Τετάρτη, 1 Σεπτεμβρίου 2010

Ακούμπα με...



Σεπτέμβρη άρωμα μες τους αναστεναγμούς μου. Κάτι σα πρωτοβρόχι ξέστρωτο στου αγρού τον οργασμό. Να πέφτει, να χύνεται, να απλώνεται, να ανα-γεννάται. Να απορροφάται μεταξύ δυο κενών του χρόνου. Να φοράει καλτσοδέτα μεταξωτή και να σέρνει ξοπίσω του καλοκαίρια και χειμώνες. Να βάζει κραγιόν στο χρώμα του πρώτου δισταγμού. Εκεί που το αχ παίρνει μια ουσία παραπάνω. Εκείνη της συστολής που φέρνει η πρώτη αθωότητα.

Λύνω ένα νεύμα και το αφήνω εδώ. Σε χώρο που ορίζει κεραυνούς, αστραπές και σύννεφα. Σε χώρο απύθμενο που βαδίζουν κόκκινα σκοτάδια σηκώνοντας τις πτυχές τους μέχρι πάνω απ’ το γόνατο. Και λίγο πιο πάνω. Εκεί που οι παλμοί ανακατεύονται με υγρές απολαύσεις. Εκεί που οι θυμοί φεύγουν για τόπους άφωτους. Εκεί που τα σωθικά ξαγρυπνούν με τις ορέξεις. Ναι, μελλοντικέ μου ουρανέ. Εκεί που θα ανοίξω δίοδο να αγκαλιάσεις τη γεύση της γεύσης.

Ένα βήμα πιο κάτω, εκεί στης παπαρούνας την κίνηση, στήνει χορό το γέλιο. Πάμε, λες να το κάνουμε στα μάγουλα χρώμα; Πάμε να το κάνουμε μυρωδιά ουσίας; Ε; πάμε να το κάνουμε στρόβιλο ανάμεσα απ’ τους πόθους μας; Θυμάσαι τότε που πίναμε στα κρυφά το φεγγάρι; Τότε που ξεδιπλώναμε το αόρατο ανάμεσα απ’ τα στήθια μας; Τότε που γινόμασταν κάτι χωρίς να μας νοιάζει το τι; Πάμε να δούμε σ’ έναν καθρέφτη το τωρινό μας βλέμμα;

Και μη τρομάξεις, μη. Μη σκεφτείς το θα. Μην αναλογιστείς το μέχρι πότε. Μη τολμήσεις καν να ρωτήσεις το γιατί. Θα μας περιμένει σε λιβάδι νοτισμένο εκείνο το μονοπάτι που ζουν οι χίλιες οι πνοές. Μία αρκεί για να μας κάνει να ανασάνουμε ένα Φθινόπωρο ακόμη.

Ακούμπα με...


.