Κυριακή, 6 Ιουλίου 2008

Δεν υπάρχει τίποτα πιο σοβαρό από το παιχνίδι





Καθόταν και έπαιζε καθισμένος στο πάτωμα. Δίπλα του ξύλινοι πύργοι από τουβλάκια. ΄Ωρες είχε περάσει προσπαθώντας να φτιάξει αυτό που αρχικά είχε στο μυαλό του. Βαθιά προσηλωμένος σ’ αυτό το κάτι που του καθόριζε πλέον την ύπαρξη. Μια συστάδα σμιλεμένου ξύλου λείου στην αφή και με παράξενο χρώμα. Το κοίταγε και δίπλα του όλα τα παιχνίδια είχαν πάψει να έχουν νόημα. Τι νόημα να έχει άλλωστε κάτι το καθορισμένο; Η χαρά της δημιουργίας είναι αυτή που δηλώνει ποιος είσαι άλλωστε. Κι αν από μικρός δεν δείξεις τι μπορείς να καταφέρεις, τότε όλοι θα αμφιβάλλουν για εσένα ή δεν θα προλάβουν να το διαπιστώσουν ποτέ.

Η σοβαρότητα του παιχνιδιού γι’ αυτόν ήταν κάτι που δεν χωρούσε αντίρρηση. Κόντευε τα έξι πια μα ένιωθες πως είχες μπροστά σου ένα μεγαλύτερο παιδί. Και δεν ήταν μόνο αυτά που μπορούσε να φτιάχνει. ΄Ηταν αυτά που έβλεπες μες από τα μάτια του ότι μπορούσε να φτιάξει. ΄Αλλα παιδιά της ηλικίας του είχαν πάψει πια να ασχολούνται μ’ αυτές τις μωρουδίστικες κατασκευές. Όμως αυτό που ήταν ξεπερασμένο για τους άλλους, εκείνος το θεωρούσε μια αρχή για κάτι καινούργιο. Κάτι το ασύλληπτο, κάτι το εξωπραγματικό. Η πραγματικότητα, άλλωστε, ποτέ δεν είναι αρκετή για να χωρέσει στην φαντασία ενός παιδιού.

Σα τον ρώταγες για τις ασχολίες του δεν μίλαγε. Μόνο σε κοίταζε. Σοβαρός. Με μάτια που δεν χωρούσαν περαιτέρω απορία. Εσύ ήσουν αυτός που δεν καταλάβαινε τον κόσμο του. Όχι αυτός τον δικό σου. Και παιδί δεν νοείται να υπάρχει χωρίς να φτιάχνει κόσμους που μέσα τους μπορεί να κινείται. Αν ήθελε να μιλήσει, μίλαγε από μόνος του. Με τον δικό του μοναδικό τρόπο. Ήθελες δεν ήθελες. ΄Ησουν ή δεν ήσουν έτοιμος.

Τα σοβαρά πράγματα είναι αυτά που δεν μπορείς να διαπραγματευτείς. Αυτά που σε φτιάχνουν. Αυτά που από μόνα τους σε αλλάζουν. Χωρίς καν να το προσπαθήσεις. Χωρίς καν να το θελήσεις. Χωρίς καν να το έχεις σκεφτεί.

Και οι ξύλινοι κόσμοι για τον μικρό, ήταν κάτι που δεν χωρούσαν αμφισβήτηση. Είχε βρει τον τρόπο να τους πλάθει όπως τους είχε φανταστεί. Κάτι στο βλέμμα του όμως, ήταν αυτό που σε έκανε να μείνεις λίγο παραπάνω να τον κοιτάξεις. Κάτι σ’ αυτό το σκοτεινό βλέμμα που σε εγκλώβιζε και σε έκανε να μη μπορείς να κουνηθείς.

΄Ηταν κι αυτό ένα παιχνίδι γι’ αυτόν. Εξίσου σοβαρό. Μέσα από τους κόσμους του, σε πήγαινε στο δικό του βασίλειο. Αυτό που δεν θα τολμούσες ποτέ να διαβείς πατώντας σε ξύλινα τούβλα. Που θα ανατρίχιαζες μόνο με την ιδέα της ύπαρξής του. Που δεν θα ήθελες ποτέ να ξέρεις πως υπάρχει.

Κι αυτός είχε βρει τον μοναδικό τρόπο να αρπάζει μελλοντικές ψυχές. Καινούργια τουβλάκια για το παιχνίδι στο οποίο ήταν προορισμένος να είναι ο νικητής...