Παρασκευή, 23 Μαΐου 2008

Κόντρα ρόλος





Φόρεσε το μαύρο το κολλητό το κοντό με την γόβα την δωδεκάποντη. Καλσόν διχτυωτό. Τα μαλλιά χυμένα. ΄Οπως κι η ψυχή της. Μα απόψε δεν ήθελε να τη δείξει σε κανέναν. Θα έδειχνε μόνο το έξω της. Εξάλλου ποιόν ενδιαφέρουν τα ενδότερα;

Πήγε σ’ ένα μπαρ που δεν την ήξερε κανείς και παρήγγειλε το φαρμάκι της. ΄Εσκασε χαμόγελο υποτιθέμενης καύλας σε μερικούς δεξιά κι αριστερά και περίμενε. ΄Ολο και κάποιος θα τσιμπούσε. Πολύ θέλουν, νομίζεις;

Μέσα της έκλαιγε, ανίκανη να λυθεί απ’ τα συρματοπλέγματα που έμπηγε στη σάρκα της η ακατονόμαστη μανία της να φθείρει την ψυχή της σε αδιέξοδα. Σήμερα θα έδινε και το κορμί της. ΄Ετσι, για κόντρα ρόλο. Για ακόμη μια χαραγματιά παραπάνω.

Σταύρωσε τα πόδια της και φάνηκε η μαύρη της κιλότα. ΄Εσφιξε τα μπούτια της κι έγλυψε τα χείλη της ηδονικά. Ψάρεμα το λεν αυτό καριόλα μου. Και τα πας καλά. Κατέβασε με τη μία το υπόλοιπο ποτό της και τον είδε να την πλησιάζει.

΄Ηπιε άλλο ένα κερασμένο, διαφορετικό αυτή τη φορά. Για λίγη ζάλη παραπάνω. Για μια δικαιολογία ακόμη. Την πήρε κι έφυγαν.

Το πρωί, στη μέση του πουθενά με ξεσκισμένα ρούχα έψαχνε μια δικαιολογία ακόμη.
Το γιατί να γυρίσει πίσω
.