Σάββατο, 9 Αυγούστου 2008

Στα πόδια μου...





Μ’ έχουν πει θάλασσα. ΄Ηρεμη κι ανταριασμένη. Με λάμψεις κι αποχρώσεις. Με βάθη απάτητα. Με κύματα που πνίγουν και ρουφήχτρες που στροβιλίζουν. Γαλάζια και μαύρη. Διάφανη και προκλητική. Σκούρα και απρόσιτη. Μυστήρια και σαγηνευτική. Στάσιμη ποτέ. Όσοι βουτούν ξέρουν από πριν το πώς. Χωρίς ανάσα. Γι’ αυτό, σπάνια να βγει αλώβητος κανείς. Μα πού οι τολμηροί;

΄Ετσι έλεγα!

Και βρήκα έναν ίδιον. Με ρηχά και βαθιά. Με χρώματα και σκιές. Με ορμή. Με ρεύμα. Με αέρα. Με ίσιωμα και στροφές. Με βοή. Με ρυθμό. Με άκουσμα και ψιθύρους.

Κι έμεινα πάνω του για ώρα. ΄Ορθια. Στητή. Με τα πόδια ανοιχτά. Με κομμένη την ανάσα. Να τον κοιτώ κι αυτός να μην διστάζει να με παίρνει. Με το έτσι θέλω. Δίνοντάς μου τις στάλες του. Τα στοιχεία του. Τους χυμούς του. Υγραίνοντας όλη μου την ύπαρξη. Κάνοντας τους παλμούς μου δυνατότερους λεπτό με το λεπτό. Να ανακατεύει τη φύση μου και να με μεταμορφώνει. Να του δείχνω αυτό που είμαι κι αυτό που δεν ξέρω ότι έχω. Να κοιτά τ’ απόκρυφά μου και να τα οργώνει. Να τα γεύεται. Να μου τα δροσίζει. Παντού. Βαθιά. Μέσα Και πάλι έξω.

Να σκύβω και να τον πίνω. Χωρίς χέρια. Και να τον ακούω ν’ αναστενάζει. Να χύνεται και να μη σταματά. Κι εγώ να προσπαθώ να κρατηθώ σ’ ένα πάρσιμο με διάρκεια.

Κι έμεινα όσο χρειάστηκε για να μου μείνει αξέχαστος. Όσο έπρεπε για να μου θυμίσει τα θέλω μου. ΄Οσο μπόρεσα για να ’χω τη δύναμη να φύγω. ΄Οσο, για να επιβεβαιώσω ξανά πως τα ίδια δεν μένουν για πολύ μαζί. Είναι φτιαγμένα για να ανοίγουν δρόμους μοναχικούς. Με διαβάτες περαστικούς. Με αρώματα που όσο και να ανακατευτούν μεταξύ τους, αποκτούν και πάλι τη μοναδικότητά τους. Γιατί έχουν το χάρισμα της ροής.

Θα τον δω αν τον θελήσω ξανά. ΄Η αν ακούσω το κάλεσμά του. Την προτροπή του. ΄Η την επιθυμία του. ΄Η την ανάγκη τη δική μου να ανανεώσω την ύπαρξή μου.

Το μόνο που ήξερα ήταν το όνομά του. Κι αυτό που μου έμεινε είναι η επιβλητικότητά του. Η κυριαρχία του. Και η υποταγή του. Μα πιο πολύ, ο τρόπος του. Το πώς ανακατευόταν και μουρμούριζε ανάμεσά μου.

Είναι ορισμένοι που ξέρουν να σε κάνουν να τους συλλογιέσαι και ν’ ανατριχιάζεις...

Αν χρειαζόταν να βάλω λεζάντα στη στιγμή, μία θα ήταν: Ο Νέστος στα πόδια μου...