Τρίτη, 5 Νοεμβρίου 2013

/



Παρατηρούσε πίσω από τα φυλλώματα τους μίσχους της σκεφτόμενος πως αν τον περιλάβουν τα χέρια τα δικά της, ακόμη ένα σημάδι/σφραγίδα θα αφηνόταν στο σημείο εκείνο της γραβάτας που ο κόμπος μοιάζει στολίδι μοναχό. Κι ας μη φόραγε γραβάτα όταν κατέβαζε το φερμουάρ πίσω από κατουρημένες γωνιές που έζεχναν φθινόπωρο. Κι ας μην ήξερε να παραγγέλνει κονιάκ πέντε αστέρων συνοδευόμενο από σπασμένο κομμάτι σοκολάτας. Πικρής. Σα τη γεύση που είχε το αιδοίο της όταν αποφάσιζε να μην αρέσει στους γλυκείς. 

Παρατηρούσε τις αντιδράσεις της ακόμη κι όταν άναβε ένα υποτιθέμενο τσιγάρο και φυσούσε την ομίχλη στα στήθια της πρώτης γυναίκας που την είχε ξεπαρθενέψει. Κι ας μην υπήρχε εικόνα πουθενά για να καταδεικνύει το χάος ανάμεσα απ’ τα πόδια της. 

/ όχι άβυσσος, ξεγραμμένε. όχι άβυσσος. είπα «χάος»/

Σκεφτόταν την έκφραση «τα κάνει όλα» πιπιλώντας στο στόμα φαντασιώσεις στις όχθες του Σηκουάνα, τη στιγμή που οι αρουραίοι ξέσκιζαν το πτώμα μιας νεφροπαθούς. Γέμιζε τις γέφυρες δακτυλικά αποτυπώματα βουτώντας πρώτα τη γλώσσα σε μελάνι της σουπιάς. Κι έγνεφε σε μικρούς εκδιδόμενους γλάρους να στήσουν οπές σε χρόνους/κατάρτια πηγμένων οργασμών.

Εκείνη, ήταν η πιο ευτυχής πριγκίπισσα ενός μύθου που δεν μεταδόθηκε ποτέ. Ακριβώς και μόνο γι’ αυτό τον λόγο. Οι ευτυχείς, δεν έχουν θέση μεταξύ των κομψών κριτικών της γεύσης. Αν το πιάτο δεν μυρίζει καμένο χάδι, δεν μπορεί να διατεθεί προς πώληση στα εστιατόρια των ζωοδόχων πνιγμών. Αν το κόσμημα δεν πληροί τις προδιαγραφές της αίθουσας του θρόνου, τότε κρύβεται μαζί με τις στάχτες κάτω από το τζάκι. Αν το θεριό έχει στα νύχια λίμα, τότε αναγράφεται ως κομπάρσος ιστορίας. Ανάξιος για αφήγηση. Λειψός για υπόκλιση. Σακάτης για ευχή.

Παρατηρούσε τις παύσεις της και έκρινε πως είναι προβληματική. Αφελής για συνέχεια. Μικρή για μπουρδελότσαρκες. Και τόσο μεγάλη για αλήθειες.

Έσκισε τον λογαριασμό και έφαγε τα πλήκτρα του τηλεφώνου που κρεμόταν στην έξοδο κινδύνου. Κι έφυγε όπως εμφανίσθηκε. 

Με την κρίση του να προωθείται.

.