Πέμπτη 8 Απριλίου 2010

Σε μιας λίμνης το αλλού...




...κι ακόμη πιο πέρα. Στον πύργο μας μου είπες να είμαι. Στα δωμάτιά του να περιφέρω το σώμα μου το άυλο, την ψυχή μου την ατίθαση, την καρδιά μου τη μισή. Να μου φέρεις μύρο να αγγίξεις τις πτυχές μου. Κι αν μπορέσεις, να με κάνεις να βγάλω δυο φτερά ακόμα. Εκείνα, του ξεχασμένου έρωτα που με είχε μάθει να πετώ. Εκείνα, που τα μάδησε η καταιγίδα και τα έθαψε στην πολιτεία του τίποτα. Εκείνα, που τα φόρεσε η σιωπή και ψήλωσε μια ζωή ακόμη. Ναι, εραστή μου. Ναι, μεταξένιε μου πρίγκιπα, σ’ εσένα μιλώ. Σ’ εσένα που ακόμη δεν έχεις φύγει απ’ του πλανήτη σου το κόκκινο λουλούδι. Γιατί διάβασες την ιστορία του καλά. Και χάραξες ένα μη ακόμη. Θέλει δηλητήριο για να αλλάζεις κόσμους. Φίδια πολλά, αγαπημένε μου. Μα λίγα πρόθυμα για της λησμονιάς το νάμα.


Σου είπα πως σε θέλω;


Στη λίμνη σου να βουτήξω, στη σκοτεινή σου πεθυμιά, να γίνω βυθός με κάλεσμα. Υπόγειο, σύμπαντος άλλου, με φτιάξη από διαμάντι. Ακατέργαστο, γενναίε μου. Μαζί με τις γωνιές του, μαζί με τις καμπύλες του, και όλες του τις αντανακλάσεις. Φοβάμαι, ξέρεις. Μη δεις πλευρές κρυμμένες. Μη δεις δέρμα που δε σου κάνει. Μη δεις κάτι που θα ντραπείς να μου το πεις.


Φοβάσαι. Το ξέρω...


Γυμνή κι απόψε. Σ’ ενός βελούδου την αφή να προσμένω τον Απρίλη μου. Δικό μου σε θέλω. Να είμαι η ανάσα σου...να είσαι ο έρωτάς μου. Γυμνός κι εσύ, απαλλαγμένος κι αλλαγμένος. Καβάλα σε μιας πνοής την κόψη να δρέψεις ό,τι έχεις κατακτήσει. Δικιά σου...ως τη στιγμή που θα ξυπνήσει ο καταρράκτης του πνιγμού.


Σσσσσς...αργεί ακόμη...


Αργεί...




(αφιερωμένο σε μια αγνότητα που ακόμη υπάρχει...)






Υ.Γ. μείνε όπως είσαι...όσο μπορείς...


.

Τρίτη 6 Απριλίου 2010

Κι ύστερα...





Το μαντίλι λύνω απ’ τη μέση και το βάζω στο λαιμό...


...κι ύστερα το παίρνω και το δένω κόμπο στον καρπό...


...κι ύστερα στον μηρό σαν καλτσοδέτα...


Με μια κλωστή, το βλέμμα φυλακίζω και βάζω την υποψία σου μέσα στο μαύρο μου εσώρουχο.


Να σε έχω εκεί.


Να λιώνεις...να μουσκεύεις...


... μέχρι να γίνεις κρασί για να σε πιω χωρίς γιορτής αιτία.


Κι ύστερα να γίνεις πυροτέχνημα...


...μικρός θεός να γίνεις...


...και δαίμονας με κάρβουνα για μάτια...


Κι ύστερα να γίνω στάλα...


...κι άλλη μια...


...κι ακόμη μια.


Κι ύστερα...


Ένωση άστρων από πλανήτες με καρπούς. Σάρκα μία από ανάσες με ψαλμούς. Γέννημα πόθων από αγρύπνιες με παλμούς...


Κι ύστερα...


...κι ύστερα...










.

Τετάρτη 31 Μαρτίου 2010

Αντίο μου





Μια εικόνα με δάχτυλα πλεγμένα σε απόσταση μηδενική μέσα από του νου την κατρακύλα. Υπάρχει το μετά; Γιατί; Υπήρχε το πριν; Κι έρχονται στιγμές σε παραλήρημα ακροβατώντας στο καρφί, εκεί πάνω στην κόψη που θα γευθεί το αίμα της τελευταίας στιγμής. Εκείνο που δε φαίνεται, εκείνο που δεν θα διαγνωσθεί, εκείνο που δεν ζητά να χυθεί μπροστά σε μάτια αλλοπαρμένα. Άνοιξη, θαρρείς, ήρθε να δρέψει εκείνο το στεφάνι με τις λαμπρές τοξοβολιές που γδέρνουν τ’ άστρα. Άνοιξη κι όταν είχα πρωτοφιλήσει εκείνον τον δαίμονα που ακόμη με γιατρεύει. Κι ΄Ανοιξη όταν ξεψύχησα ξανά στην αγκαλιά του.

Σε λατρεύω σου είπα και ανταπέδωσες με σκοινί δεμένο στο λαιμό. ΄Ετσι είναι το ξέπλυμα των ευχών; Έτσι ανώδυνο είναι αγαπημένε μου; Έτσι εύκολα λες το αντίο από κάτι που εσύ ο ίδιος έφερες πρώτος μέσα από το σύμπαν; Το ξέρεις πως εδώ θα τριγυρνάς κι εγώ θα σε σταυρώνω ξανά και ξανά. Όχι γιατί είσαι προορισμένος για αιώνια ανάσταση, μα γιατί το σκαρί μου είναι από γνήσιο μετάξι. Αυτό που τσαλακώνει και που φοριέται σα να μην έφερε ούτε μια γύρα γύρω από τον πνιγμένο μου λαιμό. Κι έτσι έχω κάθε δικαίωμα να σου προκαλώ ακόμη ένα αγριεμένο ένστικτο. Αυτό, της σκόρπιας επιβίωσης μέσα από την αυθύπαρκτη ανυποταξία σου μπρος στη σειρά των σκουριασμένων πολυβόλων. Ρίξε στην καρδιά, λέει το βλέμμα σου, μα επίτηδες στοχεύω σύννεφα. Κι ας ξέρω πως η δική μου ανάσταση δεν θα έρθει ποτέ.

Στη νύχτα βγαίνεις με την πλάτη κρυμμένη στα στενά. Αλυχτάς άγρυπνο σπέρμα αιώνιας σιωπής και φτύνεις στα σοκάκια έναν έρωτα ακόμη. Έτσι σ’ έμαθαν; Έτσι σε βύζαξαν; Έτσι σου έλεγαν στα νανουρίσματα πως κάνουν τα αγρίμια; Όπως και να ήταν εσύ έτσι το μετέφρασες. Κι από τότε σκορπιέσαι στις φωνές. Του εδώ. Του εκεί. Του τίποτα. Κι ύστερα γονατίζεις παρακαλώντας για μια πληγή ακόμη. Εκείνη της μη μετάνοιας για πράξεις που δεν έκανες. Κοντά σου, μια στάλα ακόμη φερμένη απ’ του παράξενου τα μέρη. Εκείνα που ούτε σαν πνεύμα δεν θα αγγίξεις γιατί φοβάσαι μη χτυπήσεις πάνω στην ταμπέλα των μαρκαρισμένων. Έχετε κάνει κράτηση, παρακαλώ; Κι εσύ γδέρνεις με τα νύχια σου την είσοδο.

Ξεφεύγεις. Τούτη τη λέξη δεν την ξεχνώ κι ας έκανα πως πέρασε. Το ξέρεις πως οι θάλασσες οι άπατες ολοένα και διψούν; Το ξέρεις πως όση αλμύρα έχουν μέσα τους, άλλη τόση γλύκα τις παρασέρνει; Σου ψιθύρισαν άραγε πως το ίδιο είναι τόσο ίδιο με το διαφορετικό; Ξεφεύγω, ναι. Ίσως και να ξεφεύγω. Από κάτι που ήμουν. Από κάτι που έγινα. Από κάτι που δεν ξέρω καν πως είμαι. Από τα όλα μου. Από τα πάντα μου. Από τα ανομολόγητά μου. Αυτή τη φορά το φευγιό μου ανακατεύτηκε με ουσία. Κόκκινη. Σε ποτήρι γυαλάδας. Κι όταν ανακατεύονται οι ουσίες δύο πράγματα μπορείς να κάνεις. Ή να τις χωνέψεις ή να τις ξεράσεις. Δε ξέρω γιατί, μα πάντα προτιμούσα το ξέπλυμα. Ευτυχώς που υπάρχουν και μερικοί που νομίζουν πως καταλαβαίνουν αρκετά. Κι έτσι, διαχέεις λίγο περισσότερο τη σύγχυση. Ώσπου να αποφασίσεις να θάψεις ακόμη ένα ναι, ένα όχι, ή ένα ίσως. Που ακόμη το βαστάς σφαλισμένο στην εξαφανισμένη σου ορμή.

Άλλη μια εβδομάδα για να θυμίζει ΄Ανοιξη. Δε θέλω. Σου είπα πως δεν θέλω υπενθυμίσεις; Όταν με μάθεις κι άλλο, αν αντέξεις να με μάθεις κι άλλο, τότε θα διαπιστώσεις πως κάθε νύχτα που περνώ είναι ακόμη ένα αντίο σε ένα κορίτσι που....


...κάποτε φορούσε σταυρό στο στήθος...


.

Τρίτη 23 Μαρτίου 2010

Ενός ακόμη τέλους η αρχή




Κι έρχονται στιγμές που διώχνεις από πάνω σου το πάπλωμα το βαρύ και μες την απερισκεψία (;) την λαχτάρα (;) την ασυνειδησία (;) την ορμή (;) και την οργή(;) μα πιο πολύ το ως εδώ που σου καρφώνεται στα χείλη και κάνει το αίμα σου να χύνεται μπουκιές μπουκιές στα στήθια σου επάνω, αποφασίζεις να τερματίσεις, να σκίσεις, να διαλύσεις και να κάψεις το επόμενο ίδιο δευτερόλεπτο. Και θες να το δεις να ανασαίνει, ν’ αλλάζει χρώμα, να φωνάζει τον ήχο τον δικό του, τον καινούργιο, τον αλλιώτικο, τον διαφορετικό. Το ναι, το τώρα, το όχι μετά!


Και σηκώνεσαι και γδύνεσαι και αποδύεσαι εαυτόν (;) Και μεταμορφώνεσαι σ’ αυτό που ξέρεις (;) πως είσαι, πως θα γίνεις, που το θες, που το επιθυμείς, βρε αδερφέ. Και πως ξέρεις ως το τελευταίο σου κύτταρο πως θα ανασάνεις μόνο αν πεις στοπ. Και το λες, το δείχνεις, το γράφεις, το πετάς κατάμουτρα. Και φεύγεις και θες να περπατήσεις μια διάβαση ακόμη. Χωρίς φως. Κι αυτό είναι που γουστάρεις ηδονικά. Που δεν βλέπεις.


Θα μου πεις, είναι εποχή για μεταβάσεις; Ναι, μάγκα μου, είναι. Γιατί το μετά, ούτως ή άλλως δεν στο εξασφαλίζει καμία πουτάνα ζωή. Μόνο ένας θάνατος σου γνέφει. Και θες να τον φιλήσεις με χείλη που τρέμουν ταχύτητα. Κι έτσι το χτυπάς. Παραιτούμαι τους λες κι ότι καταλάβουν. Μα μέσα σου, ξέρεις (;) νιώθεις, βλέπεις (;) πως αρχίζεις. Κάτι άλλο. Κάτι που το παίρνεις απ’ τα μαλλιά και το φέρνεις μπροστά σου και του λες: Αφού μέσα μου ήσουν, φανερώσου κι άσε τα μάτια σου να δω.


Σε εποχές δύσκολες-μα και πότε εύκολες ήταν; Σε εποχές ρημαγμένες από όσους νιώθουν ρημαγμένοι, σε εποχές σκοτεινές, μια σκοτεινιά φτιάχνω δική μου. Κατάδική μου. Κι αν ακόμη ένα λάθος είναι, θα το χαρώ όσο δε πάει. Γιατί, το προκάλεσα εγώ. Κι άλλος κανείς.

Δεν παραιτήθηκα από μια δουλειά χρόνων με «εξασφαλισμένο μέλλον» (;) για την καύλα της στιγμής. Έσκισα όμως μια προδιαγεγραμμένη αφαίμαξη της εναπομείνασας ψυχής μου. Με σκοπό να της βάλω ένα κομμάτι παραπάνω. Απ’ τα σπλάχνα μου που τόσο καιρό φώναζαν να ακούσω την κραυγή τους.

Επιτέλους, ένα τέλος ακόμα!

Αφιερωμένο σε μια αρχή που δεν ξέρω πού θα με πάει. Μα έχω σκοπό, να την πάρω απ’ το χέρι...







.

Παρασκευή 19 Μαρτίου 2010

Χωρίς στα μαλλιά κοκαλάκια





Με βλέμμα βαμμένο στο χρώμα του σούρουπου. Χαμένο σ’ ένα κάτι που θα μπορούσε να είναι και τίποτα. Ίσως να είναι και τίποτα και να θέλω απεγνωσμένα να δω πως είναι κάτι. Και θυμάμαι τη ρήση μου. Πως το καθόλου δεν είναι ποτέ λίγο. Και πόσο πολύ έχω ανάγκη να το πιστέψω αυτό και να το τηρώ. Μα δεν τα καταφέρνω πάντα. Και μένω και βυθίζομαι σε ένα λίγο που όμως είναι τόσο αρκετό ώστε να με πνίξει. Σε μια κουταλιά δε πνιγόμαστε, άλλωστε; Γιατί αυτό να είναι διαφορετικό;

Ένα μαντίλι στη μέση κι ένα αόρατο στο λαιμό που με σφίγγει. Κόμπος. Ναι, οι φιόγκοι είναι παρελθόν. Παντός είδους. Κι ένα κραγιόν σκοτωμένο να παραπέμπει σε φύλλα που σαπίζουν στα μέσα της φθινοπωρινής βροχής. Στο δάσος όλα φαντάζουν αλλιώς. Είναι στο περιβάλλον τους. Στα χείλη πάνω όμως, παραπέμπουν αλλού. Κυρίως στο φθινόπωρο που έχεις μέσα σου. Μα δεν μπορείς να κάνεις αλλιώς. Το δείχνεις. Θες δε θες. ΄Ισως επειδή σ’ αρέσει κιόλας.

Θυμάμαι που μου έβαζε στα μαλλιά μου κοκαλάκια και γω δεν ήθελα. Γιατί μαμά; Γιατί ήθελες να με κάνεις να δείχνω κάτι που δεν ένιωθα πως ήμουν; Γιατί μ’ έβλεπες έτσι όπως ήθελες εσύ να με βλέπεις; Γιατί θα έπρεπε να μου σφίγγεται το κεφάλι τόσες ώρες καθημερινά για τόσα χρόνια; (Και γιατί εγώ δεν τα έβγαζα όταν έβγαινα απ’ το σπίτι;)

Θυμάμαι και κάτι εσώρουχα που φορούσα και μου κάλυπταν την κοιλιά. Ζεστά ήταν. Βαμβακερά. Μετά, πήγαν πιο κάτω. Τα υφάσματα άλλαξαν και το κόψιμο έγινε αλλιώς. Ή μάλλον, το προτιμούσα αλλιώς. Για να αισθάνομαι πιο γυναίκα; Δε ξέρω. Ίσως. Βλέπεις, όταν κάνεις τις μεταβάσεις σου, αυτό αγγίζει και τα εσώρουχα. Και τον τρόπο που φτιάχνεις την φράντζα, επίσης. Καθώς και τον τρόπο που πετάς τα παλιά σου αξεσουάρ στο κουτί με τις αναμνήσεις, μέχρι να αποφασίσεις να το πετάξεις κι αυτό. Γιατί έχει μάτια και σε βλέπει, το γαμημένο. Και κάποτε πρέπει να του τα σφαλίσεις. Μια κι έξω. Σα τις στάχτες όταν τις πετάς στο χώμα.

Είπα στάχτες και σκέφτηκα μια κουβέντα που είχα τις προάλλες. Μόνο εμένα, λέει, εμπιστεύεται να πάω να τον κάψω και να πετάξω τις στάχτες του στο ποτάμι του χωριού του. Γιατί ρε μπαμπά; Γιατί μου το κάνεις αυτό, ε; γιατί; Γιατί με θεωρείς τόσο δυνατή και με επιφορτίζεις με κάτι τέτοιο; Πίστεψες κι εσύ αυτό που δείχνω; Ή μήπως είμαι τόσο δυνατή και δεν το ’χω πάρει χαμπάρι; Γιατί πιστεύεις πως τώρα είμαι δυνατή κι όταν στο έλεγα εγώ με αμφισβητούσες, ε; Ξέρεις κάτι που δεν ξέρω;

Είναι κι η φίλη μου που μου λέει πως θα έρχεται τα βράδια να με παίρνει να βγαίνουμε. Όσο το λέει, τόσο ξέρω πως δεν θα το κάνει. Είναι από εκείνες που κάνουν ένα σωρό σχέδια και μένουν μετέωρα. Δε το αντέχω αυτό. Πίνω μια γουλιά και της χαμογελάω. Άστη να λέει. Ξέρω πια πως έχει ανάγκη να το πιστεύει. Εδώ δεν σηκώνει παρά μόνο να της πω «ναι, αμέ. Να ’ρχεσαι!»

Μα ναι. Είναι κι άλλοι μου γνωστοί. Άλλοι φιλαράκια, άλλοι πρώην κι άλλοι επίδοξοι εραστές. Να κανονίσουμε, να πάμε, να δούμε, να πιούμε, να κάνουμε, να δείξουμε, να να να! Πόσο θέλω να τους ρίξω κατάμουτρα πως μπούχτισα με τις αηδίες. Και γιατί όμως να το κάνω; Αφού το ξέρουν. Όπως ξέρω πως έχουν μπουχτίσει κι αυτοί. Γι’ αυτό έχουν το ίδιο βλέμμα. Εκείνο του σούρουπου του ξεφτισμένου στην άκρη της μέρας. Εκείνο που βαστάει δάκρυ μη πέσει και κάνει θόρυβο. Εκείνο που έχει μέσα του κλεισμένο κάποιες λέξεις που δεν ξεστομίζονται. Εκείνο που σιωπηλά παραδέχεται όσα δεν μπορεί το υπόλοιπο σώμα να εκφράσει.

Θα μου πεις, η ζωή είναι στιγμές που πρέπει να τις κάνουμε όσο μπορούμε πιο... μπλα μπλα μπλα...και μπλα μπλα μπλα...Ναι, δεν αντιλέγω. Όλα είναι χρόνος. Κι όλα αέρας. Και χώμα και βροχή. Κι εμείς κάτι ψυχές που ψάχνουμε τις ψυχές μας και δεν πρόκειται να τις βρούμε ποτέ. Όχι γιατί μας έχουν ξεφύγει, ή μας έχουν εγκαταλείψει, ή δεν βρήκαν εκείνες τον δρόμο να έρθουν σε μας, ή εμείς τον τρόπο να τις ανακαλύψουμε. Μα επειδή κάπου στη μέση της διαδρομής βλέπεις πως όσο ψάχνεις, τόσο χάνεσαι. ΄Η βρίσκεις κάτι άλλο και κάνεις στάση. Είτε αναγνωρίζεις τι είναι αυτό, είτε όχι. Και το θέμα είναι πως δεν μπαίνεις πλέον στον κόπο να το κρατήσεις. Γιατί βαρέθηκες να μαζεύεις πλέον άλλες μελλοντικές άσκοπες αναμνήσεις. Πιάνουν χώρο. Κι εσύ θες αέρα. Θες άνεμο να μπαίνει ανάμεσά σου και να σου τυραννάει τα μυαλά. Τα ρούχα. Τις εκφράσεις. Τις αισθήσεις. Θες αγέρια να σου ανακατώνουν τα μαλλιά, όσο προλαβαίνεις. ΄Οσο υπάρχουν. ΄Οσο έρχονται. Γιατί τα έμαθες, τα τελευταία χρόνια, αυτά τουλάχιστον – τα μακριά σου τα μαλλιά - να είναι λεύτερα...

...χωρίς κοκαλάκια...


.

Σάββατο 13 Μαρτίου 2010

Δέκα και τέσσερα






Γενέθλιες μέρες. Έτσι, για να σου θυμίζουν πως κάποτε ξεπετάχτηκες από μήτρας σπασμούς. Για να σου θυμίζουν πως υπάρχουν αιτίες που δε θες να σκέφτεσαι το παρακάτω. Τι νόημα έχει άλλωστε;


Όλα γίνονται σύμφωνα με τους χρΙσμούς...



Στις δεκατέσσερις ζαριές ήρθα. Κι από τότε όλο φεύγω.












( τα σχόλια, αγαπημένοι μου, για λίγο καιρό θα είναι κλειστά και στα δύο μου μπλογκς)


.

Κυριακή 28 Φεβρουαρίου 2010

Χωρίς απο- λογισμό





Θα ξεπλύνω στον καταρράκτη των ευχών κάτι σπαρμένες επιθυμίες που κρατούσα μέσα μου για χρόνια. Η κυρά της λίμνης περιμένει να ανακατέψει ακόμη μια προσευχή στο λάκκο με τις περίσσιες φλέβες. Τόσοι και τόσοι έχουν ρίξει τα νομίσματά τους έτσι άδικα, νομίζοντας πως τα στοιχειά εξαγοράζονται. Μα τι χαζές που είναι οι θνητές ψυχές. Υπάρχουν άραγε θνητές ψυχές; Νομίζω πως αν δεν ήταν θνητές, θα κουβαλούσαν λίγη γνώση απ’ το παρελθόν. Μα, ανίκανες να ερμηνεύσουν τα φεγγάρια, εξακολουθούν να πιστεύουν στο κάλεσμα του ονειρικού και το δελεάζουν με φθαρμένη ουσία. Όχι, όχι. Δεν μπορώ να αντέξω ένα ψέμα τόσο φανερό. Χρυσή μορφή έχει η παραπλάνηση και δε μου ταιριάζει.

Γιατί εσένα που αποκαλώ θεέ μου, αφήνεις τις λίμνες να βουλιάζουν σε δάκρυα ξωτικόμορφων αερικών που αναζητούν να γίνουν πίστη;

Επιθυμώ να έρθεις κοντά μου, εσένα λέω αγαπημένε, και να μου προσφέρεις εκείνο το τριαντάφυλλο που δεν φυτρώνει πια στα σωθικά σου. Το μάρανε το φαρμάκι που του στάζεις. Ναι, εσύ το στάζεις και δεν το ’χεις καταλάβει μιας και δεν αφήνεις να ανθίσει ένα μπουμπούκι ακόμη. Ξέρεις, δεν είναι το χρώμα του που έχεις μισήσει, είναι ο εαυτός σου πλέον που φοβάται την άνοιξη. Και ίσως δεις, ότι οι αποχρώσεις που βλέπουμε εμείς είναι εκείνες που υπάρχουν κι όχι αυτές που μας δείχνουν όσοι θέλουν να μας βάλουν σε δίχτυα με διαμάντια.

Θα μπορούσα να είχα αγαπήσει ακόμη έναν εφιάλτη μα με εμπόδισε το μονό έτος. Έτσι εξηγείται γιατί με κυνηγούν τα ζυγά. Το μηδέν άραγε, πώς να το λογίσω; Ως τίποτα; Υπάρχει κάτι καλύτερο απ’ του τίποτα τα μέρη; Αχ...πόσο θα ήθελα να είχαμε την ίδια σκέψη. Να βαδίζαμε, λέει, σε μια γυάλινη απόκρημνη ράχη και να έσπρωχνε ο ένας το σύννεφο του άλλου προς το αιχμηρό βουνό της θλίψης μας. Να τα βλέπαμε να κάνουν έρωτα και να ποτίζουν ειρωνεία το τελευταίο αγριολούλουδο που φυτρώνει στο κενό αέρος. Και να ανασταινόταν η φύση βάφοντας τη βροχή απ’ το άρωμα μιας εκπληρωμένης πεθυμιάς. Τι όμορφο που θα ήταν, ε;

Κι αν συμφωνείς, θα μου το πεις;

Έχω γονατίσει στο κάλεσμα που έκανα. Τρεις φορές είναι ο απολογισμός μου. Δε νιώθω επαίτης κι ούτε είχα μόνιμη γωνιά για να γνέφω. Όχι, όχι. Ούτε του δρόμου ένιωσα. Δεν ξέρω άλλωστε πώς θα ήταν αυτά τα συναισθήματα οπότε μάλλον άκυροι οι χαρακτηρισμοί. Απλά, θα ήθελα να ξέρεις – να ξέρετε – ότι εσάς είχα στο μυαλό όταν στόλιζα μέλι το κυπαρίσσι που θα φιλοξενήσει το φθαρτό μου. Αλλά δεν πειράζει...ξέρω πως πάλι θα κάνω νεύμα. Όχι για προσφορά, αλλά για δόσιμο. Κι αυτό είναι που τρομάζει. Το να βλέπει ο άλλος πως υπάρχει κάποιος που προσφέρει χωρίς να ζητά. Σου λέει, ψεύτικο θα είναι και τούτο. Κάτι άλλο κρύβεται από πίσω. Γι’ αυτό και δεν μπορεί κάτι να αλλάξει. Γιατί δεν το αφήνουμε. Δεν το αφήνετε...

Τι κάθομαι και λέω, ε; Στάζει μελαγχολία το λικέρ που ζεσταίνω στις καυτές στάχτες του τζακιού μου. Το έβαψα πορτοκαλί. Σου άρεσε, μάτια μου, που το είδες. Φάνηκε στο χαμόγελό σου. Τουλάχιστον βγήκε και κάτι καλό από αυτό. Για λίγο χαμογέλασες ξανά. Δε βαριέσαι.

Θα σου φύγω πάλι. Το ξέρω.

Το ξέρω...


.