Τρίτη, 4 Ιανουαρίου 2011

Εικόνα μου είναι



Τυλιγμένη με αποκαΐδια παραμένω στο ακίνητο. Δε γνέφω στο άπειρο ετούτη τη φορά, μα στεγνά αναμένω το απροσάρμοστο. Βουβά ωρύομαι χωρίς να αποτινάζω. Καινούργιες λαχτάρες φορτώνομαι κατασκευάζοντας άκοπες αναμνήσεις. Και προσπερνώ αυτό που λένε τώρα χωρίς καν να το αφήσω να υπάρξει. Ο δράκος μου γελά γιατί γνωρίζει πως έτσι τον θεριεύω και γίνεται φλογοβόλος εραστής της ανύπαρκτης πλέον πεθυμιάς μου.

Τι όμορφος που είναι με κείνες τις φτερούγες που σαν τις ανοίξει στάζει βροχή στα χρώματα του τόξου της αναλαμπής. Τι θεσπέσια τρομερός που γίνεται όταν με κοιτά με κείνους τους κεραυνούς που χορεύουν στα βλέφαρά του και τι δύναμη αποπνέει η στάση του. Ρωμαλέα και σταθερή. Βαριά και λάγνα. Κοφτερή ως αυθυποβολής τέχνασμα σε χρόνο γαλανό. Και εξακολουθώ να ανακυκλώνομαι, λες, για να τον κάνω περισσότερο θεριό.

Παρασυρόμενη σε μια καταδίκη άνευ προηγουμένου, χώρο του κάνω στο κρεβάτι. Εκεί, στη μέση που το ποτάμι είναι βαθύ. Εκεί που η μεσαία γραμμή ακόμη υπάρχει. Εκεί που είναι χαραγμένο το συναίσθημα της διαχωριστικής μετωπικής του ζεστού και του κρύου. Κι εκείνος απλώνεται κι αναστενάζει. Τεντώνεται και πλησιάζει. Περιμένει να αρχίσω το τρέμουλο. Και με κυριεύει. Το ξέρει καλά πως όταν επεμβαίνει την κατάλληλη στιγμή, με κάνει ό,τι θέλει. Χωρίς ανάσα αφήνομαι σε ένα βύθισμα που το ρουφά. Και ολοένα τον θεριεύει. Ζει απ’ τις πνοές, τους στεναγμούς, τα κλειστά τα μονοπάτια μου. Πίνει τους φόβους, τα ανείπωτα και τα παράλογά μου. Κι ύστερα κοιμάται ικανοποιημένος για το κατόρθωμά μου.

Δεν του έχω όνομα ετούτου του δράκου. Ενώ συνήθως ονοματίζω τα αποκτήματά μου, τούτο είναι αφημένο στο απροσδιόριστο. Ίδιο παραμένει χωρίς ν’ αλλάζει μορφές. Μόνο παίρνει μια φολίδα παραπάνω με κάθε νέα του κατάκτηση. Και σα ν’ αποκτά μια αστραπή καινούργια το βλέμμα του. Ναι, δεν έχει νόημα να του δώσω όνομα. Έτσι κι αλλιώς…

…εικόνα μου είναι…