Σάββατο, 16 Νοεμβρίου 2013

α/



Μέρες τώρα αφήνεται σε ατυχείς συμπτώσεις ξεσκονίζοντας το «χωρίς» με το «επειδή». Την καλούν σε προσφερόμενες τάβλες με κρέας ωμό θωρώντας το «φεύγω» έτοιμο για κυνήγι προϊστορικό. Με τα μαλλιά τραβηγμένα απ’ το λαιμό και τη ζώνη χαλαρή στων μηρών τη μοιρασιά. Με τη γραμμή του εδάφους στρογγυλή σα τους αιώνες της. Με τον θόλο του ουρανού σε διοξείδιο. Και με τον Αχέροντα ακόμη ζωντανό.

Τ’ απόβραδο ξεφυλλίζει έναν μύθο για τα αερικά. Νιώθει το «ανήκω» να παίρνει ύψος και τα πέπλα να αναδεύονται μαζί με τα ασπρόρουχα. Δυο χελώνες καβαλούν η μία την άλλη αφήνοντας υπόνοιες ερμαφρόδιτης συνενοχής. Κάμουν θόρυβο σχεδόν ειρωνικό. Με μια δόση αηδίας για τον περίβολο πλανήτη. Πάνω στο κλαδί μια φωλιά ξεχασμένη. Πετεινών του βασιλείου των σκιών. Τίποτα δε πάει χαμένο στις αφηγήσεις. Ακόμη και το κενό τιμάει τη γυαλάδα του.

_ «Πριν φεύγεις να φοράς το φυλακτό», 

ακούει τη φωνή

και λογάται πως είναι ακόμη ετών τεσσάρων. Το κόκκινο βελούδο έχει τη χροιά της καταδίκης. Με μισό ποντάκι γάριασμα και κάτι από ξέφτι. Με άρωμα λιβάνι και ψίχα μυστική. Γύρω απ’ την παραμάνα κάμποσα χαστούκια με άρωμα σκουριάς. Στον ώμο μια ράγα «κορίτσι μου».

Τούτες τις μέρες δεν κλαίει πολύ. Αλμυρεύει όσο χρειάζεται για να κάνει το ένα βήμα ύστερα από το άλλο. Πού και πού χορεύει ανατολίτικους ρυθμούς. Εκεί που πάει να σκεφτεί το «με κοιτά», φωνάζει «σκάσε άγγελέ μου». Κι ύστερα ιδρώνει τόσο όσο να έχει ανάγκη να σκίσει από πάνω της το «ακόμα». 

Τούτες τις μέρες ψάχνει για ονόματα νεράιδων της βροχής.

Παράξενη γυναίκα.

.