Δευτέρα, 17 Αυγούστου 2009

Κοινή συνθήκη




Η μια σκέψη ήταν να φύγω. Να πέσω μπροστά σου στην άκρη της προβλήτας και να αφήσω πίσω μου το τελευταίο διάφανο πέπλο που μου απέμεινε.


Να χρωματίσω με κραυγή το ηλιοβασίλεμα και να στάξει μέλι στα χείλη σου. Να γευθείς απόσταξη χαμένων παραδείσων. Και να μείνεις να αναρωτιέσαι γιατί πρόλαβα να χαθώ απ’ την έβδομη ζωή μου χωρίς αντίο.


Με τη δεύτερη σκέψη, άρπαξα τη μέση σου κι έφερα μια γύρα γύρω απ’ τον κόσμο. Σου κόπηκε η λέξη που πήγες να ψελλίσεις κι έβγαλες μαύρα φτερά που τα φόρεσες στις βάρκες. Χάθηκαν στο πέλαγο κι ο μόλος έμεινε αδειανός. Μόνο κάτι δίχτυα φανέρωναν ότι κάποτε ίσως και να είχε υπάρξει μυρωδιά αναστεναγμών από κουρασμένους ψαράδες.


Σου έδωσα αέρα και συνήλθες. Μα δεν ήσουν ο ίδιος που ήξερα. Φοβήθηκες το βλέμμα μου και μεταμορφώθηκες σε φυλακή του εαυτού σου. Ξέρεις τι χρώμα παίρνουν τα μάτια σου πίσω από υγρά μπουντρούμια; Το χρώμα που έχει η σκιά όταν πάνω της γδέρνονται ανεκπλήρωτα κάτι. Γέλασα δυνατά και σε πέταξα από πάνω μου σα βρώμικο νερό. Σε έφτυσα σα μικρόβιο που κολυμπούσε στο στομάχι μου και σάπιζε τις λίμνες μου.


΄Ισως, ανύποπτε ιχνηλάτη μου, γυρίσεις κάποτε απαλλαγμένος από ενοχές για να σκοντάψεις στο ηλιοβασίλεμα που ξέχασες στη χούφτα μου. Μα δε θα είμαι εδώ να σου διευκολύνω το σκαρφάλωμα, γιατί νιώθω πως οι ζωές που μου έχουν απομείνει θα μοιραστούν στης γης τα τερτίπια. Κι εσύ πλέον κατάντησες…


…τόσο κοινή συνθήκη…






.