Τετάρτη, 2 Ιουλίου 2008

Χρήσιμα αντι-κείμενα



Μια τσάντα κόκκινη με μαύρο πλαίσιο. Σαν ζωή μέσα σε πίνακα. Μια ζωή που φοβάται να ξεχειλίσει και μένει γύρω από μια κορνίζα σε ασύμμετρο σχήμα. Μια τσάντα που θα μπορούσε να ονομασθεί και «βαλίτσα» στη γλώσσα των ανθρώπων. «Ας την ονομάσω έτσι, λοιπόν» σκέφτηκε «αν πρέπει κάτι σαν αυτό να έχει όνομα».

Την είχε κάτω απ’ το κρεβάτι της εδώ και κάμποσο καιρό. Την έβγαζε, την έβαζε πάνω στο στρώμα που είχε ποτιστεί με το άρωμά της, την ύπαρξη και την ανάσα της και την άνοιγε. Κάθε φορά έβαζε κι ένα καινούργιο «κάτι» μέσα της. Κι είχε πει στον εαυτό της, πως όταν η βαλίτσα θα γέμιζε, τότε θα αποφάσιζε να κάνει και το επόμενό της βήμα. Να ανοίξει την πόρτα χωρίς να κοιτάξει πίσω, χωρίς να ακούει εκείνα τα βήματα πάνω απ’ το κεφάλι της, χωρίς να έχει αυτές τις φωνές μέσα της και χωρίς να αναγκαστεί ξανά να καταπιεί τα πρωινά που έμπαιναν απ’ τις γρίλιες του πάντα κλειστού παντζουριού της.

΄Ανοιξε την βαλίτσα κι αυτή τη φορά και ξανακοίταξε το περιεχόμενο:
ένα σούρουπο, ένα φύλλο από πλατάνι, μια αντιγραφή σε διαγώνισμα, ένα γέλιο,ένα υγρό φιλί. ΄Ενα αγκομαχητό, μια ανηφόρα, μια ακτίνα ποδηλάτου. Μια μυρωδιά από αφρό ξυρίσματος, μισή σκιά, ένα χαρτομάντιλο μ’ ένα κόκκινο κραγιόν. Δυο δάκρυα, ένα «αχ», ένα σφίξιμο στο στομάχι,ένα χαστούκι, λίγη αλμύρα. ΄Ενα χάραμα, ένα «τσακ» από ένα ξύλο την ώρα που καιγόταν στο τζάκι, μερικοί οργασμοί, μια σταγόνα κρασί. Μια σκισμένη σελίδα, ένα πιτσιλισμένο καπάκι τουαλέτας, δυο κλάματα, μια έκτρωση. Κάτι από λευκό, μια μυρωδιά υάκινθου, κάτι στάλες βροχή, τρεις κόκκοι καλαμπόκι.
Κι η βαλίτσα, αχόρταγη, δεχόταν ότι της έδινε. Καρτερικά να τρέφεται χωρίς να ανακυκλώνει. Να έχει λόγο ύπαρξης απ’ τα νοήματα των επιλεγμένων προσδιορισμών που ρίχνονταν στα τοιχώματα και στον αέρα της. Να περιμένει να γεμίσει για να δει πώς είναι ο κόσμος. Υπάρχει στ’ αλήθεια κόσμος έξω από το κάτω μέρος ενός κρεβατιού; Θα το διαπίστωνε αργά ή γρήγορα. ΄Εχει σημασία ο χρόνος για μια βαλίτσα;

Αυτή τη φορά, έριξε μέσα της κάτι ακόμη. ΄Ενα όνομα που άρχιζε από Λ. Θηλυκού γένους. Μ’ ένα κομμάτι από καθρέφτη κολλημένο πάνω του. Για να ζωγραφιστεί από μόνο του ένα βλέμμα. Το βλέμμα της. ΄Ηταν ανάγκη να το κάνει αυτό; Κι όμως. ΄Ενιωσε πως ήταν.

Πλησίασε στο κρεβάτι της και με μια κίνηση την έκλεισε. Την έβαλε πάλι στη συνηθισμένη της θέση. Κάτω απ’ το κρεβάτι. ΄Εκλεισε το φως του δωματίου κι έκανε να φύγει. Μα το άναψε αμέσως. Την ξαναέβγαλε γρήγορα και πριν το μετανιώσει την άνοιξε. ΄Εβγαλε στα γρήγορα από μέσα ένα απ’ τα δύο «μη» που υπήρχαν σε μια γωνιά. Και έχωσε έναν ήχο από καμπάνα. Πένθιμο. Την ξανάκλεισε κι έφυγε.

Δεν ήταν σίγουρη για το τι θα έβαζε ακόμη εκεί μέσα μέχρι να πάρει την απόφαση να φύγει. ΄Ισως τελικά να μην περίμενε να γεμίσει η βαλίτσα. ΄Ισως να ήταν όλα θέμα στιγμής. ΄Ετσι δεν της λένε όλο και περισσότεροι τώρα τελευταία; «Είναι όλα θέμα στιγμής, μάτια μου». ΄Οχι ότι δεν το άκουγε κι από πριν αυτό, μα τώρα είχε αρχίσει να το σκέφτεται καλύτερα.

Για ένα πράγμα ήταν σίγουρη. Για αυτό που θα άφηνε πίσω της. Εκείνο τον μικρό διπλό χαλκά από χρυσό και πλατίνα. Εκείνον που είχε γραμμένο από κάτω του έξι γράμματα. Έξι γράμματα,όμως, μπορούν να έχουν πολλές λέξεις, έτσι δεν είναι; Κι ας ήξερε πως αυτό δεν ήταν απλά μία λέξη. Μα είχε σκοπό, όταν έφευγε, να μην έπαιρνε μαζί της οτιδήποτε θεωρούσε περιττό.

Και μερικά αντικείμενα είναι όντως περιττά αν αρχίσουμε να τα βλέπουμε απλά ως αντικείμενα,ε;