Τρίτη 20 Μαΐου 2008

Φόρα παρτίδα





Θα βάλω τις μπότες τις ψηλές. Αυτές τις πάνω απ’ το γόνατο. Τις πολύ πάνω απ’ το γόνατο. Και το καλσόν το λεπτό. Το πολύ λεπτό. Και μια φούστα που σιγά μην είναι φούστα. Σε φαρδιά ζώνη παραπέμπει, αλλά τι πειράζει; Κι από πάνω τη μπλούζα τη μαύρη τη σκέτη. Χωρίς ντεκολτέ χωρίς τίποτα. Να με καλύπτει ίσαμε πάνω. Αλλά να μου τονίζει το στήθος και να το προτάσσει αυθάδικο στα μάτια του ήλιου που είπε να αρχίσει να δηλώνει την παρουσία του δειλά δειλά με το σαρδόνιο χαμόγελο που παίρνει αυτή την εποχή. Το –ναι- ήρθα –για-να-μείνω-κάνα-τρίμηνο.

Θα βγω έξω. Με τα μαλλιά να ανεμίζουν και το περπάτημά μου να σπάζει τζάμια. Χαμόγελο δεν θα ’χω. Τι να το κάνω. Δεν μου χρειάζεται. Ξέρω να ρίχνω πτώματα και χωρίς. Σοβαρή θα βγω. Σοβαρή και λίγο σκληρή. Με βήμα γρήγορο που δείχνει κατεύθυνση. Γιατί ξέρω πού θα πάω. Δεν θα βγω στο πουθενά. Θα ’χω στόχο.

Μια θύμηση και μια εικόνα απ’ το παρελθόν. Μια ιδέα και μια σκηνή. Κάτι βλέμματα και μερικά αγγίγματα. ΄Ισως και κάτι παραπάνω. Χωρίς πολλά λόγια. Μα με νεύματα πολλά. Και μέσα από τα νεύματα λέγονταν όλα. Και μέσα από τις απορίες που χωρίς να ήταν ανάγκη να λυθούν, έρχονταν χρόνοι.

Τζην φόραγε πάντα. Και μπλουζάκια ή πουκάμισα ανάλαφρα. Μαλακά παπούτσια χαμηλά και τα μαλλιά ίσα που να καλύπτουν το λαιμό. Μ’ αρέσει αυτό το μήκος σε άλλον. Να τα πιάνω και να τα σφίγγω στη χούφτα μου. Να τα χαϊδεύω και να κυλούν ανάμεσα απ’ τα δάχτυλά μου. Να βάζω το πρόσωπό μου μέσα και να ταξιδεύω σε ουρανούς.

Είχε κλάματα στα μάτια. Το θυμάμαι αυτό. Συχνά. Συχνότατα. Κι ένα βλέμμα λυπημένο. Που έδειχνε της ψυχής το μαύρο. Δεν ξέρω κατά πόσο με γοήτευε αυτό όμως ξέρω πως αμέσως έδινα χάδι στο πρόσωπο. Κι ας συνέχιζε να είναι λυπημένο. Κι ας εξακολουθούσαν τα δάκρυα να τρέχουν. Ακολουθούσαν και τα δικά μου άλλωστε. Δεν το ’χω για πολύ.

΄Εβρισκα κάτω απ’ την πόρτα μου σημειώματα. Γραφικός χαρακτήρας ασταθής. Λίγες λέξεις με κυρίαρχο το «σε θέλω». Πόσο μ’ αρέσει να μου το λεν αυτό. Πόσο μ’ αρέσει να το βλέπω γραμμένο. Κι ας μην έκανα δραστικές κινήσεις για να έρθει πιο κοντά μου. Σε απόσταση. Σχεδόν σε απόσταση. ΄Ηθελε πάντα κάτι παραπάνω. ΄Οπως κι εγώ. Μόνο που τότε δεν ήξερα τι.

Στριφογυρνάει στο μυαλό μου. Το βάδισμα, η εικόνα, οι ήχοι, η κίνηση στο κορμί. Μα πιο πολύ αυτό το βουβό κλάμα. Και τώρα; Γιατί να πάω τώρα; Γιατί να πάω σ’ εκείνο το μέρος; Γιατί μου ήρθε να το κάνω αυτό; Κακό θα κάνω σαν πάω. Ναι; Σε ποιον άραγε; Εξάλλου, δεν ξέρω πού είναι. Δεν θέλησα να μάθω πού είναι. Δεν έψαξα να δω πού υπάρχει.

Κι όμως. Θα βάλω τις μπότες τις ψηλές. . Αυτές τις πάνω απ’ το γόνατο. Τις πολύ πάνω απ’ το γόνατο. Και το καλσόν το λεπτό. Το πολύ λεπτό. Και μια φούστα που σιγά μην είναι φούστα. Σε φαρδιά ζώνη παραπέμπει, αλλά τι πειράζει; Κι από πάνω τη μπλούζα τη μαύρη τη σκέτη. Χωρίς ντεκολτέ χωρίς τίποτα. Να με καλύπτει ίσαμε πάνω. Αλλά να μου τονίζει το στήθος και να το προτάσσει αυθάδικο στα μάτια του ήλιου...

Θα ξέρω πού θα πάω. Δεν θα βγω στο πουθενά. Θα ’χω στόχο. ΄Οχι για να βρω το παρελθόν. ΄Οχι. Αλλά για να γράψω ένα όνομα σ’ έναν τοίχο όπως είχα υποσχεθεί πως θα έκανα και δεν το τόλμησα ποτέ. Αυτή τη φορά όμως θα το κάνω. Χωρίς να ξέρω το γιατί. Δεν χρειάζονται όλα τα «γιατί» απαντήσεις. ΄Ετσι ένα όνομα. Μια ανάμνηση. ΄Ενα κάτι.

Σε μια μάντρα στο κάπου. Με σπρέι μαύρο. Σε φόντο παράξενο. Με γράμματα πέντε. Την έλεγαν Τζένη.