Πέμπτη, 22 Σεπτεμβρίου 2011

Ουδείς θνητός δεν αγαπά εκείνο που είναι ανίκανος να χαϊδέψει



Η μικρή ηλιαχτίδα έβαλε δυο φιόγκους κατακόκκινους στις μακριές της πλεξούδες και κύλισε στην πλαγιά του λόφου. Το γέλιο της αντηχούσε στη φύση και οι ανεμώνες σήκωσαν τα κεφάλια για να την υποδεχθούν. Εκείνη, χάρηκε που είχε για φίλες μερικές καλά ριζωμένες υπάρξεις με στέρεο χάδι. Πιο κει, η σκηνή εμπεριείχε και μια μορφή ακόμη. Του αόρατου στοιχειού που δίνει στη συνεύρεση την αφορμή για ερωτοτροπία. ΄Ισως να το ένιωσαν δυο περαστικές πεταλούδες που χωρίς να αναρωτηθούν για το φύλο τους, αμέσως έσπευσαν να ενωθούν.
Το παράτυπο χθες, αφοσιώθηκε στην ανάσταση του οφθαλμοφανούς. Κανείς περαστικός δεν επιτρέπεται να αναρωτηθεί το πώς όταν πρώτα δεν έχει ξεκαθαρίσει το γιατί. Το επειδή έτσι αισθάνομαι, επίσης είναι δυνατόν να γίνει αποδεκτό αφού στους παλμούς δεν μπαίνουν ίδια όρια.
Ο χορός της μέλισσας έσταξε υγρή μετενσάρκωση στην παρθένα νύμφη της πηγής. Ο διάφανος αναστεναγμός της θώπευσε τα σημεία που προσφέρθηκαν για δόσιμο. Εν τέλει, αν δεν ακουμπάς τις φωνές, πώς νομίζεις ότι θα καταλάβουν ότι υπάρχει και η τέταρτη διάσταση?
Δεν πιστεύω πως υπάρχει χρέος να εκθέτεις γραφήματα αν δεν δύνασαι να συνθηκολογήσεις με τα φαντάσματά σου. Έτσι κι αλλιώς, χορογραφώντας την άνοιξη, σπέρνει ο ουρανός την συγκατάβαση. Κι εκεί είναι η ουσία. Να είσαι ανοιχτός όταν ανοίγουν οι ώρες της ανά-παυσης.
Μετά από αυτό το συνονθύλευμα που σκορπίστηκε άνευ πρόθεσης, η μικρή ηλιαχτίδα έλυσε τα μαλλιά και έγινε καρδιοκλέφτρα. Ακόμη αναζητείται η διαπόμπευσή της στην αγενή τάξη των δίποδων. Βλέπετε…

…ουδείς θνητός δεν αγαπά εκείνο που είναι ανίκανος να χαϊδέψει.