Τρίτη, 13 Σεπτεμβρίου 2011

«Θάλασσα ψυχής», μου είπες. Μα προτιμώ την Παύλα.



Σ’ ένα δήθεν ξημέρωμα σέρνω βήματα λαχανιασμένα με χροιά αγγέλων. Ένα ύστερα κόβει δρόμο μα χαμογελώντας με λυσσασμένα δόντια, του κόβω το δρόμο. Πώς τολμούν κάτι σάπια ασφοδέλια να σέρνουν πτώματα λαχανιασμένα? Δίπλα στο λιμασμένο κύμα έρχεται ο αχινός που βρωμάει μεθύσι. Δεν θα πατήσω ετούτη τη φορά χωρίς παπούτσι. Θέλω να λιώσω κέρατα ξαναμμένα και να χυθεί λάσπη. Να την αλείψω στο λαιμό κι ύστερα να γλύψω πίκρα. Ποτέ δε μου άρεσε αυτή η επιφανής γλίτσα των μαλακίων. Ουδέποτε γεύτηκα μυξιάρικα παιδαρέλια σε γερμένους ευκαλύπτους. Ουδέποτε επιθύμησα να παραμείνω άνω της μισής φοβέρας σ’ έναν παλμό.
Η θάλασσα γνέφει θέμα ελεύθερο, αγαπητέ ιντριγκαδόρε. Το ξέρεις πως μέσα μου θα βουτήξω ξανά και ξανά για να αλιευθώ ως άλλη αναδυομένη αφροΔύση. Ανάμεσα στην τρικυμία και την ανάπαυλα, οι σειρήνες ξεσκίζουν τον ένα και μοναΔικό Οδυσσέα που τόλμησε να ενσκήψει. Δεν θα σου πω πού. Αν είσαι ξύπνιος, μονάχος θα το βρεις. Οι ανεμιστήρες φθονούν πιότερο από μένα την κάψα. Τα δώματα του ανέμου αναζητούν χέρια ανένδοτα. Ποιος είναι τόσο απελπισμένος ώστε να χαρεί ό,τι έχει αρπάξει?
Το νέφος παίζει φλογέρα ξετσίπωτη. Στήθη απογαλακτισμένα αφρίζουν αιμάτινες πενιές. Ατρύγητα αμπέλια ανοίγουν τα σκέλια για να παρθούν από Διόνυσους ηγέτες. Τα λάβαρα κονταροχτυπιούνται με το έβδομο κομμένο πλοκάμι του τέρατος. Η σπηλιά στο βάθος του ωκεανού γαργαλάει τα μπούτια της. Μη μου πεις τώρα πως σε ανύψωσε η αισθητική της πεταλούδας? Όχι, αγροίκε μου. Δεν πρόκειται να πεθάνω για σένα. Αντίθετα…
…θα επισύρω το ανεύρυσμα εκτός της κλίκας και θα γεννηθώ ως Αστείρευτο Ξεγέλασμα.

Χαμήλωσέ με!