Δευτέρα, 2 Μαρτίου 2009

΄Αχρωμες φωνές




Προχώρησε προς το πηγάδι του μετά. Σκηνικό γκριζαρισμένο με πινελιές βροχής. Μουντό απόγευμα, παγωμένης άνοιξης και ανάσα θλίψης. Σαν να ήξερε πως ότι πήγαινε να συναντήσει θα την έκανε ακόμη πιο σκυθρωπή. Μα δεν έρχονται όλα όπως τα περιμένουμε. Αυτό όμως, γιατί δεν το σκεφτόταν συχνά; Γιατί;

Φορούσε το φόρεμα εκείνο που το είχε ξεχασμένο στο ξύλινο μπαούλο της. Το είχε αγοράσει σε κάποιο πανηγύρι έτσι για πλάκα. Φορέματα απ’ τα πανηγύρια δεν αγόραζε ποτέ. Όμως αυτό το φόρεμα σαν να της μίλησε. Λιτό σχέδιο, μακρύ με κουμπάκια μπροστά ίσαμε κάτω. Ένα ελαφρύ κόψιμο στη μέση και μανίκια φουσκωτά. Σαν να βγήκε από παραμύθι. Παραμύθι σκοτεινό όμως. Από κείνα που προχωράς μέσα στο δάσος και τα κλαδιά των δέντρων θέλουν να κάνουν πλεξούδα τα μαλλιά σου. Κι αυτό που καταφέρνουν είναι να τα ανακατέψουν περισσότερο και να σε κάνουν να φοβηθείς.

Είχε ίσια παπούτσια. Ξεκάλτσωτη. Κάτι πληγές απ’ τα αγκάθα που προσπερνούσε στο διάβα της ήταν άνευ σημασίας. Είχε συνηθίσει να γδέρνεται στις βόλτες της. Έλεγε πως αν δεν κάνεις πληγές δεν προχωράς. Κι έμενε πιστή σ’ αυτή της την πεποίθηση. Χαμογελούσε μ’ ένα χαμόγελο παράξενο. Σαν τα χαμόγελα που ζωγραφίζονται στα πρόσωπα χωρίς να σκέφτεσαι κάτι το συγκεκριμένο. Μια απροσδιόριστη έκφραση που μπορεί να σημαίνει πολλά. Ή και τίποτα. Το βλέμμα της κοιτούσε μπροστά. Μα σαν να μην έβλεπε πού πηγαίνει. Ήξερε όμως η καρδιά της.




Το πηγάδι περίμενε στη θέση που ήταν πάντα. Σ’ ένα ξέφωτο με αγριόχορτα. Μ’ έναν τσίγκινο παλιό κουβά πεταμένο δίπλα του. Τι περίεργο. Αφού ήταν ξερό εδώ και χρόνια. Ο κουβάς έμοιαζε τόσο παράταιρος μα παρόλα αυτά δεν σου πέρναγε απ’ το μυαλό πως δεν ανήκε εδώ. Πλησίασε και κοίταξε μέσα. Σαν να έψαχνε μια αφορμή. Μια προτροπή. Μια ιδέα αστραφτερή που θα της υποδείκνυε την επόμενη κίνηση.

Και τ’ άκουσε. Αυτό που την καλούσε τόση ώρα και δεν μπορούσε να προσδιορίσει το τι, το πού και το πώς. Ψιθύρους πάντα άκουγε. Ψιθύρους απ’ το πουθενά. Μέσα απ’ τις σκιές, ανάμεσα απ’ τα σύννεφα, απ’ τ’ άστρα τη νύχτα, απ’ τις ακτίνες του ήλιου το πρωί. Τώρα άκουσε τον ψίθυρο απ’ το πηγάδι. Το ένιωθε πως σήμερα έπρεπε να πάει εκεί για κάποιον σκοπό. Τώρα θα ανακάλυπτε και το γιατί.

Έσκυψε λίγο περισσότερο. Στήριξε τα χέρια και κοίταξε μέσα. Ο ψίθυρος σαν να δυνάμωσε μα ακόμη δεν άκουγε καθαρά. Λίγο ακόμη. Λίγο ακόμη πιο μέσα για να δει τι θα συμβεί. Περιέργεια; Μπα. Ένστικτο; Ίσως. Το «έλα» ακούστηκε υπόκωφο. Μα ήταν ένα «έλα» γνώριμο. Κι ας μην το είχε ξανακούσει απ’ αυτή τη φωνή. Ήταν ένα «έλα» χωρίς μυρωδιά και γεύση. Ήταν ένα «έλα» κοινό. Ένα «έλα» που δεν ήταν τόσο δυνατό ώστε να την κάνει να το ακολουθήσει. Κι αυτή ήθελε μια έκπληξη να την ταρακουνήσει.

Μια ομίχλη απλώθηκε εκεί που ήταν οι μύτες των ποδιών της και άρχισε να την τυλίγει μέχρι τη μέση. Κι ένα αγέρι φύσηξε παγωμένο και της σήκωσε το φόρεμα μέχρι ψηλά. Τα μαλλιά της ξεδιπλώθηκαν και το βλέμμα της έγινε υγρό. Έκανε μια γκριμάτσα ξινή. Το ήξερε πως αυτό το πηγάδι δεν θα της έδινε κάτι το καινούργιο.

«΄Ελα...» ακούστηκε η φωνή ξανά...

Κι έκανε πίσω. Ακούμπησε τα πέλματά της στο υγρό χώμα και σήκωσε τα μαλλιά ψηλά. Άφησε τις στάλες να πέσουν στα αναμμένα της μάγουλα. Γύρισε την πλάτη κι έφυγε χωρίς να γυρίσει να κοιτάξει πίσω. Κι ούτε συνέχισε να δίνει σημασία στο κάλεσμα που εξακολουθούσε τον ψίθυρό του. Απογοήτευση. Ξανά απογοήτευση.

Κανείς σοβαρός λόγος να ακολουθήσει ένα ακόμη στοιχειό.


Πόσο μάλλον αν αυτό διαλέγει να μεταμφιέζεται ως συνηθισμένη άχρωμη φωνή...


.