Δευτέρα, 10 Ιανουαρίου 2011

Σπαρμένος άνοιξη



Στης γωνιάς την άκρη επανέρχομαι φορώντας τι σ’ αρέσει να κοιτάς. Στο μάκρος εκείνο όπου η κόψη του ματιού αγγίζει με μια υποψία σκισμένου αναστεναγμού. Στης θηλιάς μου το γιατί, ξεχειλώνω ακόμη μια αλλαγμένη χαραγματιά. Να γίνει μνήμη. Να γίνει θύμηση. Ανάμνησης πιοτό σε χείλη διψασμένα. Τα στήθη μου στων απολήξεών το άγγιγμα, πηλός έτοιμος για πλάση. Απόψε, θα φτιάξεις το άγαλμα του δικού σου ονείρου.

Χαμένη στης καρέκλας το μαντέμι, κρύο φαντάζει το κορμί μου στης αλλαγής το γέρμα. Ανατριχίλες διαπεραστικές οι πτυχές των βλεφάρων. Χαμένοι ορίζοντες που βυθίζεις τα ναυάγια των παθών. Κι ανοίγω δρόμο να διαβείς ως ιχνηλάτης σε τόπο ανεξερεύνητο. Θαρρείς δεν περίμενα τον ερχομό σου? Νομίζεις δεν αισθάνθηκα το ξύπνημα του αγγέλου σου? Πιστεύεις δεν αγωνιούσα για το τόλμημά σου? Έλα ως άρχοντας και φύγε σαν οδοιπόρος. Ακούμπα και οσμίσου. Και πάνω μου γείρε να ξαποστάσεις.

Τα πόδια ανοίγω σε μετωπική συνουσία με το χρίσμα σου. Θα διώξεις το χάλασμα που σ’ έφτιαξε αγρό ακαρποφόρητο? Θα αφήσεις πίσω το λιβάδι το ξέστρωτο ή θα πεθυμήσεις το μοναχικό? Θα θελήσεις να βάλεις το ένα βήμα μπροστά από το άλλο σε χορογραφία ανυπόγραφη? Ή θα διστάσεις να κοπείς και να ματώσεις? Η σκέψη μου, προδίδει την επιθυμία της αρπαγής. Κυρίευσέ με, σου φωνάζει. Και αναρωτιέμαι αν τα μάτια κλείνεις δήθεν για να ακούς λιγότερο.

Σαν έρθει η στιγμή που τα νύχια σου μπήξεις στο λευκό δέρμα των γοφών, ίσως και να τελειώσεις ετούτο το βιβλίο. Ίσως πάρεις στα χέρια τον τόμο με τις ζωγραφιές που σαν παιδί με τα κραγιόνια σου μουτζούρωνες. Κι ίσως έτσι διαπεράσεις τον κόσμο των στενάχωρων περιορισμών και μεταβείς άυλος και αυθύπαρκτος σε χώρο απλωμένο με χιλιάδες μυστικά. Μα όχι σαν αυτά που έχεις συνηθίσει να ακούς ως φωνές από το πουθενά. Ετούτα θα είναι ανασαιμιάς αναγεννημένος ψίθυρος…

… σπαρμένος άνοιξη…