Κυριακή, 1 Φεβρουαρίου 2009

Χύνομαι...




Με κίνηση στο κοντά. Με την αίσθηση του «ναι», του «θέλω», του «μετά», του «τώρα», του «ξανά». Μπλούζα ανοιχτή με τους ώμους έξω, μαύρο στοιχειό που έφυγε απ’ της πέτρας το χτίσιμο. Γδαρμένο ξωτικό του όχι με τσαλαπατημένο μη και θαμμένο στις τρύπες μιας αρχαίας αγοράς. Γύρω ρολόγια χωρίς χρόνο. Τίποτα τυχαίο όταν δεν πιστεύεις στην τύχη...


Σταυροπόδι. Καπνός με ομίχλη και άρωμα αγγίγματος. Κόκκινο. Και λευκό. Με δυο πάγων ήχο...


«Μεθάς εύκολα...»


«Μεθάω εύκολα...»


Ημίφως. Αίσθηση αντανάκλασης. Χροιά τελετής. Τι λένε οι λέξεις όταν ιστορούν; Πώς ακούγονται όταν η τονικότητα αναστενάζει; Τι χρώμα βάζεις στον κάθε πίνακα που σχηματίζεται μπροστά σου; Ένα; Πολλά; Ξέρεις από χρώματα. Κι από σκιές. Κι από συνδυασμούς. Όπως ξέρεις πως δεν είναι ανάγκη να ρίξεις πινελιά για να φτιάξεις εικόνα. Αφού μπορείς να είσαι η ίδια η εικόνα...


Άγγιγμα. Κι άλλο. Και κάτι χωρίς. Κι ένα φεύγα μες το φεύγα. Είσαι ειδική στο φεύγα. Ευτυχώς που μερικοί καταλαβαίνουν. Και δεν χρειάζεται να δίνεις εξηγήσεις (και πότε έδινες;)...


Χαμόγελο. Μισόκλειστα βλέφαρα. Κι ένα αγκάθι που προσπαθείς να μη του δίνεις σημασία. Πότε έρχεται πότε φεύγει. Ίσως κανείς να μη καταφέρει να στο βγάλει. Ίσως επειδή δεν αφήνεις κάποιον να στο βγάλει. Το σκέφτηκες αυτό; Γιατί σ’ αρέσει να αγγίζεις τις πληγές σου και να τις κάνεις να αιμορραγούν; Τόσο πολύ γουστάρεις το αίμα σου;


Ακούς κάτι; Ρέει. Εκεί στην παλιά τη βρύση. Κυλάει. Ανάμεσα απ’ τις χαραμάδες. Φεύγει. Στου αόρατου τα μονοπάτια. Έρχεται. Απ’ του πουθενά τα μέρη. Και χύνεται. Μέσα σου...έξω σου...δίπλα σου...πάνω σου...


Εσύ είσαι. Ακόμη δεν το πήρες είδηση; Χύνεσαι...


...χύνεσαι...







.