιμο της μέσης που κορτάρει με το αντίθετό μου. Κι απροκάλυπτα να παίξω το παιχνίδι της γητειάς. Να γίνεις θέληση απρόσμενη με ρινίσματα αμαρτίας. Να γίνεις καβαλάρης της φλόγας με φτερά αγγέλου. Θεριό να χωνέψεις για να βγει η κρυμμένη σου δύναμη.

Έτσι επιθυμώ να σε φαντάζομαι μέχρι να σμίξουμε ξανά.

Λεύτερο, να διαλέγεις τα βήματα που οδηγούν το αλφάβητό σου να σχηματίσει τη λέξη: Μαζί.



Πέμπτη, 7 Ιουλίου 2011

Πριν την παράσταση


Καπνός απ' τα ρουθούνια σε μια ατημέλητη προσφορά του βόρειου ημισφαιρίου. Μυρωδιά ψημένης συνεννόησης σε μη ξεκάθαρη υπό-σχεση. Δροσιά από χαλασμένο μίγμα παγωτού. Μ' αρέσουν οι άντρες με αλήτρες φλόγες στα βλέφαρα που πίσω από παραπετάσματα καπνού συννεφιάζουν το ολόγιομο ερωτηματικό παίζοντας με τις πτυχές της φούστας μου.

Μα κοίτα ένα παράξενο σχέδιο, είπα κάνοντας την μικρότερη απ' τις τρεις κόρες του βασιλιά του παραμυθιού. Ταιριάζει με τις κάψες, γέλασα, μεταμορφώνοντας το άλλο μου μισό σε ανήθικη εικόνα.

Μεταξύ της σ/τροφής (από εδώ πάνε για το στρατόπεδο του γαλονά?) και της υπεκ/φυγής (δεν μ' αρέσει το μοσχολίβανο επάνω στην ντουλάπα), βγάζω τον στηθόδεσμο γιατί μου κόβει την ανάσα. Στο μαύρο σου μπεγλέρι κρεμάω την καδένα/πεταλούδα μου και τινάζω απ' το χαλί ένα ταρίχευμα - δεν πέτυχε ετούτη τη φορά η κλωνοποίηση και θα γυρίσω σκισμένη.

Θέλω να σε πάρω στα βράχια μωρή πουτάνα, μου στέλνει, και χαμογελάω. Βγάζω σε φωτογραφία τη γύμνια μου για απάντηση. Στης μελωδίας τη βουβαμάρα, ξέρω πως θα μείνεις στο μετέπειτα. ΄Εχεις μέσα σου συν-θήκες, σκέφτομαι. Κι ύστερα δείχνω τα οπίσθιά μου στο ταβάνι.

Η τάρτα από αγριοστάφυλλα ξεπάγιασε, αν-εραστή μου. Τόση ώρα ντρεπόμουν να την αγγίξω μη ξελογιάσω τους πόθους απ' το μπαλκόνι. Μα καθώς η ώρα γίνεται Τρίτη, λέω να κόψω τους δισταγμούς και να ξεριζώσω το άρα.

ΥΓ. Ο κόμης υποκλίθηκε στις υπηρεσίες μου. Ακόμη μια φλογέρα ξαγρυπνάει στο βουνό. (Πώς με είπες? αναμπουμπούλα?)

ΥΓ. 2. Αν μαγείρευες με άλλες λέξεις, θα λάτρευα τις τελείες σου.