Πέμπτη, 22 Σεπτεμβρίου 2011

Ουδείς θνητός δεν αγαπά εκείνο που είναι ανίκανος να χαϊδέψει



Η μικρή ηλιαχτίδα έβαλε δυο φιόγκους κατακόκκινους στις μακριές της πλεξούδες και κύλισε στην πλαγιά του λόφου. Το γέλιο της αντηχούσε στη φύση και οι ανεμώνες σήκωσαν τα κεφάλια για να την υποδεχθούν. Εκείνη, χάρηκε που είχε για φίλες μερικές καλά ριζωμένες υπάρξεις με στέρεο χάδι. Πιο κει, η σκηνή εμπεριείχε και μια μορφή ακόμη. Του αόρατου στοιχειού που δίνει στη συνεύρεση την αφορμή για ερωτοτροπία. ΄Ισως να το ένιωσαν δυο περαστικές πεταλούδες που χωρίς να αναρωτηθούν για το φύλο τους, αμέσως έσπευσαν να ενωθούν.
Το παράτυπο χθες, αφοσιώθηκε στην ανάσταση του οφθαλμοφανούς. Κανείς περαστικός δεν επιτρέπεται να αναρωτηθεί το πώς όταν πρώτα δεν έχει ξεκαθαρίσει το γιατί. Το επειδή έτσι αισθάνομαι, επίσης είναι δυνατόν να γίνει αποδεκτό αφού στους παλμούς δεν μπαίνουν ίδια όρια.
Ο χορός της μέλισσας έσταξε υγρή μετενσάρκωση στην παρθένα νύμφη της πηγής. Ο διάφανος αναστεναγμός της θώπευσε τα σημεία που προσφέρθηκαν για δόσιμο. Εν τέλει, αν δεν ακουμπάς τις φωνές, πώς νομίζεις ότι θα καταλάβουν ότι υπάρχει και η τέταρτη διάσταση?
Δεν πιστεύω πως υπάρχει χρέος να εκθέτεις γραφήματα αν δεν δύνασαι να συνθηκολογήσεις με τα φαντάσματά σου. Έτσι κι αλλιώς, χορογραφώντας την άνοιξη, σπέρνει ο ουρανός την συγκατάβαση. Κι εκεί είναι η ουσία. Να είσαι ανοιχτός όταν ανοίγουν οι ώρες της ανά-παυσης.
Μετά από αυτό το συνονθύλευμα που σκορπίστηκε άνευ πρόθεσης, η μικρή ηλιαχτίδα έλυσε τα μαλλιά και έγινε καρδιοκλέφτρα. Ακόμη αναζητείται η διαπόμπευσή της στην αγενή τάξη των δίποδων. Βλέπετε…

…ουδείς θνητός δεν αγαπά εκείνο που είναι ανίκανος να χαϊδέψει.



Τρίτη, 13 Σεπτεμβρίου 2011

«Θάλασσα ψυχής», μου είπες. Μα προτιμώ την Παύλα.



Σ’ ένα δήθεν ξημέρωμα σέρνω βήματα λαχανιασμένα με χροιά αγγέλων. Ένα ύστερα κόβει δρόμο μα χαμογελώντας με λυσσασμένα δόντια, του κόβω το δρόμο. Πώς τολμούν κάτι σάπια ασφοδέλια να σέρνουν πτώματα λαχανιασμένα? Δίπλα στο λιμασμένο κύμα έρχεται ο αχινός που βρωμάει μεθύσι. Δεν θα πατήσω ετούτη τη φορά χωρίς παπούτσι. Θέλω να λιώσω κέρατα ξαναμμένα και να χυθεί λάσπη. Να την αλείψω στο λαιμό κι ύστερα να γλύψω πίκρα. Ποτέ δε μου άρεσε αυτή η επιφανής γλίτσα των μαλακίων. Ουδέποτε γεύτηκα μυξιάρικα παιδαρέλια σε γερμένους ευκαλύπτους. Ουδέποτε επιθύμησα να παραμείνω άνω της μισής φοβέρας σ’ έναν παλμό.
Η θάλασσα γνέφει θέμα ελεύθερο, αγαπητέ ιντριγκαδόρε. Το ξέρεις πως μέσα μου θα βουτήξω ξανά και ξανά για να αλιευθώ ως άλλη αναδυομένη αφροΔύση. Ανάμεσα στην τρικυμία και την ανάπαυλα, οι σειρήνες ξεσκίζουν τον ένα και μοναΔικό Οδυσσέα που τόλμησε να ενσκήψει. Δεν θα σου πω πού. Αν είσαι ξύπνιος, μονάχος θα το βρεις. Οι ανεμιστήρες φθονούν πιότερο από μένα την κάψα. Τα δώματα του ανέμου αναζητούν χέρια ανένδοτα. Ποιος είναι τόσο απελπισμένος ώστε να χαρεί ό,τι έχει αρπάξει?
Το νέφος παίζει φλογέρα ξετσίπωτη. Στήθη απογαλακτισμένα αφρίζουν αιμάτινες πενιές. Ατρύγητα αμπέλια ανοίγουν τα σκέλια για να παρθούν από Διόνυσους ηγέτες. Τα λάβαρα κονταροχτυπιούνται με το έβδομο κομμένο πλοκάμι του τέρατος. Η σπηλιά στο βάθος του ωκεανού γαργαλάει τα μπούτια της. Μη μου πεις τώρα πως σε ανύψωσε η αισθητική της πεταλούδας? Όχι, αγροίκε μου. Δεν πρόκειται να πεθάνω για σένα. Αντίθετα…
…θα επισύρω το ανεύρυσμα εκτός της κλίκας και θα γεννηθώ ως Αστείρευτο Ξεγέλασμα.

Χαμήλωσέ με!