Τρίτη, 7 Σεπτεμβρίου 2010

Κοίτα με...




Νιώθω μόνη απόψε. Νιώθω τόσο μόνη απόψε. Σα να με κυκλώνει το φεγγάρι και να θέλει να πιαστεί απ’ τις ίνες του λαιμού μου. Απ’ αυτές που κρέμονται και φτιάχνουν ήχους χαμένης αναλαμπής. Του τότε μου. Του εκείνου μου. Του πριν μου. Του όποτε συνήθιζα να ήμουν το κορίτσι που γέλαγε συχνά. Να θέλει να μου σφίξει τις χορδές σ’ ένα χορό κάτω από τα αστέρια. Εκεί που στα δάση τα πυκνά ψάχνουν οι μάγισσες τα ταίρια τους. Που κάνουν τελετές γυμνής λατρείας. Που φτιάχνουν φυλαχτά για νεογέννητα θέλω.

Πού είσαι;

Νιώθω τόσο χαμένη σ’ ένα ύστερα που ακόμη δεν έχει έρθει και είναι αυτό που φοβάμαι τόσο. Μη δε προλάβω να νιώσω ακόμη ένα χτύπο χαρμόσυνο. Μα γιατί να φέρνω πένθη και να τα ντύνω σε διάφανα υγρά; Γιατί να χώνομαι κάτω απ’ τα σκεπάσματα της άφαντης ουσίας μου και να στενάζω από χειμώνες; Γιατί αρέσκομαι να αγγίζω το τρίχωμα που δεν μου φόρεσε εκείνη η επιθυμία που με έφτιαξε ως διαλείπουσα ορμή σε καταρράκτη ονειρικό; Πόσο δεν μπορώ να σιάξω τον ορίζοντα όταν πετούν τα ψαροπούλια μπροστά στα μάτια μου. Επίτηδες θαρρώ το κάνουν. Επειδή ξέρουν πως δεν αντέχω τις φωνές τους.

Δε μπορώ να ψελλίσω «σ’ αγαπώ»...

Υπάρχει άραγε εκείνο το φάντασμα που λεν πως ακούει; Πως κοιτάει; Πως δίνει; Πως παίρνει; Δε θέλω σημάδια κι ούτε φοβάμαι τα φρικιά. Ούτε αποδείξεις αναζητώ για να χυθώ στο ρεύμα της αταίριαστης πύλης που με πλησιάζει. Μα είναι εκείνο το παιδί μέσα μου που ζητά μια απαλή κουβέρτα να τρίψει με τα δυο του δάχτυλα κι ύστερα να τη βάλει στα χείλη του επάνω που με κάνει να μη σκίσω μια παραίτηση ακόμη. Εκείνου του όρκου μπρος στον καθρέφτη της σιωπής.

Θυμάσαι;

Το χρέος μου είναι ακόμη απλήρωτο. Κι ας ξέμεινα από κομμάτια. Θα σκάψω για ένα σύμπαν ακόμη. Και μη ρωτάς πώς. Απλά...

Κοίτα με...

.