Τρίτη, 28 Σεπτεμβρίου 2010

Και πάλι!


Θυμάμαι έστελνα το τραγούδι και το έβαζες να δώσει νότες στη χούφτα σου. Τις άφηνες να σου μουσκέψουν τα δάχτυλα κι ύστερα μία μία τις έβαζες στα χείλη. Σα να ένιωθες μια συνύπαρξη ανυπόστατη να διαπερνά μαγνητικές αναλαμπές και να καθηλώνεται στο χώρο σου. Σε κείνη τη γωνιά του απίστευτου μ’ ένα ποτήρι στο χρώμα του χρυσού. Από κεί με έπινες γουλιά γουλιά. Με την τελετή του ζευγαρώματος στο νου, να σου καίει το λαιμό κάθε λέξη πριν την πεις. Να σου μπουκώνει τα πνευμόνια κάθε ανάσα πριν τη βγάλεις. Να σου ανυψώνει κάθε κύτταρο του ονειρικού πριν καν το φανταστείς.


Χιλιόμετρα μακριά να μας χωρίζει θάλασσα-αυτή η μαύρη η πλανεύτρα- κι εσύ να θες να δεθείς με τα σκοινιά του παραλόγου. Να διπλωθείς και σε μπαούλο να χωθείς όπως κάτι ξεχασμένα ρούχα αιώνων πριν δοθούν για κάψιμο κι αμόλυντα να ξεπεράσουν ετούτη τους την ύλη. Θυμάσαι που μου έλεγες πως έχεις μια πόρτα που βγάζει σε απόνερα? Κι ότι εκεί θα ήθελες να ρίξεις το κουφάρι που σέρνεις κάτι σάπια βράδυα?


Μου λείπεις, ιππότη μου. Σκοτεινέ, ξεχασμένε και απερίγραπτε. Δεν έχω άλλον να με ποτίζει απ’ το φαρμάκι του και να ανασταίνει τα ξημερώματά μου. Κι άλλον δεν έχω να του σκίζω τις πληγές κι ύστερα ηδονικά να του ρουφάω το κόκκινο υγρό που με κάνει να πεθαίνω όπως εγώ θέλω κάθε φορά. Με την έννοια της ένωσης καρφωμένη στα μαλλιά να μου προσδίδει ένα επίθετο ακόμα. Με το πλάνο του αγρού να μου σηκώνει τα φουστάνια κι ένοχα να κοιτάζει από κάτω. Με τη γεύση της οχιάς να ξερνάει έναν αιώνα ρουφηγμένο.


Ονόμασέ με και θα γίνω ξανά η ερωμένη που δεν θα αποκτήσεις. ΄Ετσι κι αλλιώς, εφιάλτης είναι η σκέψη σου. Ξέρω πως εκεί που πας, εμέ θα συναντήσεις.


.

Τρίτη, 21 Σεπτεμβρίου 2010

Μια κούρσα δρόμος


Έδωσα κατεύθυνση και κίνησε. Κόκκινες και πράσινες αναλαμπές έγερναν στις ρόδες και μερικές πορτοκαλί προειδοποιήσεις, άνοιγαν κλειδαριές στον κόσμο του πιο γρήγορου. Γύρισμα σε σοκάκια άπλυτα από ορμή αγγέλων και μίασμα δαιμόνων. Σούρουπο σε μια πόλη οδυρμού με λίγη χροιά από ανούσια αλμύρα. Στα χέρια του το τιμόνι φάνταξε πυξίδα που έδειχνε εκεί. Σε μερικούς άντρες δεν χρειάζονται πολλές κινήσεις για να προσδιορίσουν το είναι τους. Μια στροφή αρκεί για να φτιάξει το φάντασμά τους.

Τον ένιωθα πάνω μου να αγγίζει και να φεύγει. Να έρχεται και να μένει. Να κατακτά και να επιμένει. Κι ύστερα, αδιάφορα να προχωράει στο άτοπο. Κοντά γκριζαρισμένα μαλλιά κι ένα σκουλαρίκι στο ένα αυτί. Κρίκος, θαρρώ πως ήταν, μα δεν έβλεπα καλά μέσα απ’ τον καθρέφτη. Σε πρόσωπο αντρίκιο, μια λάμψη στο λοβό, δίνει κάτι από βλέμμα θεριού. Κι αυτό μ’ αρέσει.

Αδιάφορος να ρίχνει στάχτη στην τράπουλα του ονειρικού μου. Ακάλεστος ήρωας σε ένα έργο που δεν θα παιχθεί ποτέ. Πρωταγωνιστής μιας ιστορίας ενός χιλιοστού του χρόνου. Σε μιαν αυλαία άνευ θεατών. Ενός σεναρίου που δεν γράφτηκε καν. Και ούτε πρόκειται ποτέ να ειπωθεί. Ανάμεσα σ’ ένα σταυροπόδι και ένα φθάσαμε που κι αυτό υπονοήθηκε, δεν υπήρξε ούτε μια ανταλλαγή βλέμματος. Μα ένιωσα πως εκείνη η σπάνια έλξη που κάνει τη ματιά να στέκεται και δεύτερη και τρίτη φορά πάνω στο περιτύλιγμα μιας εκπομπής από μια ράτσα του είδους σου είναι κάτι παραπάνω από...

...μια κούρσα δρόμος...


.

Παρασκευή, 17 Σεπτεμβρίου 2010

Προκατ-αρκτικός κύκλος


Σε μιας ελπίδας την ουσία αφήνομαι ανεξερεύνητη να στρώσω έναν ύπνο παραπάνω. Εκείνον της ουτοπίας που σέρνει η καταιγίδα πριν το γκρέμισμα του όχι, του μη και του γιατί. Εκείνον της ασύστατης συμπαντικής ύλης που γίνεται ένα με το σκοτάδι της χαράς. Ναι. ΄Οταν αφήνεις το φως να σε ρουφήξει, τότε καταλαβαίνεις πόσο σκιά είσαι. ΄Εχω αρχίσει να σε (?) χρειάζομαι. Κι έχω αρχίσει να το ψελλίζω κάτω απ’ τα σκεπάσματά μου. Ξανά. Και Ξανά. Και δεν είναι που με φοβίζει τόσο το τέρμα του ρήματος, όσο το στοπ που θα ξεφωνίσεις στην επόμενη γωνία. Μα αν «δεν» τότε πώς «θα»? Ξέρω τι θα πεις. Πάντα εκείνο το ποτέ. Και πάλι εκείνο το πάντα. Και πώς να αφεθώ ξανά? Πώς να πω «επιθυμώ»?

Να σ’ αγγίξω φαντάζομαι σε ενός αναφιλητού το μείνε. Να σε λούσω σε μιας ωδής την ξεστρατισμένη νότα. Να σε σκεπάσω μ’ ένα ψημένο άρωμα αγρού. Να χτενίσω την τούφα που πέφτει στους μικρούς σου δισταγμούς. Αν μπορούσα να ψελλίσω εκείνο το φωνήεν που σκοντάφτει στα δόντια μου, ίσως να κρύωνα λιγότερο.

Κι επειδή κάτι χειροπιαστό δεν έλαχε να στείλω, μάζεψα ορισμένα πράγματα μικρά να σου χαρίσω, με την ευχή μια κάποια μέρα να σου τα ψιθυρίσω...

Δικά σου λοιπόν,

΄Ενα χρώμα της αυγής να σου φωτίζει τα βλέφαρα κάθε που ανοίγουν. Το πήρα απ’ τη σπηλιά του ήλιου την ώρα που έστρωνε τραπέζι στους πλανήτες. Κι ήταν μια στιγμή που όλοι ήταν τόσο μα τόσο ευτυχισμένοι...

Μια στάλα απ’ του ουρανού τη φορτωσιά, να σου δροσίζει τ’ όνειρο. Την άρπαξα απ’ τα μαλλιά πριν γίνει ένα με το δέρμα μου. ΄Εχει όμως τη μυρωδιά που επιθυμείς...

΄Ενα έλα για να σε κάνει να προχωράς ίσαμε τ’ αστέρια. Το έκλεψα απ’ τις σελίδες του άγνωστου την ώρα που διάβαζε ένα παραμύθι πριν αποκοιμηθεί για έναν ακόμη αιώνα...

΄Ενα κομμάτι βελούδο στο χρώμα που αγαπώ. Το σκούρο της φωτιάς με γεύση πεθυμιάς, να σου θυμίζει πως το εδώ πάει και λίγο παραπέρα. Το έφτιαξα στη μέση μιας γυροβολιάς στο χορό του απερίγραπτου. Κι έχει κάτι από χαρά...

Αυτά ήταν μερικά απ’ αυτά που έχω φυλαγμένα. Μα μέσα απ’ την καρδιά βγαλμένα. Να γίνουν σύννεφο βροχής για σένα...

...και για μένα...

.

Παρασκευή, 10 Σεπτεμβρίου 2010

Καπνός και κάτω


Τα υπόγεια θέλουν καπνό για να ανασάνουν. Υγρά ποτήρια με στάλες ουρανού στις πτυχές τις γυάλινες. Ορέξεις απόκοσμες με άρωμα βαρύ. Έως πνιγηρό. Ένα τρένο μπλε στις νότες διασχίζει τα βλέφαρά μου. Και μια υποψία ιδρώτα πριν ανασάνω το ήρθα...

Σκίσιμο στο πλάι σε φούστα στενή λίγο κάτω από το γόνατο. Στη ραφή δυο πετροκέρασα να κρύβουν το φιλί που τα ενώνει. Και στο στρίφωμα μια παράνομη αφή. Για όποιον ξέρει πού να αγγίξει, ο παράδεισος μπορεί να περιμένει πριν το βήμα για την κόλαση. Όποιος τολμά, ενδέχεται να μην έχει αύριο...

Άναψα ένα πούρο δυο δάχτυλα μακρύτερο απ’ το παρελθόν μου. Και ποιος ξέρει να κρίνει το γιατί; Έχει γούστο να τους κοιτάς να σε εξερευνούν χωρίς να γλύφουν καν το πάνω χείλος τους από γνώση. Δαίμονες στα καταγώγια χωρίς καν την ετικέτα της λαγνείας. Σικέ παρθενοραφές για εξαιρεμένους παίκτες ενός αγκωμαχούντος οργασμού. Και πώς να ενώσω τις πληγές μου για να ξεγελάσω την απουσία επιθυμίας;

Πόδια μισάνοιχτα σε σκιές από ημίφως. Χορτασμένα Φθινόπωρα με λιανή ομίχλη. Στο πιάτο, παρακαλώ, θα ήθελα και δυο ανεμώνες. ΄Η μήπως πέρασε ο καιρός τους; Αν είναι έτσι, ορέγομαι φιστίκια. Από κείνα με το περίβλημα. Ξέρεις εσύ...

Η γραμμή ανάμεσα απ’ τα στήθια μου πάλλεται. Το σαξόφωνο μοιάζει με στόμα έτοιμο να ρουφήξει τις μελλοντικές μου αναβλύσεις. Σιντριβάνι χυμών ανακατωμένο με βότκα σκέτη.(Δε ζήτησα λεμόνι, μικρέ. Συγκεντρώσου...)

Στο μεσαίο κουμπί της πλάτης βρίσκεται το παραμύθι. Κι αυτοί, εκεί. Να αφουγκράζονται σάπια αναφιλητά από γκόμενες κλώνους. Να παίζουν ζάρια με κοχύλια που βρωμάνε θάνατο. Να αναμασούν την ίδια λέξη ξανά και ξανά. Να ρίχνουν βλέμμα κενό μπας και καταφέρουν να στραγγαλίσουν μια νύχτα ακόμη. Και μέσα σε όλα αυτά να αποζητούν τον ηδονικό πνιγμό μου...

Εκεί θα μείνουν. Τους ξέρω. Στην κίνηση νούμερο ένα. Δεν πάνε οι ράγες παρακάτω. Μέχρι να πιω άλλο ένα φαρμάκι γαρνιρισμένο με ενός κεραυνού το λίκνισμα, θα έχουν ξεραθεί στον ύπνο για να δουν την υπόλοιπη ζωή τους μέσα από καρέ εγκεφαλικών παλινδρομήσεων.

Φτύνω στα μούτρα τους άλλη μια συνήθεια και τινάζω απ’ τα μαλλιά μια πυγολαμπίδα. Απόψε ήρθα για να διαπιστώσω ότι εξακολουθώ να απομακρύνομαι.

Την αλήθεια μου πολλοί μισήσαν.


Πόσο μάλλον το ψέμα που ακόμη δε φίλησα...






.

Τρίτη, 7 Σεπτεμβρίου 2010

Κοίτα με...




Νιώθω μόνη απόψε. Νιώθω τόσο μόνη απόψε. Σα να με κυκλώνει το φεγγάρι και να θέλει να πιαστεί απ’ τις ίνες του λαιμού μου. Απ’ αυτές που κρέμονται και φτιάχνουν ήχους χαμένης αναλαμπής. Του τότε μου. Του εκείνου μου. Του πριν μου. Του όποτε συνήθιζα να ήμουν το κορίτσι που γέλαγε συχνά. Να θέλει να μου σφίξει τις χορδές σ’ ένα χορό κάτω από τα αστέρια. Εκεί που στα δάση τα πυκνά ψάχνουν οι μάγισσες τα ταίρια τους. Που κάνουν τελετές γυμνής λατρείας. Που φτιάχνουν φυλαχτά για νεογέννητα θέλω.

Πού είσαι;

Νιώθω τόσο χαμένη σ’ ένα ύστερα που ακόμη δεν έχει έρθει και είναι αυτό που φοβάμαι τόσο. Μη δε προλάβω να νιώσω ακόμη ένα χτύπο χαρμόσυνο. Μα γιατί να φέρνω πένθη και να τα ντύνω σε διάφανα υγρά; Γιατί να χώνομαι κάτω απ’ τα σκεπάσματα της άφαντης ουσίας μου και να στενάζω από χειμώνες; Γιατί αρέσκομαι να αγγίζω το τρίχωμα που δεν μου φόρεσε εκείνη η επιθυμία που με έφτιαξε ως διαλείπουσα ορμή σε καταρράκτη ονειρικό; Πόσο δεν μπορώ να σιάξω τον ορίζοντα όταν πετούν τα ψαροπούλια μπροστά στα μάτια μου. Επίτηδες θαρρώ το κάνουν. Επειδή ξέρουν πως δεν αντέχω τις φωνές τους.

Δε μπορώ να ψελλίσω «σ’ αγαπώ»...

Υπάρχει άραγε εκείνο το φάντασμα που λεν πως ακούει; Πως κοιτάει; Πως δίνει; Πως παίρνει; Δε θέλω σημάδια κι ούτε φοβάμαι τα φρικιά. Ούτε αποδείξεις αναζητώ για να χυθώ στο ρεύμα της αταίριαστης πύλης που με πλησιάζει. Μα είναι εκείνο το παιδί μέσα μου που ζητά μια απαλή κουβέρτα να τρίψει με τα δυο του δάχτυλα κι ύστερα να τη βάλει στα χείλη του επάνω που με κάνει να μη σκίσω μια παραίτηση ακόμη. Εκείνου του όρκου μπρος στον καθρέφτη της σιωπής.

Θυμάσαι;

Το χρέος μου είναι ακόμη απλήρωτο. Κι ας ξέμεινα από κομμάτια. Θα σκάψω για ένα σύμπαν ακόμη. Και μη ρωτάς πώς. Απλά...

Κοίτα με...

.

Τετάρτη, 1 Σεπτεμβρίου 2010

Ακούμπα με...



Σεπτέμβρη άρωμα μες τους αναστεναγμούς μου. Κάτι σα πρωτοβρόχι ξέστρωτο στου αγρού τον οργασμό. Να πέφτει, να χύνεται, να απλώνεται, να ανα-γεννάται. Να απορροφάται μεταξύ δυο κενών του χρόνου. Να φοράει καλτσοδέτα μεταξωτή και να σέρνει ξοπίσω του καλοκαίρια και χειμώνες. Να βάζει κραγιόν στο χρώμα του πρώτου δισταγμού. Εκεί που το αχ παίρνει μια ουσία παραπάνω. Εκείνη της συστολής που φέρνει η πρώτη αθωότητα.

Λύνω ένα νεύμα και το αφήνω εδώ. Σε χώρο που ορίζει κεραυνούς, αστραπές και σύννεφα. Σε χώρο απύθμενο που βαδίζουν κόκκινα σκοτάδια σηκώνοντας τις πτυχές τους μέχρι πάνω απ’ το γόνατο. Και λίγο πιο πάνω. Εκεί που οι παλμοί ανακατεύονται με υγρές απολαύσεις. Εκεί που οι θυμοί φεύγουν για τόπους άφωτους. Εκεί που τα σωθικά ξαγρυπνούν με τις ορέξεις. Ναι, μελλοντικέ μου ουρανέ. Εκεί που θα ανοίξω δίοδο να αγκαλιάσεις τη γεύση της γεύσης.

Ένα βήμα πιο κάτω, εκεί στης παπαρούνας την κίνηση, στήνει χορό το γέλιο. Πάμε, λες να το κάνουμε στα μάγουλα χρώμα; Πάμε να το κάνουμε μυρωδιά ουσίας; Ε; πάμε να το κάνουμε στρόβιλο ανάμεσα απ’ τους πόθους μας; Θυμάσαι τότε που πίναμε στα κρυφά το φεγγάρι; Τότε που ξεδιπλώναμε το αόρατο ανάμεσα απ’ τα στήθια μας; Τότε που γινόμασταν κάτι χωρίς να μας νοιάζει το τι; Πάμε να δούμε σ’ έναν καθρέφτη το τωρινό μας βλέμμα;

Και μη τρομάξεις, μη. Μη σκεφτείς το θα. Μην αναλογιστείς το μέχρι πότε. Μη τολμήσεις καν να ρωτήσεις το γιατί. Θα μας περιμένει σε λιβάδι νοτισμένο εκείνο το μονοπάτι που ζουν οι χίλιες οι πνοές. Μία αρκεί για να μας κάνει να ανασάνουμε ένα Φθινόπωρο ακόμη.

Ακούμπα με...


.