Σάββατο, 6 Σεπτεμβρίου 2008

Κάθε μέρα εκατό



Κλείνω τα μάτια. Μία φορά, δύο φορές, τρεις...δεκατρείς….είκοσι…πενήντα πέντε….εξήντα οκτώ….ογδόντα μία… εκατό! Ουφ! εκατό ολόκληρες χτενισιές. Τώρα έχω τα μαλλιά μιας αληθινής πριγκίπισσας. Κοίτα τα. Γυαλίζουν και αστράφτουν. Και τι μαλακά που είναι. ΄Ισια χωρίς κόμπους. Ολόισια και χωρίς καμία τσαλακωσιά. Μμμ...

Κλείνω τα μάτια. Μαμά, έτσι πρέπει να κάνουμε κάθε βράδυ; Είναι βαρετό. ΄Εχω αρχίσει να κουράζομαι. ΄Ελα να μου τα χτενίσεις κι εσύ λίγο. Όπως όταν ήμουνα μικρή. Που με έπαιρνες στην αγκαλιά σου, πρώτα μου χάιδευες το κεφαλάκι, μετά με φιλούσες στο μάγουλο, και μετά άρχιζες να μου ξεμπερδεύεις τα μαλλιά με κείνο το τραγουδάκι. Το θυμάσαι; Πώς πήγαινε να δεις...
΄Ενα κοριτσάκι όμορφο πολύ, ένα κοριτσάκι παίζει στην αυλή, είναι το μωρό μου το γλυκό μωρό, είναι το μωρό μου που το αγαπώ…
Κλείνω τα μάτια. Μαμά πού είσαι; είμαι μόνη μου εδώ μέσα. Είναι σκοτεινά. Φοβάμαι το σκοτάδι. Πού είναι η χτένα μου; δεν θα χτενίσω τα μαλλιά μου σήμερα; Μα πρέπει να τα χτενίσω. Ποτέ δεν έχω πάει για ύπνο χωρίς να μετρήσουμε αυτές τις εκατό φορές που η χτένα κυλά απ’ την κορυφή του κεφαλιού μου μέχρι κάτω τη μέση μου. Πονάω. Ο λαιμός μου πονάει. Γιατί έπρεπε να βγάλουμε τις αμυγδαλές; Μαμά πού είσαι; Μία φορά, δύο φορές… να τη η χτένα μου. Σ’ αυτό το κίτρινο κομοδίνο. Δεν μοιάζει με το δικό μου. Το δικό μου είναι ροζ κι έχει καθρέφτη. Αυτό δεν έχει τίποτα. Είκοσι φορές… εξήντα δύο…εβδομήντα επτά…καλά, θα τα φτιάξω μόνη μου. Και μετά θα κοιμηθώ. Είμαι δυνατή εγώ.

Κλείνω τα μάτια. Τριάντα δύο… σαράντα πέντε… εβδομήντα εννιά. Πού βρέθηκε αυτός ο κόμπος; Παράξενο. Άλλες φορές, μετά το τριάντα, δεν σκάλωνε πουθενά η τσατσάρα. Κοίτα, κόκκινα. Γιατί τα μαλλιά μου είναι κόκκινα; Μαύρα ήταν πάντα. Πότε έγιναν κόκκινα; Μαμά, είσαι εδώ; Ποιος είναι αυτός που κοιμάται δίπλα μου; ΄Αντρας μου; Όχι. Δεν έχω άντρα εγώ. Τι μου λες τώρα. Πότε έγινε αυτό; Φοβάμαι. Μαμά, φοβάμαι. Διώξ’ τον. Δεν θέλει να χτενίσει τα μαλλιά μου. Και γιατί δεν είναι πια μακριά; Μέχρι τους ώμους μου φτάνουν μόνο.
Μαμά, πού είσαι;

Κλείνω τα μάτια.
΄Ελα χαρά μου! οι πριγκίπισσες πάντα χτενίζουν τα μαλλιά τους εκατό φορές πριν πέσουν για ύπνο. ΄Ελα να σου δείξω πώς το κάνουν. Η δική μου η μαμά έτσι με έμαθε. Να δεις που θα σου αρέσει κι εσένα αυτή η συνήθεια. Μετά θα τα πλέξουμε και πλεξούδες. Τι όμορφες που είναι οι πλεξούδες. Θα σου βάλω επάνω και χρωματιστούς φιόγκους. ΄Ελα… μία… δύο …τρεις…. Δεκαπέντε… Είδες; Δεν πονάει καθόλου. Όχι, μη μου κλαις, αφού δεν πονάει στ’ αλήθεια. Μετά τις τριάντα, τα μαλλάκια σου θα κυλούν στην χτένα σαν το νεράκι στο ποτάμι…΄Ελα μωρό μου, έλα…

Κλείνω τα μάτια. Σαράντα έξι… είκοσι… εβδομήντα επτά… δεκαοκτώ… Τι μετράω; Πόσα μετράω; Θε μου, τα μαλλιά μου είναι κοντά. Μέχρι λίγο πιο κάτω απ’ τ’ αυτιά. Μόνο. Πότε έγιναν έτσι; Γιατί έγιναν έτσι; Τι έχει να χτενίσει η χτένα μου πια; Δώδεκα… τριανταπέντε… επτά… ενενήντα… Μέχρι πόσο πρέπει να μετρήσω; Γκρι. Τα μαλλάκια μου είναι γκρι. Ποιος μου τα έκανε έτσι; Μαμά, είσαι εδώ;


Ανοίγω τα μάτια. Πού είμαι τώρα; Ο καθρέφτης με κοιτάει. Κρατάω μια χτένα. Τι να κάνω με τη χτένα; Είμαι εδώ τόση ώρα και δεν ξέρω τι πρέπει να κάνω μ’ αυτή τη χτένα. Μη χτυπάτε τη πόρτα. Αφήστε με ήσυχη. Θέλω να θυμηθώ τι πρέπει να κάνω μ’ αυτή τη χτένα. Ένα… δύο… τρία…

...
ένα κοριτσάκι παίζει στην αυλή, ένα κοριτσάκι όμορφο πολύ...
...είκοσι δύο...σαράντα οκτώ… ογδόντα τέσσερα… Το χέρι μου πονάει...γιατί δεν σταματάω; εβδομήντα επτά......έντεκα...τριάντα οκτώ...Αίμα είναι αυτό; Γιατί δεν μπορώ να σταματήσω;

...είναι το μωρό μου το γλυκό μωρό….


...ενενήντα τρία...
Μαμά! Θα έρθεις; Πώς τελειώνει το τραγουδάκι
μαμά;
Πώς τελειώνει…;

...........

.