Τετάρτη, 19 Νοεμβρίου 2008

Παιχνίδια με τις (λ)έξεις




Όνειρο. Ξύπνησε και φόρεσε μπουρνούζι λευκό. Τεντώθηκε και τίναξε τα μαλλιά του με μια κίνηση. Έβ(γ)αλε έναν ψίθυρο πίσω, εκεί που ανήκε. Σε κάτι χείλη ζωντανά που ακόμη δεν είχαν ξυπνήσει. Πήγε στην κουζίνα. Φόρεσε τη μάσκα των εν-νέα με πέντε. Ήπιε καφέ και (ξε)κλείδωσε. Βγήκε...


Σιωπή. Γονάτισε κάτω απ’ το κρεβ-άτι. Κάτω απ’ το τραπέζι. Ακόμη και κάτω απ’ τον καναπέ. Τι(ποτα)! Πού είχαν πάει τα φωνήεντα; Το ήξερε πως το «α» θα είχε παρα-σύρει και τα υπόλοιπα. Είχε δυνατή φωνή αυτό το «α». Ήξερε να επι-βάλλεται. Σηκώθηκε. Είχε λερώσει τα γόνατά της και έκανε μια γκριμάτσα ροζ. Να πάρει η ευχή. Θα συμ-βιβα-στεί πάλι με συμ-φων(ι)α που δεν θέλει...


Συνάντηση. Στο ασανσέρ του κτιρίου που τους έθρεφε με ξεπε(ρα)σμένες συγ-κινήσεις. Της έκλεισε το μάτι πονηρά και του ’κανε χαμόγελο. Πάτησαν το Νο 5 και οι δυο. Τα δάχτυλά τους άγγιξαν λίγο ουρανό κι ένα άστ(ρ)ο αποφάσισε εκείνο το βράδυ να γίνει περισ(σσσ)σότερο μωβ απ’ ότι βαφ-όταν συνήθως...


Ρ(αντε)βού. Στις δέκα για συνηθισμένες απολαύσεις περι-λαμβάνουσες μουσική και φαγητό. Απαραίτητες όμως για μια αρχική καθώς πρέπει γνωριμία δυο ταιριαχτών φαινομενικά χαρακτήρων που ίσως (απο)δεικνύονταν στη συνέχεια ένα φιάσκο και μισό. Μα χωρίς ρίσκο πώς θα δια-πιστωθεί αν το όνειρο ζει στη σιωπή;


Εμ-πνέω. Χωράφι του νου η φαντασία του και το ήξερε. Πέρ-ασε στο λαιμό το κόκκινο μεταξωτό μαντίλι κι αντί να το δέσει κόμπο, το έσκισε σε δυο μεριές. Ύστερα έκλεισε το μάτι στον καθρέφτη. Η (αντι)θεση του σχετικά με τα πράγματα ήταν να τα βλέπει πάντα ανα-σκευάζοντας τρόπους ασύμ-βατους με το συν-εθισμένο. Την είδε μα την είχε φανταστεί αν-επιτήδευτη. Η πρώτη εν-τύπωση ήταν ξεν-ερωτική...


Απ(απ)αστρα-πτουσα. Ήρθε στην ώρα της φερμένη από όραμα, οπ-τασία ενός σκοτεινού ρυθμού μέσα από του κατα(ρ)ρα-κτη τη ροή. Ξέ-πλυνε όλο το βράδυ μνήμες λικνίζοντας το γυμνό της κορμί κάτω από τις στάλες της (πε)περασμένης της ζωής ρέοντας πορτοκαλί από-ηχους. Μέχρι το τέλος της νύχτας είχε μετα-μορφωθεί σε μια καινούργια ανυπα(ρ)ξία που απο-ζητούσε ακόμη κάποια ατίθασα χαμένα φωνήεντα...


Χώρισαν πριν καν ξανα-βρεθούν, κάτω από τις στάλες μιας υγρής ομίχλης που άπλωνε την παρ-ουσία της στο πλακόστρωτο. (Χαμο)γέλασαν διαπιστώνοντας πως είχαν φτιάξει μια εξ-αίρεση που τους έδωσε έναυσμα να συνεχίσουν την πορ(ν)εία τους ακροβατώντας σε τρι(γ)μμένα γεφύρια αναζητώντας πολέμιους χαμένων σιωπηλών ονείρων για να απο-δείξουν πως οι κανόνες επι-βεβαιώνονται κάπου γύρω στο (ε)ξημέρωμα...


...κι ήταν ακόμη μεσα-νυχτα...

.