Πέμπτη, 26 Μαρτίου 2009

Σήμερα





Σηκώνομαι αργά. Νωχελικά. Με βήματα ξυπόλυτα προχωρώ. Πηγαίνω στην κουζίνα...


Το παραθύρι μου δείχνει συννεφιά. Ο αγαπημένος μου καιρός. Τραβάω την κουρτίνα και πιάνω μια ανάσα. Ανάσα του βορρά. Την φέρνω πάνω μου και τη ρουφώ. Την γεύομαι, την μυρίζω και την αφήνω να μου πάρει πίσω τα μαλλιά...


Τεντώνω τα χέρια ψηλά. Φέρνω την πλάτη πίσω. Μου βγαίνει ένας αναστεναγμός. Βάζω στην κούπα μου ζεστό μυρωδάτο καφέ και γυρνώ στο κρεβάτι. Ζεσταίνω τα χέρια μου στο καυτό μου το ποτήρι. Και φέρνω τα χείλη μου κοντά. Η γλώσσα μου καίγεται με την πρώτη γουλιά. Μ’ αρέσει να καίγομαι...


Φέρνω το πάπλωμα μέχρι επάνω. Να μου καλύψει το στήθος. Ακουμπισμένη σε δυο μαξιλάρια. Δεν ανάβω φως. Μ’ αρέσει να νιώθω την συννεφιά να σπάει ανάμεσα απ’ τις γρίλιες μου. Τις γρίλιες της ψυχής μου...


Σε λίγο η φύση ξυπνάει. Σε λίγο θα ακουστεί εκείνο το πουλάκι που έχει φτιάξει φωλιά στο δέντρο του κήπου μου. Θα ανοίξει τα πέταλά του κι ένα τριαντάφυλλο. Κι από κάπου θα ακουστεί μια πόρτα να ανοίγει. Ίσως ακουστεί και μια φωνούλα παιδική. Κι ένα τραγούδι από ένα ραδιόφωνο. Κι ένα κλάμα ίσως από μια άγρυπνη νύχτα. Η φύση σε λίγο, θα ξεκινήσει τους πρωινούς της ρυθμούς...


Σήμερα σκέφτομαι να αργήσω να κουνηθώ απ’ αυτή τη θέση. Θέλω να έχω την ζεστή μου κούπα κλεισμένη ανάμεσα απ’ τις χούφτες μου μέχρι να κρυώσει. Και μέχρι ο καφές μου να γίνει μόνο μια γουλιά. Κι αυτή τη γουλιά να προσπαθήσω να τη διασπάσω σε μικρές μικρές γουλίτσες για να καθυστερήσω κι άλλο στο να κάνω το καθετί. Σκέφτομαι πως μερικές φορές οι δικοί μου ρυθμοί θέλουν να ακολουθήσουν τη δική μου επιθυμία. Και σήμερα σκέφτομαι...


...να μη τους χαλάσω το χατίρι...


Καλημέρα...







.