Κυριακή, 16 Μαΐου 2010

Ό,τι δε λύεται. Ξανά.





Την πρώτη φορά που είχα πάει στον δήμιο, δεν έκανε τη δουλειά του σωστά. Αν θυμάμαι καλά, του είχα ζητήσει να μου πάρει την πνοή την ώρα που το τελευταίο σ’ αγαπώ φώναζε μέσα στις κυψέλες του νου μου. Του είχα ζητήσει να σκύψει και να πάρει απ’ ευθείας απ’ τα χείλη μου την κόκκινή μου ανάσα. Δώρο μου, σε αυτόν που μεταθανάτια πλέον, θα τον είχα ονομάσει ως λυτρωτή.

Μα κάτι πήγε λάθος. Κάτι στο τελευταίο δευτερόλεπτο ξέφυγε απ’ τα δικά του χείλη και άφησε χώρο να πετάξω. Και να μεταμορφωθώ ξανά. Έτσι, καταραμένη γύρισα σ’ έναν κόσμο απ’ τον οποίο απελπισμένα ζητούσα να φύγω. Κι έκανα πάλι τα ίδια λάθη. Σα το κουρδισμένο κάτι που του γυρνά ένα αόρατο χέρι τις στροφές για να κάνει τις ίδιες διασκεδαστικές ή απελπισμένες κινήσεις.

Τον είδα ξανά και τούτο το ξημέρωμα. Ακόνιζε και πάλι τη ματωμένη κόψη απ’ το σωτήριο εργαλείο που είχε γίνει ένα με το δυνατό του χέρι. Με γνώρισε. Μα αυτή τη φορά έπρεπε να κάνει το χρέος του καλύτερα. Δεν είχε περιθώρια να κάνει αλλιώς. Γιατί πλέον, ήμουν κάτι άλλο απ’ αυτό που του είχα παρουσιασθεί εκείνη την πρώτη τη φορά.

Κρατούσα στο χέρι τα ξωτικά μου. Είχα φροντίσει να τα δασκαλέψω καλά. Όσο και να μη με ακούνε, είναι στιγμές που ξέρουν πως μάταια θα βγάλουν λαλιά αντίρρησης. Το ένα στο ένα μου χέρι. Το άλλο, στο άλλο. Μάλιστα, το προηγούμενο βράδυ, την ώρα που κοιμόντουσαν, τους είχα πάρει τη φωνή. Μην ουρλιάξουν. Και τους είχα θολώσει και το βλέμμα. Μη δουν. Μα έπρεπε να τα έχω μαζί μου. Για να πάρουν απόφαση πως πλέον θα πορευτούν μόνα. Ευκαιρία να γίνουν και πιο υπεύθυνα. Τα ξωτικά, άλλωστε, κάποια στιγμή πρέπει να απελευθερωθούν απ’ τους δεσμούς τους διαμαντένιους. Και να πάρουν τα δικά τους φτερά. Ήρθε λοιπόν η στιγμή, που ο δήμιος θα καταλάβαινε πως δεν χωράν περιθώρια λάθους.

΄Ενα καινούργιο σ’ αγαπώ ήρθε στριφογυρίζοντας πάνω μου. Το άφησα να υπάρχει. Δεν είχε νόημα να το διώξω, αφού φωτοστέφανο ήθελε να γίνει στην τελευταία μου ώρα. Έτσι κι αλλιώς, αφήνοντας μια τελευταία πνοή ακόμη, δεν θα το έπαιρνα μαζί μου. Ήξερα πολύ καλά πού θα πάω τούτη τη φορά. Κι επιστροφή δεν θα υπήρχε. Είχα φροντίσει να αρωματισθώ με της λήθης τον καημό. Σίγουρα τα αποτελέσματα σ’ αυτό το μαγικό.

Στη συνέχεια, δε θυμάμαι πολλά. Κι ούτε μπορώ να περιγράψω περισσότερα. Σημασία έχει, πως ο δήμιος πάλι κάτι δεν έκανε σωστά. Πού το κατάλαβα;

Αυτή τη φορά ένιωσα το θάνατό μου. Και πόνεσα. Άκουσα και τα ξωτικά που βουβά παρακαλούσαν. Δεν είδα καν το ξημέρωμα να ανατέλλει. Το τελευταίο κόψιμο στην άκρη του λαιμού μου ήταν άγαρμπο, γρήγορο, σπασμωδικό. Ο δήμιος, λες και εκπαιδευόταν πάνω μου. Μα γιατί; Τόσους θανάτους είχε στο ενεργητικό του. Εμένα γιατί δεν μπορούσε να με σβήσει όπως μου πρέπει;

Ας είναι, όμως. Το χρέος μου, στη δεύτερη ζωή μου το είχα κάνει. Τούτη τη φορά κατάφερα κι έδωσα υλικό σε έναν σκοτεινό κόσμο να πάρει χαμόγελο ικανοποίησης. Αυτή ήταν η καταδίκη της επιστροφής μου. Να παίζω το ρόλο της υπόκλισης σε ένα κοινό που αρέσκεται να χειροκροτεί σε κάθε παραστράτημά μου. Και το έκανα καλά. Πολύ καλά. ΄Οσο για τα δικά μου συναισθήματα;

...Ποιος νοιάζεται για ένα φάντασμα ακόμη;