Σάββατο, 20 Φεβρουαρίου 2010

Πώς λέμε άντρας;






Αραχτός με τρία κουμπιά ανοιγμένα, γυαλί ηλίου και χαμόγελο κολγκέιτ. Στενό κωλαράκι, αλυσίδα λεπτή στο χέρι, σιδερωμένα μπατζάκια, γυαλιστερά πατούμενα. Καλαμάκι σλουρπππππ-μη-χυθεί-σταγόνα-απ’-τον-εσπρέσσο-φρέντο και κίνηση για σιάξιμο στο ζελέ του μαλλιού.

Δε ξέρω γιατί μου τη δίνουν αυτού του είδους οι άντρες. Ίσως γιατί νιώθω πως στο επόμενο ραντεβού μου για χαλάουα θα είναι στο διπλανό καθισματάκι. Ή θα περιποιούνται τα νυχάκια τους στη νυχού που πάω και μου κάνει ιστούς από αράχνες με το πινελάκι της πάνω στα δικά μου. Φταίμε κι εμείς όμως ρε γμτ. Πόση ισότητα να αντέξουν πια; Πώς να μας δουν ως γυναίκες όταν χτυπάμε κάτι 14ωρα στη δουλειά και μετά δεν προλαβαίνουμε το γυμναστήριο και παραγγέλνουμε κι απέξω; Και πώς να το παίξουν κυνηγοί αφού δεν προλαβαίνουν να σκάσουν μύτη στο μπαρ και τους την πέφτουμε σα τις μύγες απροκάλυπτα; Ποια η διαφορά στα φύλα; Σου λέει, δε γαμιέται. Θα ασχοληθώ κι εγώ με την πάρτη μου. Καθαρισμός προσώπου και πιλιγκ πλάτης. Πάει το αντριλίκι μετά.

Δεν είναι που επιθυμώ κάποιον να μου ανοίγει τις πόρτες όταν μπαινοβγαίνω. Δεν είναι που γουστάρω μπινελίκια μπρουτάλ και βρόμικα νύχια. Δεν είναι που θέλω να ζέχνει βαρβατίλα. Μα είναι που θέλω όταν γέρνω πάνω σε κάποιον να νιώθω πως μπορεί να με κλείσει στην αγκαλιά του. Κι όχι να φοβάται μη του τσαλακώσω το γιακά. Θέλω όταν βάλω το χέρι μου μέσα στα μαλλιά του και του τα ανακατώσω να μη σηκωθεί έντρομος να τρέξει στον καθρέφτη, μα θέλω να πιάσει τα δικά μου και να μου χαλάσει το ίσιωμα. Να μου το κάνει πατσαβούρα και να το χαρώ. Να με κάνει να ιδρώσω και μετά να με γλύψει να πάρει το αλάτι από πάνω μου κι όχι να μου φέρει πετσέτα με ανθόνερο αφού πρώτα σκουπίσει το δικό του τρυφερό λαιμουδάκι.

Θέλω να με κάνει να γουστάρω να του μαγειρέψω. Να του φτιάξω σπεσιαλιτέ και να του στάξει η σάλτσα. Και μη τύχει και αναπηδήσει αν του πέσει πάνω στο πουκάμισο. Να την αφήσει εκεί να κάνει λεκέ και να ταιριάξει με το μεθυσμένο του το βλέμμα. Θέλω να παίξει με το μαχαίρι καρφώνοντάς το στο ψωμί και να πιει κρασί- άσπρο-πάτο. Θέλω να μου τραγουδήσει κι ένα τραγούδι φάλτσο και να πεθάνουμε στο γέλιο. Και μη με ρωτήσει αν θέλω συνέχεια και με ποιο τρόπο. Θέλω να μου πει πάμε χωρίς να με κάνει να σκεφτώ πού, πώς και γιατί. Μα αν παρατηρήσω πως βγάζοντας το παντελόνι του πάει να το αφήσει προσεκτικά διπλωμένο στην καρέκλα πριν με βουτήξει, ε τότε θα πάρει αυτό που ζητάει...

...Θα ’μαι από πάνω κι ας χτυπιέται!

.