Τετάρτη, 13 Νοεμβρίου 2013

.,.



Είναι τελευταίο της συνήθειας κόλπο, να καταστρέφει το πρόσωπό της όταν σκέφτεται, μιλά ή απλώς ανησυχεί. Είναι σημείο του ανάστατου να βγάζει ασυνείδητη παρεκτροπή μουτζουρώνοντας τα άλλοτε γλυκά, λεία, φωτεινά. Είναι, ίσως, θέλημα ναών να τσαλακώνει την επιφάνεια προς χάριν του παγκόσμιου κρωγμού.

Δε ξέρω. Άκουσα πως είναι και σημείο εξερεύνησης των βράχων. Όταν σκάβεις, βρίσκεις μικρά ξωκλήσια με φλογίτσες κιτρινωπές. Ανακαλύπτεις πεταλίδες που φουσκώνουν αμαρτία. Ξεπλένεις κάτι πετράκια που τρίζουν φοβισμό. Και φέρνεις προς το μέρος των χειλιών ένα γυαλάκι/λίμα. Τι να τα κάνεις τα όμορφα όταν μένουν μέρος συνηθείας?

Κάποιοι την βλέπουν τα πλένει τα δάκτυλα των ποδιών κάτω από φεγγαρόφωτους ρυθμούς. Να ράβει σωματόδερμα μη ξεφτίσει απ’ τις γωνιές. Να φωνάζει δυνατά στη γλώσσα των σιωπών. Και μετά και μετά, να ψήνει πορτοκάλια καρφωμένα στην καρδιά. Να χύνει ζουμιά στις γλάστρες και να φυτρώνουν σύμπαντα. Αόρατα. Μυστικά. Κι άγρια.

Μου είπαν πως έπαψε να περιμένει το θάνατο.

Μου είπαν πως ζει ανασαίνοντας ιβίσκους.

Μου είπαν πως ραγίζει τους καθρέφτες.

Μου είπαν πως θα μου λεν γι’ αυτήν κι ας μη ρωτώ.

Μου είπαν πως τη λεν αγάπη.


.