Παρασκευή, 19 Μαρτίου 2010

Χωρίς στα μαλλιά κοκαλάκια





Με βλέμμα βαμμένο στο χρώμα του σούρουπου. Χαμένο σ’ ένα κάτι που θα μπορούσε να είναι και τίποτα. Ίσως να είναι και τίποτα και να θέλω απεγνωσμένα να δω πως είναι κάτι. Και θυμάμαι τη ρήση μου. Πως το καθόλου δεν είναι ποτέ λίγο. Και πόσο πολύ έχω ανάγκη να το πιστέψω αυτό και να το τηρώ. Μα δεν τα καταφέρνω πάντα. Και μένω και βυθίζομαι σε ένα λίγο που όμως είναι τόσο αρκετό ώστε να με πνίξει. Σε μια κουταλιά δε πνιγόμαστε, άλλωστε; Γιατί αυτό να είναι διαφορετικό;

Ένα μαντίλι στη μέση κι ένα αόρατο στο λαιμό που με σφίγγει. Κόμπος. Ναι, οι φιόγκοι είναι παρελθόν. Παντός είδους. Κι ένα κραγιόν σκοτωμένο να παραπέμπει σε φύλλα που σαπίζουν στα μέσα της φθινοπωρινής βροχής. Στο δάσος όλα φαντάζουν αλλιώς. Είναι στο περιβάλλον τους. Στα χείλη πάνω όμως, παραπέμπουν αλλού. Κυρίως στο φθινόπωρο που έχεις μέσα σου. Μα δεν μπορείς να κάνεις αλλιώς. Το δείχνεις. Θες δε θες. ΄Ισως επειδή σ’ αρέσει κιόλας.

Θυμάμαι που μου έβαζε στα μαλλιά μου κοκαλάκια και γω δεν ήθελα. Γιατί μαμά; Γιατί ήθελες να με κάνεις να δείχνω κάτι που δεν ένιωθα πως ήμουν; Γιατί μ’ έβλεπες έτσι όπως ήθελες εσύ να με βλέπεις; Γιατί θα έπρεπε να μου σφίγγεται το κεφάλι τόσες ώρες καθημερινά για τόσα χρόνια; (Και γιατί εγώ δεν τα έβγαζα όταν έβγαινα απ’ το σπίτι;)

Θυμάμαι και κάτι εσώρουχα που φορούσα και μου κάλυπταν την κοιλιά. Ζεστά ήταν. Βαμβακερά. Μετά, πήγαν πιο κάτω. Τα υφάσματα άλλαξαν και το κόψιμο έγινε αλλιώς. Ή μάλλον, το προτιμούσα αλλιώς. Για να αισθάνομαι πιο γυναίκα; Δε ξέρω. Ίσως. Βλέπεις, όταν κάνεις τις μεταβάσεις σου, αυτό αγγίζει και τα εσώρουχα. Και τον τρόπο που φτιάχνεις την φράντζα, επίσης. Καθώς και τον τρόπο που πετάς τα παλιά σου αξεσουάρ στο κουτί με τις αναμνήσεις, μέχρι να αποφασίσεις να το πετάξεις κι αυτό. Γιατί έχει μάτια και σε βλέπει, το γαμημένο. Και κάποτε πρέπει να του τα σφαλίσεις. Μια κι έξω. Σα τις στάχτες όταν τις πετάς στο χώμα.

Είπα στάχτες και σκέφτηκα μια κουβέντα που είχα τις προάλλες. Μόνο εμένα, λέει, εμπιστεύεται να πάω να τον κάψω και να πετάξω τις στάχτες του στο ποτάμι του χωριού του. Γιατί ρε μπαμπά; Γιατί μου το κάνεις αυτό, ε; γιατί; Γιατί με θεωρείς τόσο δυνατή και με επιφορτίζεις με κάτι τέτοιο; Πίστεψες κι εσύ αυτό που δείχνω; Ή μήπως είμαι τόσο δυνατή και δεν το ’χω πάρει χαμπάρι; Γιατί πιστεύεις πως τώρα είμαι δυνατή κι όταν στο έλεγα εγώ με αμφισβητούσες, ε; Ξέρεις κάτι που δεν ξέρω;

Είναι κι η φίλη μου που μου λέει πως θα έρχεται τα βράδια να με παίρνει να βγαίνουμε. Όσο το λέει, τόσο ξέρω πως δεν θα το κάνει. Είναι από εκείνες που κάνουν ένα σωρό σχέδια και μένουν μετέωρα. Δε το αντέχω αυτό. Πίνω μια γουλιά και της χαμογελάω. Άστη να λέει. Ξέρω πια πως έχει ανάγκη να το πιστεύει. Εδώ δεν σηκώνει παρά μόνο να της πω «ναι, αμέ. Να ’ρχεσαι!»

Μα ναι. Είναι κι άλλοι μου γνωστοί. Άλλοι φιλαράκια, άλλοι πρώην κι άλλοι επίδοξοι εραστές. Να κανονίσουμε, να πάμε, να δούμε, να πιούμε, να κάνουμε, να δείξουμε, να να να! Πόσο θέλω να τους ρίξω κατάμουτρα πως μπούχτισα με τις αηδίες. Και γιατί όμως να το κάνω; Αφού το ξέρουν. Όπως ξέρω πως έχουν μπουχτίσει κι αυτοί. Γι’ αυτό έχουν το ίδιο βλέμμα. Εκείνο του σούρουπου του ξεφτισμένου στην άκρη της μέρας. Εκείνο που βαστάει δάκρυ μη πέσει και κάνει θόρυβο. Εκείνο που έχει μέσα του κλεισμένο κάποιες λέξεις που δεν ξεστομίζονται. Εκείνο που σιωπηλά παραδέχεται όσα δεν μπορεί το υπόλοιπο σώμα να εκφράσει.

Θα μου πεις, η ζωή είναι στιγμές που πρέπει να τις κάνουμε όσο μπορούμε πιο... μπλα μπλα μπλα...και μπλα μπλα μπλα...Ναι, δεν αντιλέγω. Όλα είναι χρόνος. Κι όλα αέρας. Και χώμα και βροχή. Κι εμείς κάτι ψυχές που ψάχνουμε τις ψυχές μας και δεν πρόκειται να τις βρούμε ποτέ. Όχι γιατί μας έχουν ξεφύγει, ή μας έχουν εγκαταλείψει, ή δεν βρήκαν εκείνες τον δρόμο να έρθουν σε μας, ή εμείς τον τρόπο να τις ανακαλύψουμε. Μα επειδή κάπου στη μέση της διαδρομής βλέπεις πως όσο ψάχνεις, τόσο χάνεσαι. ΄Η βρίσκεις κάτι άλλο και κάνεις στάση. Είτε αναγνωρίζεις τι είναι αυτό, είτε όχι. Και το θέμα είναι πως δεν μπαίνεις πλέον στον κόπο να το κρατήσεις. Γιατί βαρέθηκες να μαζεύεις πλέον άλλες μελλοντικές άσκοπες αναμνήσεις. Πιάνουν χώρο. Κι εσύ θες αέρα. Θες άνεμο να μπαίνει ανάμεσά σου και να σου τυραννάει τα μυαλά. Τα ρούχα. Τις εκφράσεις. Τις αισθήσεις. Θες αγέρια να σου ανακατώνουν τα μαλλιά, όσο προλαβαίνεις. ΄Οσο υπάρχουν. ΄Οσο έρχονται. Γιατί τα έμαθες, τα τελευταία χρόνια, αυτά τουλάχιστον – τα μακριά σου τα μαλλιά - να είναι λεύτερα...

...χωρίς κοκαλάκια...


.