Τετάρτη, 26 Νοεμβρίου 2008

Παρα-φρονώ!






Προχώραγε στη χώρα του τίποτα κι έπεσε ένα γαμίδι στο κεφάλι της. Από κάποιο παραθύρι ξέφυγε και της ήρθε στο δόξα πατρί. Έτσι είναι με τα γαμίδια. Εκσφενδονίζονται κι όποιον πάρει ο χάρος. Άραγε σαν παίρνει ο χάρος το κάνει καλά ή είναι κι αυτό ξενέρωτο όπως με τον Αντώνη; (άσχετο). Φόραγε τα μίνια με την κάλτσα τη σιλικονάτη μέχρι το μπούτι και το πουκάμισο ξεκούμπωτο ίσαμε κάτω. Έτσι γουστάρει να περπατάει. Να γλύφει ο αέρας τα σωθικά. Κι όταν ο καιρός το ξεπαγιάζει το πράμα, ακόμη καλύτερα. Όλο και κάποιος πρόθυμος θα βρεθεί να τη ζεστάνει.


Μα στη χώρα του τίποτα, κι αυτό σπάνιο είναι. Μόνο γαμίδια υπάρχουν. Ξεπεταμένα, πούστικα, λερωμένα, αχρεία γαμίδια του κερατά. Που νομίζουν πως επειδή τα ξεστόμισε κάποιος πήραν κεφάλι. Χα! Σιγά το ουσιαστικό που θέλει και πρόθεση (ρε συ, τι να κάνει ο Βασιλάκης; Να ’μαθε πού του ’παν τα τέσσερα;).


Ο ήλιος χασκογέλαγε και της έσπαγε τα τσατάλια. Της αρέσει η βροχή και το λέει. Κάποιος μαλακοκαυλάκος της είπε τις προάλλες πως το λεν πολλοί αυτό γιατί είναι μόδα. Ρε άντε πάγαινε να κουρέψεις κάνα πρόβατο που θα μου πεις εμένα τι μ’ αρέσει και γιατί. Κι αν κάποιος δεν μπορεί να υποστηρίξει αυτό που γουστάρει, θα φανεί στη συνέχεια. Μα εδώ στη χώρα του χάμου η υπο-στήριξη έχει πάει περίπατο. Θέλει χαπάκι ανόρθωσης. Και ποιος έχει κάτι για να του ανορθωθεί εδώ που τα λέμε; Όλοι στο ψαχτήρι το ’χουν ρίξει. Κρίμα την υπόθεση που θέλει να δώσει και ρεπό στις ψιχάλες.


Η κατατραπακιά με το γαμίδι την συνέφερε κάπως. Έπιασε τον πόντο που πήγε να της φύγει και τον έδεσε γύρω απ’ τον λαιμό. Ύστερα βρήκε ένα δέντρο που αντί για κλαριά είχε οχιές σφυρίζουσες. Την κέρασαν δηλητήριο και το ’πιε μονοκοπανιά. Χασκογέλασε σαν αλήτρω και κάθισε ανακούρκουδα στη ρίζα. Ο ήλιος έδυε κι εκείνη ατένιζε τους πέρα κάμπους.


Σαν άρχισε να ποτίζει με το καυτό της ρυάκι τα ξερόχορτα, μια αστραπή φάνηκε απέναντι στην χώρα του φεύγα. Σιγά μη πήγαινε από κει. Το κουνημένο της μυαλό της υπαγόρευε πως αν σερνόταν με την όπισθεν θα χτύπαγε την τελευταία της λατρεμένη ηδονή στ’ αχαμνά. Και ο ήχος που θα έβγαζε αυτός ο καριόλης θα ’ταν βάλσαμο στην λογική της. Από καιρό ήθελε να θεραπεύσει το «πρέπει». Καιρός να παραφρονήσει απενοχοποιημένη. Για να το χαρεί περισσότερο.


Ξεκίνησε με βλέμμα υστερικό. Στον δρόμο θα έγδερνε τον χρόνο απ’ την ανάποδη. Γουστάρει να πηγαίνει κόντρα στην ζωγραφιά που την έχουν κλεισμένη. Να δεις που θα βρει και τρόπο να σπάσει την κορνίζα. Έτσι γίνεται με τις αλόγιστες λόγιες του λόγου. Γαμούν τα σύννεφα να χύσουν μέλι. Κι αυτή ότι είχε αρχίσει να επαναπροσδιορίζεται...


.