Σάββατο, 13 Σεπτεμβρίου 2008

Μείον έντεκα



Ξημέρωμα Σαββάτου. Ημερομηνία δεκατρείς. Σεπτέμβρης. Χρόνια έντεκα πριν.

Φορούσες το μακρύ σου μαύρο παλτό εκείνη τη νύχτα. Σου πήγαινε γιατί ήσουν ψηλός. Περπάταγες κι ανέμιζε. Στα είκοσι εννέα σου ότι και να φορέσεις, ανεμίζει. Το ’χει η ηλικία. Άντε, σε μερικούς βοηθάει και το παράστημα. Εσύ είχες και τα δυο. Είχες κι εκείνο το χαμόγελο το λυπημένο. Μ’ αρέσουν οι άντρες με τα λυπημένα χαμόγελα. Νιώθεις πως θες να τους εξερευνήσεις. Κι ότι αν αισθανθούν άνετα, θα θελήσουν κι εκείνοι να εξερευνηθούν. Πάντα στην τρίχα όταν έβγαινες. Είχες και ρολόι με αλυσίδα. Και πορτοφόλι δερμάτινο. Κι ένα αμάξι διάολο που το ’τρεχες το αναθεματισμένο και σε πήγαινε όπου εκείνο ήθελε.

Ο αδερφός σου, άλλο στιλ. Χύμα. Με μαλλί μέχρι τη μέση. Περπάταγε κι ανέμιζε πέρα δώθε. ΄Αλλες φορές το ’πιανε ουρά. Τις αλυσίδες τις είχε πάνω του. Ρολόι με πέτσινο λουρί. Χωρίς πορτοφόλι. Και χαμόγελο που ποτέ δεν ήταν χαμόγελο. Πάντα του ’βγαινε σε γέλιο. Κι αυτός ήταν που με είχε αγκαλιά εκείνο το βράδυ στο κρεβάτι του...

Κι όταν η πόρτα χτύπησε, εκείνος ήταν που σηκώθηκε. Μα σαν άλλος να είχε γίνει όταν γύρισε κοντά μου. Κάτασπρος σαν το απάτητο το χιόνι. Κι αθώος μαζί. Γι’ αυτό μου θύμισε το χιόνι. Σαν πέφτει αμόλυντο είναι παρθένο απ’ το κάθε τι. Μετά νεκρώνεται. ΄Οταν ακουμπά στη γη. Τον είδα να ντύνεται χωρίς να βγάζει άχνα. Παράξενο με πόσο αργές κινήσεις... Παράξενο...

Τι;
.....

Τι;....

Θα σε πάρω τηλέφωνο απ’ το νοσοκομείο, μου είπε. Ο αδερφός μου...


Ξημέρωμα Σαββάτου. Ημερομηνία δεκατρείς. Σεπτέμβρης. Χρόνια έντεκα πριν.


Το χαμόγελό σου, μάτια μου, το χαμόγελό σου...
«Το μονοπάτι του ουρανού, λάμπει τώρα που το πάτησες. Σκοτείνιασε όμως η καρδιά μας...». Αυτά τα λόγια σου ’χα γράψει σε κείνες τις ψυχρές τις λευκές τις πλάκες. Τι να πουν τα λόγια; Τίποτα δεν λένε τα λόγια.
Τίποτα...

Τίποτα...

.